Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Ελευθέριος Βενιζέλος

πηγή :  http://www.facebook.com/photo.php?fbid=460670857300960&set=a.450274321673947.104660.108511895850193&type=1&theater

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (Μουρνιές Χανίων, 23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936) 
  
υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς της νεότερης Ελλάδας, με τα σημαντικότερα επιτεύγματα στον τομέα κυρίως της εξωτερικής πολιτικής και των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Διπλασίασε τα εδαφικά σύνορα της Ελλάδος, πρωταγωνίστησε στην αυτονομία της Κρητικής     Πολιτείας και την οριστική ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, συνέβαλε στην απελευθέρωση του μεγαλύτερου μέρους της Μακεδονίας, του μεγαλύτερου τμήματος της Ηπείρου, των νησιών του Αιγαίου και στην οργάνωση της χώρας στα πρότυπα αστικού κράτους διατελώντας πολλές φορές πρωθυπουργός. Υπήρξε επίσης ο άνθρωπος που έστω για λίγο υλοποίησε ένα ασύλληπτο όνειρο των Ελλήνων, τη σύνδεση με τις πατρογονικές εστίες της Μικρασίας, με την προσωρινή κατοχή της Σμύρνης κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Γεννήθηκε στις Μουρνιές Χανίων στις 23 Αυγούστου 1864 και ήταν το πέμπτο παιδί[i] του Κυριάκου Βενιζέλου[ii], εμπόρου, και της Στυλιανής Πλουμιδάκη από τον Θέρισο. Μεγάλωσε στα Χανιά αλλά λόγω διώξεων του πατέρα του από την οθωμανική διοίκηση πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων στα Κύθηρα και την Ερμούπολη. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές[1] του στα Χανιά, στο λύκειο Αντωνιάδη στην Αθήνα και στο δημόσιο γυμνάσιο Αρρένων Σύρου στην Ερμούπολη, απ'όπου αποφοίτησε, και εργάστηκε στο κατάστημα του πατέρα του. Αν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε πρόθεση να συνεχίσει τις σπουδές του, ο πατέρας του επέλεξε να τον τοποθετήσει στο κατάστημά του με σκοπό να το αναλάβει. Ύστερα από παρέμβαση του τότε γενικού προξένου της Ελλάδας στα Χανιά, Γεωργίου Ζυγομαλά, ο Κυριάκος πείστηκε να τον στείλει στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Το 1881 εγγράφηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ'όπου αποφοίτησε[2] το 1887. Αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να εκλεγεί δις εφέτης, άνοιξε δικηγορικό γραφείο καταφέρνοντας σε μικρό χρονικό διάστημα να διακριθεί. Το 1888 ανέλαβε[3] μαζί με τους Χαράλαμπο Πωλογεωργάκη, Κωνσταντίνου Φούμη και Ιάκωβο Μοάτσο την αρχισυνταξία και την έκδοση της εφημερίδας "Λευκά Όρη", η οποία ανήκε στον γαμπρό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Από αυτήν αποχώρησε λίγους μήνες αργότερα για προσωπικούς λόγους.

Το 1889 σε νεαρή ηλικία αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα ως αντιπρόσωπος της περιφέρειας Κυδωνίας στις εκλογές για την κρητική βουλή, στις οποίες και εξελέγη[4] με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Στις ίδιες εκλογές εξελέγησαν και αρκετοί συνεργάτες του απο την εφημερίδα σχηματίζοντας μια άτυπη ομάδα που έγινε γνωστή[5] με το όνομα Λευκορίτες. Λόγω της τεταμένης πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στην Κρήτη με την επανάσταση μέρους των πληθυσμών της Κρήτης, στις αρχές Οκτωβρίου του 1889 ο Βενιζέλος με στενούς συνεργάτες και φίλους διέφυγε, με την βοήθεια του Άγγλου προξένου Bilioti, στην Αθήνα. Έναν μήνα αργότερα ο Σακίρ Πασά ανέστειλε τα κυριότερα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Χριστιανούς με την Σύμβαση της Χαλεπάς και άλλαξε τις διατάξεις για την εκλογή αντιπροσώπων στην βουλή. Ο Βενιζέλος τάχθηκε[6] υπερ της αποχής από τις εκλογές μέχρι να αρθούν οι αυθαιρεσίες της οθωμανικής διοίκησης. Μετά την χορήγηση αμνηστίας, ο Βενιζέλος επέστρεψε στα Χανιά, όπου και παντρεύτηκε το 1890 με την Μαρία Ελευθερίου - Κατελούζου, επιλέγοντας να κατοικήσουν στο οικογενειακό σπίτι της Χαλέπας. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε εκτός πολιτικής απασχολούμενος από την οικογένεια και την δουλειά. Το 1895 συνεργάστηκε με την εφημερίδα "Αυγή", του Κωνσταντίνου Φούμη και του Ιωάννη Καψάλη. Στην επανάσταση που ξέσπασε λίγο αργότερα υπο την καθοδήγηση της Επιτροπής, πρόεδρος της οποίας ήταν ο Μανούσος Κούνδουρος, και με κύριο αίτημα την αυτονομία, ο Βενιζέλος αντιτάχθηκε καθώς θεωρούσε ότι οι περιστάσεις δεν ευνοούσαν τέτοιου είδους κινήσεις.[7] Για την στάση του αυτή κατηγορήθηκε από συντηρητικούς που ζήτησαν να προσαχθεί σε δίκη

Στις 23 Ιανουαρίου 1897 ο Βενιζέλος αποφάσισε να συμπράξει με τους επαναστατημένους στο Ακρωτήρι. Αφορμή γι'αυτή τη μεταστροφή ήταν η μεγάλη πυργκαϊά που ξέσπασε στα Χανιά και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο Χριστιανών και Μουσουλμάνων και εκτεταμένες σφαγές κατά των πρώτων. Κατα τη διάρκεια αυτών των γεγονότων ο Βενιζέλος περιόδευε στην εκλογική του περιφέρεια προτετοιμαζόμενος για τις εκλογές που είχαν προκηρυχθεί. Επιστρέφοντας στα Χανιά είδε από μακριά τους καπνούς που έβγαιναν από την πόλη και αμέσως πήρε[9] την απόφαση να ενωθεί με μια ομάδα ενόπλων στη Μαλάξα. Με αυτούς κατευθύνθηκαν προς το Ακρωτήρι, όπου σύντομα ανέλαβε την ηγεσία ο Βενιζέλος. Οι επαναστάτες υπολογίζονται σε επτακόσους με δύο χιλιάδες. 333 Στις 24 Ιανουαρίου οι εξεγερμένοι αποφάσισαν να κηρύξουν την ένωση με την Ελλάδα και την επόμενη ημέρα εξέδωσαν κείμενο διακήρυξης. Στις 26 Ιανουαρίου επιτροπή αποτελούμενη από σημαντικές μορφές της εξέγερσης μεταξύ των οποίων και ο Βενιζέλος παρέδωσε στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων την διακήρυξη. Την ίδια στιγμή με απόφαση της κυβέρνηση Δηλιγιάννη αναχωρούσε ναυτική μοίρα του πολεμικού ναυτικού για να ενισχύσει τους Χριστιανούς της Κρήτης. Στις 31 Ιανουαρίου αποβιβάστηκε σε χωριό των Χανίων ελληνικό στράτευμα αποτελούμενο από χίλους τρακόσιους οπλίτες και εκατό αξιωματικούς υπο την ηγεσία του Τιμολεόντος Βάσσου. Την επόμενη ημέρα οι Μεγάλες Δυνάμεις ανακοίνωσαν[10] ότι θα έθεταν υπο την προστασία τους τις κυριότερες πόλεις της Κρήτης επιβάλοντας την κατάπαυση του πυρός ακόμα και με στρατιωτικά μέσα. Μπροστά σε αυτό το φάσμα γενικευμένης σύγκρουσης ο Βενιζέλος μαζί με τον Μητροπολίτη Χρύσανθο Τσεπετάκη επισκέφθηκαν τον Έλληνα μοίραρχο Αριστείδη Ράινεκ στο πολεμικό Ύδρα ζητώντας του να τους εφοδιάσει με πολεμικό υλικό, κάτι που έπραξε. Στις 7 Ιανουαρίου ο Βενιζέλος μαζί με εξεγερμένους κατέλαβε τον Προφήτη Ηλία. Στις 8 Ιανουαρίου ο στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων έπληξε τις θέσεις των επαναστατών δημιουργώντας[5] αντιδράσεις από μερίδα του ευρωπαϊκού τύπου σχετικά με τον απρόκλητο βομβαρδισμό μιας μικρής ομάδας εξεγερμένων. Σημαντική έκταση πήρε το γεγονός της ανύψωσης της ελληνικής σημαίας από τον Σπύρο Καγιαδελάκη κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Κατα τη διάρκεια του περιστατικού ο ίδιος ο Βενιζέλος βρισκόταν[11] στο πολεμικό πλοία Ύδρα. Ο Βενιζέλος τότε μαζί με τον Φούμη και τον Κοτζάμπαση προχώρησε στην σύνταξη διαμαρτυρίας προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, η οποία προξένησε μεγάλη εντύπωση στην Ευρώπη. Στις 22 Φεβρουαρίου εκλέχτηκε μέλος της εξαμελούς διοικητικής επιτροπής των επαναστατών. Με την ιδιότητα αυτή επισκέφθηκε μαζί με τα άλλα μέλη τους ξένους ναυάρχους αρκετές φορές για να συζητήσουν για τον μέλλον της Κρήτης. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους ξέσπασε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 αναγκάζοντας την Ελλάδα να αποσύρει την ναυτική μοίρα από την Κρήτη. Στις αρχές του καλοκαιριού πραγματοποιήθηκε η πρώτη επαναστατική συνέλευση ενώ στις 26 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε η δεύτερη, στους Αρμένος Αποκορώνου, όπου και ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξελέγη[12] μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα ανακοίνωνε τις αποφάσεις της συνέλευσης στις Μεγάλες Δυνάμεις. Στην τρίτη συνέλευση, στις Αρχάνες εξελέγη πρόεδρος αυτής. Στη συνέλευση αυτή υποστήριξε την άποψη περι ενώσεως της Κρήτης με την Ελλάδα απορρίπτοντας την ιδέα της αυτονομίας. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη οδηγώντας αρκετές φορές τους συμμετέχοντας σε ακραίες ενέργειες. Η κατάσταση οδηγήθηκε στα άκρα όταν ο Βενιζέλος και οι υποστηρικτές του αρνήθηκαν να υπογράψουν την διακήρυξης περι αυτονομίας με αποτέλεσμα να προκληθούν επεισόδια. Αποτέλεσμα ήταν ο Βενιζέλος να διακόψει την συνεδρίαση και να αποχωρήσει. Για την κίνησή του αυτή του αφαιρέθηκε η προεδρία και του απαγορεύθηκε η συμμετοχή στις συνεδριάσεις του σώματος. Τελικώς η διακήρυξη περι αυτονομίας ψηφίστηκε.[

Μετά τα γεγονότα ο Βενιζέλος ταξίδεψε στην Αθήνα, απ'όπου επέστρεψε μαζί με τον Κρητικό πολιτικό Ιωάννη Σφακιανάκη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εν τω μεταξύ είχαν αποδεχθεί σχέδιο περι αυτονόμησης του νησιού. Το νέο καθεστώς θεωρήθηκε[14] από τον Βενιζέλο και τους οπαδούς του μεταβατικό και προσωρινό. Έλαβε μέρος στη συνέλευση του Μυλοποτάμου καθώς και στις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής, που είχε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το σχήμα αυτονομίας. Τελικά αποφασίστηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία να διατηρήσει μια μορφή κυριαρχίας και να διοριστεί ως Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας. Ο τελευταίος διόρισε[15] με τον ερχομό του μια δεκαεξαμελή επιτροπή με κύρια αρμοδιότητα την εκπόνηση νομοθετικής εργασίας που επρόκειτο να ψηφιστεί από την γενική συνέλευση, όταν αυτή δημιουργείτο. Σε αυτή την επιτροπή συμμετείχε[15] και ο Βενιζέλος. Λόγω της νέας μορφής διοίκησης προκυρήχθηκαν εκλογές για τις 24 Ιανουαρίου 1898, στις οποίες και εξελέγη ως αντιπρόσωπος Χανίων. Η συμβολή του στη σύνταξη του συντάγματος κρίνεται καθοριστική[16][17], κατακρίθηκε[17] όμως για τις ασάφειές του και τον υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του Ύπατου Αρμοστή. Ακολούθως διορίστηκε σύμβουλος επι της δικαιοσύνης στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Απρίλιο του 1901. Κατά τη διάρκεια[18] της θητείας του αναδιοργάνωσε τα δικαστήρια συντάσοντας[19] κώδικα δικαστηρίων, εκσυγχρόνισε τα δικαστήρια και εισήγαγε νέα συστήματα στην αστυνομία.

Παρα την επιτυχία του στον υπουργικό θώκο σύντομα ήρθε σε ρήξη με τον Ύπατο Αρμοστή πρίγκιπα Γεώργιο. Ο τελευταίος κυβερνούσε σε έναν βαθμό αυταρχικά χειριζόμενος[20] μόνος του την εξωτερική πολιτική της Κρητικής Πολιτείας χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του τις συμβουλές και τις άποψεις των υπουργών του. Ο Βενιζέλος θεωρούσε[20] απαραίτητη την ανακήρυξη της Κρήτης σε αυτόνομο πριγκιπάτο έτσι ώστε να επέλθει με πιο θεσμικό τρόπο η ένωση με την Ελλάδα. Επιπλέον με την ανακήρυξη της αυτονομίας η συνέλευση, κατά τον Βενιζέλο[21], θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκλογή ανώτατου άρχοντα τερματίζοντας ταυτόχρονα την κυριαρχία των Μεγάλων Δυνάμεων στο νησί. Αντίθετα ο Ύπατος Αρμοστής είχε ξεκινήσει ήδη τις επαφές με ξένους ηγέτες, οι οποίες όμως δεν απέφεραν αποτελέσματα. Παράλληλα στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύονταν αιχμηρά άρθρα εναντίον των απόψεων του Βενιζέλου, ο οποίος χαρακτηριζόταν[20] ως ανθενωτικός. Στις 5 Μαρτίου 1901 υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους υγείας, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Στις 18 Μαρτίου υπέβαλε για δεύτερη φορά την παραίτησή του για λόγους που αφορούσαν την κακή σχέση του με τους συναδέλφους και τον Ύπατο Αρμοστή. Ούτε όμως αυτή τη φορά έγινε αποδεκτή. Δύο μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου με διάταγμα που εκδόθηκε και ήταν βαρύτατα προσβλητικό[21] ο Βενιζέλος απολύθηκε από την θέση του. Σημαντική συμμετοχή στην όλη διαμάχη φαίνεται να είχε ο Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος, γραμματέας του Ύπατου Αρμοστή και το Παλάτι. Ο πρώτος σε μυστική έκθεση προς την κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη χαρακτήριζε[21] τον Βενιζέλο όργανο των ξένων δυνάμεων, φρόντιζε συνεχώς να φτάνουν στο υπουργείο εξωτερικών αναφορές[16] που τον παρουσιάζαν ως όργανο των ξένων δυνάμεων ενώ σταθερά, όπως και το παλάτι, διοχέτευε[20] στον αθηναϊκό τύπο εμπρηστικά άρθρα εναντίον του κρητικού πολιτικού.

Προκειμένου να αμυνθεί από τις επιθέσεις των αντιπάλων εγκαινίασε μια σειρά άρθρων με τον τίτλο "Γεννηθήτω τω Φώς" στην εφημερίδα "Κήρυξ των Χανίων", στα οποία περιέγραφε την πολιτική του Ύπατου Αρμοστή. Μεταξύ των επιθέσεων που δέχθηκε ξεχωρίζει αυτή του Μητροπολίτη Κρήτης Ευμένιου, ο οποίος τον χαρακτήρισε[22] προδότη. Ο Βενιζέλος απάντησε με νέο άρθρο, για το περιεχόμενο του οποίο μηνύθηκε[22] από τον Μητροπολίτη και καταδικάστηκε[22] σε δεκαπενθήμερη φυλάκιση, την οποία και εξέτισε στη φυλακή Ιτζεδίν. Στις εκλογές του 1903 το κόμμα του Βενιζέλου ηττήθηκε[21] εκλογικά αναδεικνύοντας πέντε βουλευτές. Ύστερα απο συνεννοήσεις[22] με άλλες ηγετικές μορφές της πολιτικής σκηνής τέθηκε επικεφαλής της "Ηνωμένης Αντιπολίτευσης", η οποία στις 26 Φεβρουαρίου 1905 διακήρυξε[21] την ένωση με την Ελλάδα, και σε περίπτωση αδυναμίας την αυτονομία της νήσου, καθώς και την αναθεώρηση του συντάγματος. Στις 23 Μαρτίου 1905 ο Βενιζέλος μαζί με χίλιους ενόπλους συγκεντρώθηκαν[23] στον Θέρισο. Σύντομα στον Θέρισο κατέφθασαν άλλοι επτά χιλιάδες πολεμιστές από διάφορα σημεία της Κρήτης. Στις 20 Απριλίου η Συνέλευση κήρυξε[24] την ένωση με την Ελλάδα και ζήτησε από τον Ύπατο Αρμοστή να πληροφορήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις γι'αυτή την εξέλιξη, οι οποίες όμως αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την ανακήρυξη. Τον Μάϊο πραγματοποιήθηκαν εκλογές, στις οποίες η παράταξη του Βενιζέλου, του Φούμη και του Πωλογεωργάκη συγκέντρωσε 33.279 ψήφους αναδεικνύοντας[25] 39 αντιπροσώπους έναντι 78 αντιπροσώπων του πρίγκιπα Γεωργίου. Στις 15 Ιουλίου οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν προθεσμία δεκαπέντε ημερών στους επαναστάτες, τελεσίγραφο[26] που δεν έγινε δεκτό. Όταν έληξε η προθεσμία, οι Μεγάλες Δυνάμεις κήρυξαν[26] στρατιωτικό νόμο. Μετά από συμβουλή του πρωθυπουργού της Ελλάδας Δημητρίου Ράλλη ο Ύπατος Αρμοστής ζήτησε από την Συνέλευση να προχωρήσει στην αναθεώρηση του συντάγματος. Στις 2 Νοεμβρίου ο Βενιζέλος και οι επαναστάτες παρέδωσαν[26] τα όπλα. Παράλληλα οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μια διερευνητική επιτροπή[21] για να αξιολογήσουν την κατάσταση στο νησί. Στις 23 Ιουλίου 1906 αποφασίστηκε[27] η διεθνής δύναμη που βρισκόταν στο νησία να αποχωρήσει, να ανατεθεί σε Έλληνες αξιωματικούς, που θα έπρεπε να απαοχωρήσουν από τον ελληνικό στρατό, να οργανωθεί εκ νέου η πολιτοφυλακή, να δοθεί δάνειο 9.300.000 φράγκων στην Κρητική Πολιτεία, να υπάρξει πλήρη ισότητα χριστιανών και μουσουλμάνων κ.α. Αν και η ελληνική κυβέρνηση και το παλάτι διαφωνούσαν[27] με την λύση, ο Βενιζέλος καθώς και ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου πρίγκιπας Κωνσταντίνος τάχθηκαν[27] υπερ αυτού του σχεδίου με αποτέλεσμα ο πρίγκιπας Γεώργιος να παραιτηθεί από τη θέση του Ύπατου Αρμοστή για να διευκολύνει την κατάσταση. Ως αντικαταστάτης του επιλέχθηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Στις 12 Οκτωβρίου 1908 η Συνέλευση επικύρωσε τις αλλαγές και όρισε πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή. Σε αυτήν ο Βενιζέλος ανέλαβε τα υπουργεία εξωτερικών και δικαιοσύνης.[25] Στις 29 Ιουλίου 1909 οι δυνάμεις του διεθνούς στρατού αποχώρησαν από την Κρήτη. Στις εκλογές του 1910 εξελέγη[28][25] πρόεδρος της Συνέλευσης και πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας. Τον ίδιο μήνα εκδόθηκε το ψήφισμα για ένωση με την Ελλάδα και αναχώρησε για την Αθήνα για να συναντηθεί με τους ηγέτες του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Τον Μάϊο του 1910 οι Χριστιανοί της Κρήτης επανέλαβαν[29] το αίτημά τους για την ένωση με την Ελλάδα. Ο Βενιζέλος, ύστερα από παρότρυνση και της κυβέρνησης Δημητρίου Ράλλη, κατάφερε[29] να ηρεμήσει τους Κρητικούς και να τους πείσει να αποφύγουν τις ακραίες ενέργειες.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος μετά το ξέσπασμα του κινήματός είχε προσεγγίσει τον Δημήτριο Γούναρη για να σχηματίσει κυβέρνηση, μετά όμως την άρνηση αυτού, καθώς και του Νικολάου Ζορμπά, αναζήτησε νέο πρόσωπο. Κατόπιν προτάσεως κάποιου[iii] αξιωματικού αποφασίστηκε να κληθεί στην Ελλάδα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος ήταν γνωστός για την πολιτική του δράση στην Κρήτη. Ο τελευταίος είχε υποστηρίξει το κίνημα σε μια σειρά δέκα άρθρων που δημοσίευσε στην εφημερίδα "Κήρυξ Χανίων". Στις 22 Δεκεμβρίου 1909 ο λοχαγός Ιουλιανός Κονταράτος μετέβη στα Χανιά για να του δώσει επιστολή[30] του Στρατιωτικού Συνδέσμου με την οποία τον καλούσε στην Ελλάδα για να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο Βενιζέλος με δική του επιστολή ξεκαθάρισε πως δεν ενδιαφερόταν για την πρωθυπουργία και ότι θα ερχόταν στην Αθήνα ως πολιτικός σύμβουλος του Συνδέσμου. Στις 28 Δεκεμβρίου αφίχθη στον Πειραιά και αμέσως άρχισε επαφές με τα μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου καθώς και με τους πολιτικούς αρχηγούς[31] των κομμάτων. Βασικές προτάσεις του, που έγιναν αποδεκτές από τον Σύνδεσμο αλλά και από αρκετούς πολιτικούς, ήταν η, αντισυνταγματική[32], σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, και όχι συντακτικής, μη θέτοντας έτσι πολιτειακό ζήτημα, η διάλυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου μετά την σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, η απομάκρυνση των βασιλοπαίδων από τον στρατό και ο διορισμός[31] νέας κυβέρνησης υπό τον Στέφανο Δραγούμη.

Την 1η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση της Βουλής σχετικά με την ψήφιση της προτάσεως περι αναθεωρήσεως μη θεμελιωδών διατάξεων του συντάγματος, πρόταση που ψηφίστηκε με 150 ψήφους υπερ και 11 κατά. Κατα την προεκλογική περίοδο ο Βενιζέλος έλειπε[33] στο εξωτερικό, στην Ελβετία και την Ιταλία επιστρέφοντας οκτώ ημέρες μετά την διεξαγωγή των εκλογών. Κατά τις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 η παράταξη του Βενιζέλου πέτυχε σημαντική νίκη έναντι των συνασπισμένων παλαιών κομμάτων αποκτώντας ευρεία πλειοψηφία στη Βουλή. Υπολογίσιμο αριθμό αποτελούσαν και οι βουλευτές που είχαν εκλεγεί με ανεξάρτητα ψηφοδέλτια και οι οποίοι υποστήριζαν την σύγκληση συντακτικής συνέλευσης. Ο ίδιος εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας λαμβάνοντας[33] 32.765 ψήφους σε σύνολο 38.800 ψήφων. Στις 22 Αυγούστου ο Βενιζέλος ίδρυσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων ενώ στις 3 Σεπτεμβρίου συνήλθε σε πρώτη συνεδρίαση η αναθεωρητική Βουλή. Δύο ημέρες αργότερα ο Βενιζέλος εκφώνησε λόγο σε συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος υποστηρίζοντας[33] την αναγκαιότητα της αναθεωρητικής βουλής. Στις 12 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Δραγούμη παραιτήθηκε και λίγες ημέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση, στην οποία μεταξύ άλλων συμμετείχαν οι Εμμανουήλ Ρέπουλης, Νικόλαος Δημητρακόπουλος κ.α., αναλαμβάνοντας[34] παράλληλα τα υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών. Αν και η αντιπολίτευση, η οποία είχε συγκεντρώσει[35] το 65% των ψήφων, και οι ανεξάρτητοι βουλευτές έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, υπο την μορφή ανοχής, ο Βασιλιάς, ύστερα από συνεννόηση με τον Βενιζέλο, δημοσίευσε[33] στις 12 Οκτωβρίου διάταγμα διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών στις 28 Νοεμβρίου. Η αντισυνταγματική[iv], ενέργεια του Βασιλιά προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης (Ράλλης, Μαυρομιχάλης, Θεοτόκης), η οποία δήλωσε ότι θα απείχε[36] από την εκλογική διαδικασία σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αντίθετα οι "Κοινωνιολόγοι" και το νεοσύστατο Λαϊκό Κόμμα υπο την προεδρία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου φάνηκε να είναι θετικοί ως προς την διάλυση της Βουλής υποστηρίζοντας τις κινήσεις Βενιζέλου. Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου το κόμμα των Φιλελευθέρων αναδείχθηκε νικητής συγκεντρώνοντας[33] 307 από τις 362 έδρες.

Η συζήτηση για το νέο σύνταγμα ολοκληρώθηκε σε 42 συνεδριάσεις της ολεμέλειας της Βουλής, από τις οποίες ο Ελευθέριος Βενιζέλος συμμετείχε στις 41. Το νέο σύνταγμα δημοσιεύθηκε την 1η Ιουνίου 1911 και περιελάμβανε σημαντικές μεταρρυθμίσεις που απέβλεπαν[36] στην επιβολή της αρχή της νομιμότητας, στην καθιέρωση της ασφάλειας δικαίου και της ασφάλειας των συναλλαγών. Μαζί με το νέο σύνταγμα ψηφίστηκε και μία σειρά οργανικών[36] νόμων εγκαινιάζοντας[37] έτσι μια σειρά από μεταρρυθμιστικά μέτρα. Συνοπτικά καθιέρωσε μέτρα προστασίας των εργαζομένων, όπως την μονιμότητα[38] των δημοσίων υπαλλήλων καθώς και την βελτίωση των συνθηκών εργασίας στα εργοστάσια, τεμάχισε[37] τεράστιες εκτάσεις στη Θεσσαλία μοιράζοντας αυτές σε 4.000 οικογένειες[37], βελτίωσε[37] την απονομή δικαιοσύνης, και αναμόρφωσε το φορολογικό σύστημα. Εκτός από την συνταγματική και διοικητική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Βενιζέλου σημαντικές πρωτοβουλίες καταγράφονται και στον στρατιωτικό τομέα. Κατόπιν προσωπικής του εντολής ζητήθηκε[39] η συνδρομή της Γαλλίας και της Αγγλίας για να εκπαιδεύσουν τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του ελληνικού στρατού. Αν και το παλάτι προέβαλε[39] αντιστάσεις, λόγω της φιλογερμανικής στάσης που διατηρούσε, σχετικά με τον ερχομό αυτής της ομάδας, τελικά η ομάδα ήρθε στις αρχές του 1911. Σε αντάλλαγμα, υπό την μορφή συμβιβασμού[39], ο Βενιζέλος κατέθεσε νομοσχέδιο για την επιστροφή των πρικίπων στον ελληνικό στρατό, νομοσχέδιο που ψηφίστηκε[39] τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Επίσης αύξησε[40] τον αριθμό των στρατιωτιών, παρήγγειλε τουφέκια και πολεμικό υλικό και αναδιοργάνωσε[40] το Βασιλικό Ναυτικό. Να σημειωθεί ότι μια από τις πρώτες κινήσεις του Βενιζέλου ήταν να διορίσει ως υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά.

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82
σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις