Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Εικόνες ενός Μέτοικου της Φιλιώς Μόρφη

 http://www.onestory.gr/post/22890553944 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΝΟΣ ΜΕΤΟΙΚΟΥ

της Φιλιώς Μόρφη *
.
Στάθηκε στη μέση του δωματίου. Φρεσκοβαμμένο αλλά άχρωμο. Άχρωμες και οι σκέψεις του. Ένα δωμάτιο νοικιασμένο και ξένο. Ξένος κι αυτός σ’ αυτή τη νέα γη. Αναστέναξε βαθιά και άνοιξε το παράθυρο που ήταν μπροστά του. Η πόλη του χάρισε μια μικρή καρτ ποστάλ σαν να ήθελε να τον καλοπιάσει. Ένας γκρίζος δρόμος, κάμποσες στέγες και ταράτσες με απλωμένα ρούχα και ηλιακούς θερμοσίφωνες, το θάμβος ενός βουνού πέρα, μακριά κι ευτυχώς μπόλικος ανέφελος ουρανός. Στάθηκε να κοιτά για ένα ή δύο λεπτά με μια έκφραση ενόχλησης και απορίας μαζί. Ένοιωσε πως η πόλη τον κοιτούσε ειρωνικά και σαν να του έλεγε «τώρα μου ανήκεις» διψώντας για νέο αίμα, όπως κάθε πόλη κι εκείνος θύμωσε γιατί φοβήθηκε πως η πόλη είχε δίκιο. Εκτός αυτού ποτέ δεν ήθελε ν’ ανήκει σε κανέναν και σε τίποτα.
Η σκέψη ότι δεν θα μείνει εκεί για πάντα του πρόσφερε ένα ίχνος ευφορίας για την συνέχεια. Ύστερα η σκέψη ότι αυτή η πόλη μπορεί να έκρυβε κάποιο δώρο για ‘κείνον του προκάλεσε εγρήγορση. Να τελειώνει με το σπίτι να βγει έξω, να περπατήσει, να ανακαλύψει.
Κοίταξε προσεκτικά το χώρο, τα λιγοστά του έπιπλα και τις κούτες στο πάτωμα. Είχε κιόλας αποφασίσει τη θέση κάθε πράγματος. Η πρώτη του κίνηση ήταν ν’ ανοίξει την κούτα που έγραφε ‘ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ-ΔΙΑΦΟΡΑ’. Την άνοιξε γρήγορα και σύντομα το ραδιόφωνο θα έπαιρνε ζωή από την πρίζα δίπλα απ’ το πάσο της κουζίνας. Στριφογύριζε με τ ‘ακροδάχτυλά του το κουμπί του tuning, στριφογύριζαν οι ακατάληπτοι ήχοι στο μυαλό του, στριφογύριζαν τα μάτια του στο δωμάτιο και οι σκέψεις του γύρω απ’ το τίποτα.
Ανάμεσα στους ήχους ξεχώρισε τη φωνή του Τάκη Μπίνη και σταμάτησε ν’ ακούσει ‘το δίχτυ’. Τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο του και το άναψε σχεδόν ευλαβικά. Εξέπνεε κιόλας τον καπνό από μέσα του και σαν τον καπνό θολά του ήρθαν στο μυαλό οι νύχτες στο ρεμπετάδικο που τις ξενυχτούσε Παρασκευές και Σάββατα με φίλους. Οι φίλοι του. Από παιδιά μαζί, πάντα μαζί. Γύρω από ένα τραπέζι σε κάθε ευκαιρία στο ρεμπετάδικο, στα σπίτια, στην πλατεία.
«Τη μέρα είναι σήμερα; Πέμπτη. Παρασκευή αύριο.» Μονολογούσε. Η πρώτη Παρασκευή χωρίς εκείνους. Τα μάτια του έπαψαν να κοιτούν για λίγο και τώρα έβλεπε με την καρδιά. Πιο καθαρά, ακόμα πιο καθαρά άρχισαν να ρέουν οι εικόνες σαν αίμα στις φλέβες γρήγορα. Βρέθηκε στο τραπέζι και τους κοιτούσε όλους, έναν - έναν. Τα πρόσωπα με κάθε λεπτομέρεια, οι κινήσεις των χεριών πάνω απ’ το τραπέζι και μετά από λίγο οι φωνές τους και τα γέλια τους κάλυψαν τον Τάκη Μπίνη και για μια στιγμή αισθάνθηκε σαν να κατέβασε μόλις μέσα του μια γουλιά κόκκινο, στυφό κρασί. Είχε πιει τόσο από αυτό που η γεύση είχε, πια, πλημμυρίσει τους νευρώνες του εγκεφάλου του.
Το άχρωμο δωμάτιο δεν υπήρχε πια. Ούτε οι κούτες στο πάτωμα, ούτε, ακόμα, το ανοιχτό παράθυρο. Ο χρόνος είχε αλλάξει σχετικότητα και η Στέλλα Χασκίλ τον πήγε σε ‘ακρογιαλιές δειλινά’ τότε που μαζί με τον πατέρα του κι εκείνη την γέρικη βάρκα με το όνομα ‘σεργιάνι’ αφήναν πίσω τους ήπια απόνερα στο γυρισμό από κάποια βόλτα. Οι μόνες στιγμές με τον πατέρα του. Στιγμές που ήταν μόνο οι δυο τους για να τα πούνε. Να θυμηθούνε την μητέρα του, να καταστρώσουν σχέδια για το μέλλον. Τότε που ο πατέρας του τού μάθαινε όλα τ’ ακτωνύμια του κόλπου που τους αγκάλιαζε ολόγυρα και τα έλεγε πάντα ενθουσιασμένος και περήφανος που τα ήξερε, που τα θυμόταν όλα και που σε όλα περπάτησαν τα πόδια του απ’ όταν ήταν παιδί. Στα χέρια του σαν να ένοιωσε τα τραχιά ξύλινα κουπιά, σαν να άκουσε τους ανεπαίσθητους παφλασμούς του νερού, σαν να άστραψε μπροστά του το γέλιο του πατέρα του μέσα απ’ τα γκρίζα γένια, σαν να μύρισε το τσίπουρο στην ανάσα του. Μετά είδε εκείνη. Πάντα στη σκέψη του έρχεται φορώντας το ίδιο φόρεμα. Μπλε με άσπρες μαργαρίτες. Όλο και την πλησιάζουν με τη βάρκα στον μικρό μόλο. Μόλις μύρισε το άρωμα από τα μαλλιά της καθώς εκείνη έσκυψε ν’ αρπάξει το σχοινί για να δέσουν. Μόλις την άκουσε να λέει «καλώς τους».
Κοίταξε έξω. Το φως λιγόστευε και τα χρώματα άλλαζαν. Κοίταξε μέσα. Του φάνηκε περίεργο που είχε καταφέρει να τακτοποιήσει ένα σωρό πράγματα χωρίς να είναι καν εκεί. Γέλασε δυνατά. Έπεσε άτσαλα πάνω στον καναπέ, κοίταξε το ραδιόφωνο κι εκείνο του απάντησε με Βάρναλη.
‘Οι μοιραίοι’ ξεπρόβαλαν ένας - ένας μέσα απ’ το λαρύγγι του Μπιθικώτση. Σαν να έβγαιναν από σπηλιά, φιγούρες σκυφτές σχηματίστηκαν στο μυαλό του και ανάμεσά τους είδε τον εαυτό του και κόμπιασε κάτι στο στήθος του στη σκέψη πως μπορεί να είναι κι αυτός ένας μοιραίος. Τους είδε τους μοιραίους να τον κοιτούν μέσα στο ημίφως του υπογείου που μύριζε μούχλα και αρρωστημένα χνώτα. Τον κοιτούσαν με κενό και απώλεια μέσα από τα γερασμένα τους μάτια στεκάμενοι μέσα σε φθαρμένα και ρυπαρά ρούχα σαν σκιάχτρα. Σαν όρθιοι νεκροί που δεν έζησαν ποτέ, ακίνητοι σαν είδωλα σε ασπρόμαυρη φωτογραφία του προπερασμένου αιώνα. Τόσο κοντά του. Ένας απ’ αυτούς; Θα μπορούσε ποτέ; Όλη του η πνοή συσσωρεύτηκε στο στέρνο του σαν μαύρο σύννεφο κι έγινε βαρίδι μολυβένιο που ανέβαινε στον λαιμό του να τον πνίξει.
Όλα του τ’ αγγεία και οι φλέβες έδωσαν μάχη με τη στιγμή. Πετάχτηκε όρθιος. Με τα νεύρα των δαχτύλων του σαν σύρματα πείραξε το κουμπί του tuning και η βελόνα στο παλιό ραδιόφωνο γύρισε σαν τρελή πυξίδα. Μετά βρέθηκε κάτω απ’ το ντουζ και το ζεστό νερό τον τύλιξε ολόκληρο. Πρώτη φορά, του φάνηκε, εκτίμησε τόσο το νερό και το μόνο που σκέφτηκε ήταν πως θα ήθελε να μπορεί να ξεπλένει και το μυαλό του. Φαντάστηκε πως το νερό εισχώρησε στο κρανίο του και άρχισε να παρασέρνει με ορμή γκρίζες και μαύρες σκέψεις κι έπαιρνε εκδίκηση καθώς τις έβλεπε να χάνονται για πάντα στο σιφόνι. Μετά απολάμβανε. Ένοιωθε τη θερμοκρασία του νερού, το μύριζε, το άκουγε να ρέει ελεύθερο και χαμογελούσε μέσα από τις αρωματισμένες φουσκάλες του αφρόλουτρου.
Σε λίγο θα άφηνε τα αποτυπώματα από τις βρεγμένες του πατούσες πάνω στα παλιά σανίδια. Άνοιξε τη βαλίτσα του και διάλεξε τ’ αγαπημένα του ρούχα. Αισθάνθηκε καινούργιος. Κλείνοντας την πόρτα το ραδιόφωνο έπαιζε μια διαφήμιση για μια θεατρική παράσταση. ‘Η αυλή των θαυμάτων’.
Ο γκρίζος δρόμος απλωνόταν τώρα μπροστά του. Σε λίγο θα τον κατάπιναν τα γρήγορα βήματα του και θα τον λιγόστευαν. Άφησε πίσω του όσα έβλεπε απ’ το παράθυρό του βιαστικός να βρεθεί στην καρδιά της νέας πόλης να μπερδευτεί με τους άλλους και να γνωρίσει το χρώμα της, τη μυρωδιά της, τους ήχους της, να ψάξει να βρει την ιδιαιτερότητά της, έτσι όπως έκανε και με τις γυναίκες. Σαν βέλος που στοχεύει διάνα στο κέντρο δεν άργησε να μπει μέσα της. Πίνοντας μπύρα στο λιμάνι αποφάσισε κιόλας το χρώμα της. Σέπια. Μετά από λίγο τη μυρωδιά της. Κάτι ανάμεσα σε ξύλο και φασκόμηλο με νότες θάλασσας. Ο ήχος της. Το σφύριγμα που ακούγεται στο τραγούδι με την Χαρούλα Αλεξίου ‘ κι εγώ σαν πόλη ’. Αυτές οι σκέψεις σχημάτισαν στο πρόσωπό του ένα γλυκό χαμόγελο. Η ιδιαιτερότητά της. Αυτή φοβήθηκε πως θα την βρει όταν κάποτε φύγει από την πόλη. Έτσι όπως έκανε και με τις γυναίκες.
Φανερά ανάλαφρος ξεκίνησε την επιστροφή του για το σπίτι. Εδώ και ώρα τον είχε συνεπάρει η επιθυμία να κοιμηθεί ήσυχος μετά από μέρες κούρασης. Θα κοιμόταν όμορφα. Το μυαλό του είχε αδειάσει από τ’ άχρηστα όπως τα συρτάρια του στο παλιό του σπίτι. Στο λιμάνι αποφάσισε να χρωματίζει τις σκέψεις του από ’δω και μπρος. Στη γειτονιά του έφτασε γρήγορα χαζεύοντας εδώ κι εκεί. Η ματιά του σταμάτησε σε μια ξύλινη ταμπέλα που κρεμόταν με σχοινιά από ένα γέρικο δέντρο. ‘ Η αυλή των θαυμάτων’ έγραφε. Πλησιάζοντας είδε από κάτω της να ξεκινά ένα σοκάκι. Χώθηκε μέσα και οδηγήθηκε σε μια αυλή. Μια τετράγωνη αυλή στρωμένη με χαλίκια, περιτριγυρισμένη από τους ψηλούς τοίχους τριών πέτρινων κτιρίων. Παντού γλάστρες με λουλούδια και παρτέρια. Στο κέντρο της ένα δεντράκι κι από κάτω ακριβώς ένα αυτοσχέδιο μακρόστενο τραπέζι αποτελούμενο από μια παλιά ξύλινη πόρτα και ζωγραφισμένα τσιμεντολίθια στις δύο πλευρές για να την συγκρατούν στο κατάλληλο ύψος. Δυο πάγκοι απλοί, μακρόστενοι και ξύλινοι στεκόταν δίπλα στο τραπέζι από δω κι από κει καλυμμένοι με πολύχρωμες κουρελούδες. Απ’ το δέντρο κρεμόταν με χρωματιστές κορδέλες διάφορα φαναράκια με φλογίτσες μέσα τους να λικνίζονται τρεμάμενες, έτοιμες να σβήσουν. Πάνω στο τραπέζι δυο ποτήρια άδεια κι ένα μπουκάλι από κρασί. Ευθεία μπροστά του από μια πόρτα ορθάνοιχτη έβγαινε ένα θαμπό γαλαζοπράσινο φως και εκεί μέσα στο φως ξεχώρισε, μετά από λίγο, μια σιλουέτα μέσα σ’ ένα αραχνοΰφαντο φουστάνι. Έμοιαζε με νεράιδα η γυναίκα που πέρασε το κατώφλι της πόρτας και τον πλησίαζε τώρα χαμογελώντας.
«Την Ζωή ψάχνεις;» τον ρώτησε
Και μόνη της απάντησε
«Δεν θ’ αργήσει να ’ρθει»
Στάθηκε να την κοιτά.
Στο σπίτι, οι αδερφοί Κατσιμίχα σκορπούσαν ‘παλιά καλοκαίρια’ μέσα απ’ το ραδιόφωνο. Από το παράθυρο που είχε μείνει ανοιχτό, βγήκε το τραγούδι και σκέπασε την πόλη. Η πόλη μαγεμένη μοίραζε τα δώρα της.
.
Η Φιλιώ Μόρφη γεννήθηκε το 1980 στον Λαύκο Νοτίου Πηλίου και απλά της αρέσει να γράφει.
[ facebook ] [ e-mail ]

 σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα , αντιγραφή,  επικόλληση πάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις