Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ο ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΜΟΥ της Κατερίνας Τσούτσα *

πηγή http://www.onestory.gr/post/32728175976

Ο ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΜΟΥ

της Κατερίνας Τσούτσα *
.
Η ζωή μου άρχισε με τη σύλληψη. Τρέφομαι και αναπτύσσομαι στο σώμα της μητέρας μου, της Κλέλιας . Όπως δηλαδή τα φυτικά σπέρματα που χώνονται στη γη σε κατάλληλη υγρασία και θερμοκρασία αναπτύσσονται σε φυτά, έτσι κι εγώ, έχω εμβρυική ανάπτυξη μέσα στον αμνιακό μου σάκο. Και όπως είναι φυσικό είμαι άμεσα συνδεδεμένη με την μητέρα μου και επηρεάζομαι από την ψυχολογία της.
Μερικές φορές η μητέρα είναι χαρούμενη. Τραγουδά και χαϊδεύει την κοιλιά της, που μέσα κατοικοεδρεύω εγώ. Μου μιλά και εγώ απολαμβάνω και καταγράφω τα λεγόμενά της.
Μωρό μου, μου λέει με τη μελιστάλαχτη φωνή της.
Όταν μεγαλώσεις, θα θελα να μπορούσα να σου εγγυηθώ, να χεις καλή υγεία. Φιλίες γερές, αγάπη αληθινή. Δίκαιη αναγνώριση. Περιπέτειες που να κρατούν το νου και την καρδιά σου ζωντανή. Αναστέναζε η μητέρα και συνέχιζε το παραλήρημα. Εύχομαι να έχεις τόσες αλλαγές στη ζωή σου και στη σκέψη σου, όσες χρειάζονται για να διατηρηθεί η ζωή σου ολόφρεσκη και νέα. Εύχομαι να έχεις την σπάνια ικανότητα να συγχωρείς.
Αχ! Αν μπορούσα να σου δώσω ένα πράγμα, τότε νομίζω εκείνο που θα διάλεγα, θα ήταν το θάρρος. Γιατί μ’ αυτό μπορείς ν’ αντιμετωπίσεις κάθε αλλαγή, κάθε απόρριψη, κάθε αποτυχία. Ακόμη και την μοναξιά.
Δεν ξέρω μωρό μου, που θα πας, τι θα κάνεις, ποιον θ’ αγαπήσεις. Εγώ θα στέκομαι έτοιμη να χειροκροτήσω τις επιλογές σου. Εύχομαι να μην χρειαστείς κάποιο ασφαλές καταφύγιο, αλλά αν κάτι τέτοιο συμβεί, το καταφύγιο θα είμαι εγώ.
Γουργουρίζω ευτυχισμένη μέσα στο ζεστό μου αμνιακό σάκο, κολυμπώ μέσα σε μια θάλασσα καθαρού υγρού, βρίσκω ησυχία σε μια γωνιά και παίρνω το μεσημεριανό μου ύπνο. Μετά από μία ώρα ξυπνώ από έναν δυνατό αέρα.
Τι συμβαίνει; Αναρωτιέμαι. Τι αναταραχή είναι αυτή; Ποιος ταράσσει το ρολόι της αταραξίας μου; Α! η μητέρα είναι. Ήπιε το γάλα της για να έχω εγώ γερά κόκκαλα. Σήμερα είναι πολύ ενεργή. Δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Μμμ τώρα τι κάνει; Παίρνει το αγαπημένο της βιβλίο, το ανοίγει στη σελίδα 20 και βγάζει ένα αποξηραμένο, κόκκινο τριαντάφυλλο. Το κοιτάζει μ’ ευλάβεια και το τοποθετεί με προσοχή σ’ ένα όμορφο κουτάκι. Τι όμορφο κουτί! Ζωγραφισμένο περίτεχνα στο επάνω μέρος του, μια παραλία γεμάτη με χρυσή άμμο και ένα χελιδόνι με
ανοιγμένα τα φτερά του. Γυρίζω πλευρό.
Πρόσεχε, Λεωνίδα, πρόσεχε! Γέμισες παντού χώματα. Κουράστηκα σήμερα, η μικρή ήταν ανήσυχη, με τάραξε στις κλωτσιές, άκουσα τη μητέρα να λέει.
Ωχ! Ήρθε ο πατέρας σκέφτηκα. Η κολόνα του σπιτιού. Τώρα τελευταία είναι σατράπης ο πατέρας. Αργεί πολύ τα βράδια και καυγαδίζει συνεχώς με τη μητέρα άνευ λόγω και αιτίας. Τον βρίσκω πολύ άδικο απέναντι στη γλυκιά, υπομονετική γυναίκα, που ξέρει να δίνει αγάπη, στοργή και που είναι η μητέρα μου. Η μητέρα δεν είναι όμορφη, είναι συμπαθητική. Έχει λεπτό παρουσιαστικό. Είναι δραστήρια. Έχει ευφράδεια και οξύτητα σκέψης. Είναι ήρεμη και έχει γαλήνια διάθεση.
Η μικρή, η μικρή… βαρέθηκα να σ’ ακούω, λεβέντης είναι, ασίκης…Και να σου πω και κάτι ακόμα. Βαρέθηκα την υποχόνδρια σου με την καθαριότητα.
Σε βαρέθηκα γενικώς. Βάλε να φάω και μην με ξαναενοχλήσεις.
Σέρνοντας τις παντόφλες της και μετακινώντας αργά το κορμί της, που έμοιαζε σαν σακί γεμάτο άμμο, η μητέρα βλέπεις είχε πάρει αρκετά κιλά, έφτασε στην κουζίνα.
Ετοίμασε το τραπέζι για τον αγά και μονολόγησε.
Τίποτα, τίποτα, μην ακούς χρυσό μου εσύ. Εγώ είμαι για σένα, εγώ θα σε προστατεύω πάντα. Να γεννηθείς με το καλό…
Ένοιωσα τη θέρμη της παλάμης της, και ταύτισα τον εαυτό μου με τη μητέρα και ένοιωσα πικρία για το φύλο μου, γιατί αισθάνθηκα ότι, όταν μεγαλώσω, θα υποστώ και εγώ παρόμοια καταπίεση. Θλίψη γιατί η μητέρα, είναι πλημυρισμένη με αγάπη, για μένα, για κείνον, για τους ανθρώπους. Ενώ ο πατέρας κατέχεται από αίσθημα ανωτερότητας. Η υπερτίμηση του εγώ του δημιουργεί πρόβλημα επικοινωνίας με την μητέρα μου και τους συνανθρώπους, γιατί διακατέχεται από αισθήματα ανωτερότητας, βλέπει τους άλλους «αφ’ υψηλού», δηλαδή τους υποτιμά.
Είμαι ακόμη ένα έμβρυο, μα έγινα θεατής βάναυσων συζυγικών καυγάδων. Γνώρισα τον σαδισμό του πατέρα σε μεγάλο βαθμό. Πάντα ήθελε να κάνει τους άλλους να υποφέρουν και χαιρόταν για το γεγονός αυτό. Προσπαθούσε να επιβάλλει τον πόνο στη μητέρα και μένα. Αρέσκονταν να μας τυραννά, γιατί έβρισκε προσοδοφόρο έδαφος. Όσο για την εμφάνισή του! Μελαχρινός, ωραίος, ευθυτενής, ζωηρός σε όλους τους τομείς και καλογυμνασμένος.
Μετά τη δουλειά το πρώτο του μέλημα, είναι το γυμναστήριο.
Δεν θέλω να βγω από τον μητρικό κόλπο, θέλω να μείνω εδώ, στην ασφάλειά μου. Δεν θέλω να αποκοπώ από τον ομφάλιο λώρο. Αρνούμαι να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα. Αρνούμαι να ζήσω σ’ αυτόν τον βίαιο κόσμο. Θέλω να μείνω για πάντα ένα μικρό έμβρυο και να απολαμβάνω την θαλπωρή που μου παρέχει η μάνα, που όπως λέει ο πατέρας Δουμάς «επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, γι’ αυτό έφτιαξε τη μητέρα».
Το ξέρω, δεν έχω θάρρος, το ξέρω, κάνω όπως η στρουθοκάμηλος που χώνει το κεφάλι της στη γη. Προσποιείται ουσιαστικά την πεθαμένη, προσπαθώντας έτσι να ξεγελάσει τα αρπακτικά. Έτσι κι εγώ, αρνούμαι να ζήσω, να δω, να γευτώ. Αρνούμαι
να μάθω, ν’ αγαπήσω, ν’ αγαπηθώ. Θέλω να μείνω μια μικρή φελούκα που αρμενίζει στα διάφανα νερά του αμνιακού μου σάκου. Θέλω να μείνω εδώ και να απολαμβάνω τη γλυκόξινη γεύση μιας κουταλιάς βύσσινου, που καίει τον ουρανίσκο. Έτσι όπως είναι η ζωή, μια κουταλιά βύσσινου, με τους γλυκόξινους μεγάλους ή μικρούς καρπούς της…
Ποιος είπε ότι δεν υπάρχει Θεός; Μπορεί να είναι αόρατος, αλλά είναι πανταχού παρών, είναι προγνώστης, και δίκαιος. Άκουσε τα παρακαλετά μου και φρόντισε Εκείνος την πορεία μου. Πριν γεννηθώ, πέθανα. Κάθε έμβρυο χαρακτηρίζεται από ένα διαρκές «δούναι και λαβείν» προς το περιβάλλον. Όταν σταματήσει αυτή η σχέση επέρχεται ο θάνατος. Ο δικός μου θάνατος επήλθε μετά από έντονο καβγά των γονιών μου. Η μητέρα επέδειξε, περιφρόνηση στον κίνδυνο, όταν ο Λεωνίδας την έσπρωξε στο τραπέζι βίαια. Η κοιλιά της χτύπησε στη γωνία του
τραπεζιού και έτσι επήλθε η τέλεια παύση των λειτουργιών μου.
Βρέθηκα, άψυχη πια σ’ ένα ξύλινο κουτί. Ένα κουτί απλό, όχι περίτεχνα ζωγραφισμένο, ένα κασόνι. Πέρασα σ’ έναν άλλο κόσμο, σ’ έναν κόσμο ήσυχο…
Η ζωή έχει περάσματα, συζεύξεις, αναπνοές, ροές, διαδοχές, μεταβάσεις… έχει όμως και πόνο, κόμπους, τεθλασμένες, σκαληνά σπαρακτικά ανισόπλευρα…
.
Η Κατερίνα Τσούτσα γεννήθηκε και ζει στο Βόλο. Εργάζεται σε Λύκειο ως διοικητική υπάλληλος. Δεν είναι συγγραφέας. Δειλά δειλά άρχισε να γράφει εμπνευσμένη κυρίως από καταστάσεις του παρελθόντος. Ονειρεύεται ακόμη…
[ facebook ] [ e-mail ]
σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις