Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Αν οι τρεις Ιεράρχες ήταν σήμερα δάσκαλοι….

Αν οι τρεις Ιεράρχες ήταν σήμερα δάσκαλοι….

            
Μιχαήλ Δαμασκηνός, Φορητή εικόνα, τέλη 16ου αι.
 
               Αν οι τρεις Ιεράρχες ήταν σήμερα δάσκαλοι...
Μια εργασία διαφορετική, στηριγμένη στο λόγο των μεγάλων Δασκάλων της Παιδείας μας που αξίζει να διαβαστεί από όλους: δάσκαλους , μαθητές, γονείς, κυβερνήτες. Η  Πεμπτουσία της Παιδαγωγικής Επιστήμης, οι βασικές αρχές, οι μέθοδοι διδασκαλίας, οι έπαινοι, οι τιμωρίες,η αγάπη των δασκάλων μέσα από το έργο των πνευματικών φάρων της Ορθοδοξίας και της Παιδείας

             Κανένας δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μποροῦν νά σταθοῦν ὡς ὁδηγοί τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοί περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον ἀντιμετώπισαν τόν ἄνθρωπο μέ ἕνα τρόπο ἀκριβῆ καί ὑπεύθυνο. Τόν εἶδαν ὡς ἕνα ὄν μέ ἀπεριόριστη ἀξία, πλασμένο ἀπό τό Θεό γιά νά γίνει Θεός! Δέν τόν μελέτησαν μόνο μέ τή θεωρία, τόν βοήθησαν καί μέ τήν πράξη. Ἡ ζωντανή, ὁλοκληρωμένη καί ἀναγεννημένη προσωπικότητά τους περιέλαβε τόν ἄνθρωπο ὡς σύνολο. Τόν ἄνθρωπο μέ ὅλες τίς ἀξίες του: παιδεία, τέχνη, ἐργασία, κοινωνικότητα, οἰκογένεια, πατρίδα. [1]

            Ἀγάπησαν ὅ,τι ὡραῖο καί ἀληθινό ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο. Καί μάλιστα, ἰδιαιτέρως στό νέο ἄνθρωπο. Τό παιδί. Τό μαθητή μας. Γι’αὐτό καί ἡ διδασκαλία τους εἶναι πολύτιμη σέ μᾶς πού καθοδηγοῦμε τό σύγχρονο νέο ἄνθρωπο.
 
 ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΩΝ

Σήμερα 3 Σεπτεμβρίου, ἀρχή τοῦ σχολικοῦ ἔτους 20….. καί ὥρα 9.00 π.μ. συνῆλθε στήν πρώτη τακτική του συνεδρίαση ὁ Σύλλογος διδασκόντων τῶν Ἐκπαιδευτηρίων μας «Ἑλληνοχριστιανική Παιδεία» τόν ὁποῖο ἀποτελοῦν οἱ Διδάσκαλοι:
 ■•Βασίλειος, Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας, ὁ ἐπονομαζόμενος Μέγας
 ■•Γρηγόριος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἐπονομαζόμενος Θεολόγος καί
 ■•Ἰωάννης, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἐπονομαζόμενος Χρυσόστομος

καί ἀφοῦ διαπιστώθηκε ἡ νόμιμη ἀπαρτία, ἄρχισε ἡ συνεδρίαση.

Τό λόγο πῆρε πρῶτος ὁ Βασίλειος καί εἶπε τά ἑξῆς:

              Ἀγαπητοί συνάδελφοι, μιά καί βρισκόμαστε στήν ἀρχή τῆς νέας ἐκπαιδευτικῆς περιόδου, νομίζω πώς καλό θά ἦταν νά χαράξουμε τίς βασικές ἀρχές τοῦ παιδαγωγικοῦ καί διδακτικοῦ μας ἔργου.
             Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι σκοπός τῆς ἀγωγῆς εἶναι νά καταστήσει τόν ἄνθρωπο ἀντάξιο τῆς θείας καταγωγῆς του, ἀλλά καί τοῦ θείου προορισμοῦ του. Ὄχι μόνο νά γίνει ἰσχυρή προσωπικότητα γιά νά δράσει καί νά προσφέρει στήν κοινωνία, ἀλλά καί νά κατασταθεῖ «συμπολίτης τῶν ἁγίων καί οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ».[2] Ἡ ὁμοίωση πρός τόν Θεό καί τελικά ἡ θέωση πρέπει νά εἶναι ἡ κύρια ἐπιδίωξη τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς καί τῆς ἀγωγῆς του. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος, καί ὁ μικρός μαθητής μας ἐν προκειμένῳ, εἶναι «θεός κεκελευσμένος»[3]. Εἶναι «τό μόνον τῶν ζώων θεόπλαστον»[4], εἶναι «φυτόν οὐράνιον»[5], εἶναι «ὁμοδίαιτος τῶν ἀρχαγγέλων καί φωνῆς θείας ἀκροατής»[6], εἶναι «τῶν ἐπί γῆς ζώων τό τιμιώτατον, τό μετά τούς ἀγγέλους ἐν λογικοῖς τεταγμένον»[7], εἶναι «ὁ εἰκόνι Θεοῦ τετιμημένος»[8].
            Ἐπίσης, ποτέ δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε πόσο εὔπλαστη καί ἀπαλή εἶναι ἡ παιδική ψυχή καί μαλακή σάν τό κερί. [9] Τά μαθήματα ἀρετῆς πού θά ἐντυπωθοῦν στό παιδί ἀπό τήν παιδική ἡλικία εἶναι ἀνεξάλειπτα.[10]

           Συνεχίζει ὁ Χρυσόστομος: Συμφωνῶ ἀπολύτως. Γιατί ἄν στήν ψυχή πού ἀκόμη εἶναι μαλακή καί τρυφερή ἐντυπωθοῦν τά καλά διδάγματα, τότε κανένας δέ θά μπορέσει, ποτέ, νά τά ξεριζώσει[11]. Καί κανένας μή μοῦ λέγει ὅτι τά παιδιά δέν πρέπει νά ἀσχολοῦνται μέ τά ἱερά θέματα καί διδάγματα˙ διότι ὄχι μόνον ἔπρεπε νά ἀπασχολοῦνται μέ αὐτά, ἀλλά καί μόνον αὐτά ἔπρεπε νά σπουδάζουν… Καί διότι αὐτή κυρίως ἡ ἡλικία τέτοια χρειάζεται μαθήματα. Διότι, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ἁπαλή, γρήγορα δέχεται μέσα της τά λεγόμενα, ὡσάν αὐτά πού ἀκούει νά ἐντυπώνεται ἡ σφραγίδα στό κερί. Ἐξάλλου τότε, στήν παιδική ἡλικία ἀρχίζει ὁ βίος νά ἀποκλίνει εἴτε στήν κακία εἴτε στήν ἀρετή. Ἄν λοιπόν κανείς ἀπ’ αὐτό τό ξεκίνημα καί τά πρόθυρα τῆς ζωῆς ἀπομακρύνει τά παιδιά ἀπό τήν πονηρία καί τά χειραγωγήσει στήν ἄριστη ὁδό, θά τά στερεώσει στό ἑξῆς σάν σέ συνήθεια κάπως καί φύση τῆς ἀρετῆς˙ μέ τή θέλησή τους ἑπομένως δέ θά μεταβληθοῦν εὔκολα πρός τό χειρότερο, ἐφόσον αὐτή ἡ συνήθεια θά τά ἐλκύει πρός ἐργασία τῶν ἀγαθῶν. Ἔτσι θά γίνουν πιό σεβαστοί ἀπό ἐμᾶς καί χρησιμότεροι στά θέματα τῆς πολιτείας, ἀφοῦ θά ἐπιδεικνύουν τά χαρίσματα τῶν πρεσβυτέρων στή νεανική τους ἡλικία.[12] Ἐξάλλου, ποιά μεγαλύτερη τέχνη ὑπάρχει ἀπ’αὐτή, τί μπορεῖ νά ἐξισωθεῖ μέ τό νά ρυθμίζεις τήν ψυχή  καί νά διαπλάθεις τό νοῦ ἑνός ἀνθρώπου; [13]

              Τό λόγο παίρνει ὁ Γρηγόριος: Ἡ ἀγωγή εἶναι τέχνη τῶν τεχνῶν καί ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν καί ἔχει σκοπό νά δώσει στήν κοινωνία καλούς χριστιανούς. Κυρίως ὅμως σκοπός τῆς ἀγωγῆς εἶναι «νά τηρηθεῖ ἡ εἰκόνα καί νά ἐξομοιωθεῖ πρός τό ἀρχέτυπον».[14]

             Ἰωάννης: Ναί, ἀλλά νά μήν ξεχνᾶμε ποτέ ὅτι ἡ ἀγωγή, λόγῳ τῆς ἀστάθειας πού χαρακτηρίζει τά παιδιά καί τούς νέους, δέν ἔχει ἄμεσα ἀποτελέσματα. Οἱ στόχοι της εἶναι μακροπρόθεσμοι.Ὁ παιδαγωγός βλέπει περισσότερο τό μέλλον τοῦ παιδιοῦ καί λιγότερο τό παρόν. Γι’ αὐτό καί δέν παρασύρεται, οὔτε ἀπογοητεύεται ἀπό τίς τωρινές παρεκτροπές τοῦ παιδιοῦ, ἀλλ’ αἰσιοδοξεῖ πάντοτε καί ἐλπίζει. Ὁ καλός παιδαγωγός σπέρνει ταπεινά καί μέ ὑπομονή τό σπόρο τοῦ καλοῦ καί ἀναθέτει τήν καρποφορία στήν καλή θέληση τοῦ παιδιοῦ, στήν πάροδο τοῦ χρόνου καί στή χάρη τοῦ Θεοῦ.

 

Ἡ σχέση δασκάλου καί μαθητή

             Ἰωάννης: Ἄς δοῦμε ὅμως τώρα πῶς θά γίνει ἀποδοτική ἡ διδασκαλία μας.Τό νά ἀγαπᾶ ὁ δάσκαλος τό μαθητή, τό “φιλεῖν καί φιλεῖσθαι” εἶναι τό κύριο στοιχεῖο πού κάνει ἀποδοτική τή διδασκαλία. Νομίζω, ἀγαπητοί συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νά ξεπεράσουμε σέ φιλοστοργία τούς φυσικούς πατέρες! Ὁ λόγος μας πρέπει νά εἶναι ἀνθρώπου πού διδάσκει μᾶλλον, παρά ἐλέγχει, πού παιδαγωγεῖ, παρά τιμωρεῖ, πού βάζει τάξη, παρά πού διαπομπεύει, πού διορθώνει παρά πού ἐπεμβαίνει στή ζωή τοῦ μαθητή. Τό κάθε παιδί ἄς τό ἀντιμετωπίζουμε μέ διαφορετικό σύστημα ἀγωγῆς, ἀφοῦ εἶναι μιά ξεχωριστή προσωπικότητα.”[15] Ἡ σχέση παιδαγωγοῦ – μαθητῆ εἶναι μιά σχέση ἐλευθερίας καί δημιουργίας. Ὀφείλουμε νά σεβόμαστε πρώτιστα ἐμεῖς τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας, πού χάρισε ὁ Δημιουργός στά παιδιά καί νά μή φυλακίζουμε τίς ἀνησυχίες τους.

              Γρηγόριος: Ἡ Παιδεία πρέπει νά εἶναι δρόμος ἀπελευθέρωσης καί ὄχι δουλείας, ὄχι καθημερινός θάνατος καί μιζέρια! Ἄς κάνουμε τήν Παιδεία ὅπλο δικαιοσύνης καί ὄχι θανάτου”, [16]
 
 Ἑλληνοχριστιανικά γράμματα.

             Ἄς μήν ξεχνοῦμε, συνεχίζει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέ σφυρηλατοῦμε χάλκινα ἀντικείμενα, τά ὁποῖα δέχονται παθητικά τά χτυπήματα τοῦ σφυριοῦ καί τά ὁποῖα θά βρεῖ ὁ τεχνίτης στήν κατάσταση στήν ὁποία τά ἄφησε. Σφυρηλατοῦμε ψυχές, οἱ ὁποῖες δέχονται ἤ δέ δέχονται τή διδασκαλία καί ἀντιδροῦν ποικιλοτρόπως. Κατά συνέπεια, ἄλλα πρέπει νά προσφέρουμε στή μιά περίπτωση, ἄλλα στήν ἄλλη. Ἄλλα στό πρῶτο στάδιο τῆς μαθήσεως, ἄλλα στά ἑπόμενα.

            Βασίλειος: Ἡ προσθήκη τῶν νέων γνώσεων πρέπει νά γίνεται σιγά –σιγά καί σύμμετρα. Νά προχωροῦμε ἀπό τό ἁπλούστερα στά δυσκολότερα, ἀφοῦ εἶναι δύσκολο νά διδαχθεῖ κανείς τά μεγάλα πρίν ἀπό τά μικρά.[17]

 
Ἐξατομίκευση τῆς διδασκαλίας.

            Ναί, ἀλλά νά λάβουμε ὑπόψη μας καί τή διαφορετικότητα τοῦ κάθε μαθητή μας, προσθέτει ὁ Γρηγόριος. Ὅπως καί στίς ἀρρώστιες τοῦ σώματος, δέ δίνει ὁ γιατρός τό ἴδιο φάρμακο σέ ὅλους, ἔτσι καί στίς ψυχές, μέ ξεχωριστό λόγο καί τρόπο ἀγωγῆς νά τούς ἀντιμετωπίσουμε.[18]

 
Εὐχάριστος ὁ τρόπος τῆς διδασκαλίας.

            Βασίλειος: Νά γίνεται μέ εὐχάριστο τρόπο ἡ διδασκαλία μας. Μάθημα πού γίνεται μέ τό ζόρι, δέν μπορεῖ ν’ἀφήσει τίποτε, ἀλλά ἐκεῖνα πού διδάσκονται μέ χάρη και εὐχαρίστηση μπαίνουν στίς ψυχές τῶν παιδιῶν μας, παραμένουν γιά μεγάλο χρονικό διάστημα στό νοῦ τῶν μαθητῶν μας.[19]

 
Ἐποπτεία

           Συμπληρώνει ὁ Χρυσόστομος: Νά χρησιμοποιοῦμε τήν ἀρχή τῆς ἐποπτείας καί ἐποπτικά μέσα. Νά μή χρησιμοποιοῦμε γενικότητες, ἀλλά μέ παραδείγματα νά διασαφηνίζουμε τά ὅσα διδάσκουμε. Νά διδάσκουμε ἐποπτικῶς, διότι τά πράγματα εἶναι πιό ἰσχυρά ἀπό τά ὀνόματα, ἀφοῦ ὕστερα ἀπό τά πράγματα δόθηκαν τά ὀνόματα. Γιατί τίποτε δέν εἶναι ψυχρότερο ἀπό τό δάσκαλο, πού μόνο μέ τά λόγια φιλοσοφεῖ.

 
Ἡ αὐτενέργεια.

            Βασίλειος: Ὁ μαθητής εἶναι ἀνάγκη νά βάζει τό χέρι του στό ἔργο. Νά ἔρχεται στήν αἴθουσα μέ ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐξέταση τῶν προβλημάτων καί νά συμμετέχει στό ἀγώνισμα τοῦ μαθήματος. Νά διεγείρει τό πνεῦμα του, ὥστε νά θέτει ὑπό ἔλεγχο καθετί πού διδάσκεται, νά τόν ἐνθαρρύνει δέ ὁ διδάσκαλος νά συνεχίσει μόνος του τήν ἔρευνα γιά τήν ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, γιατί ὅ,τι μέ κόπο ἀποκτᾶ καθείς, αὐτό καί μετά χαρᾶς ἀποδέχεται καί ἐπιμελῶς διαφυλάττει.[20]

 
Μεθοδολογία  – διδακτική.

            ’Ιωάννης: Ἄριστη εἶναι ἡ διδασκαλία ὅταν ὁ δάσκαλος ἐπαναλαμβάνει τή διδασκαλία του ὡσότου γίνει  καταληπτή.[21] Δέν παραδίδουμε μεμιᾶς τά πάντα, ἀλλά τά ἐπαναλαμβάνουμε γιά νά ἐντυπωθοῦν καλύτερα στό νοῦ τῶν μαθητῶν μας. Οὔτε πολλή ὕλη νά τά φορτώνουμε, γιατί θά εἶναι πολύ δύσκολο νά τά θυμοῦνται ὅλ’αὐτά. Ἀλλά καί γιατί ὑπάρχει φόβος νά γίνουν λιγότερο ἐνεργητικοί καί περισσότερο νωθροί ἀπό τίς δυσκολίες πού θά συναντήσουν.[22]

          Γρηγόριος: Δέν εἶναι πιό ὠφέλιμη ἡ ραγδαία βροχή ἀπ’ ἐκείνη πού πέφτει ἤρεμα, γιατί ἡ μιά με τήν ὀρμητικότητά της παρασύρει τό ἔδαφος, ἐνῶ ἡ ἄλλη εἰσχωρεῖ βαθιά σ’αὐτό, φτάνει στίς ρίζες καί τό καθιστᾶ γόνιμο.[23]

          Βασίλειος: Ἄς μιμηθοῦμε τούς οἰκοδόμους, πού ὅταν κτίζουν μιάν οἰκοδομή, ἀφοῦ θέσουν τά θεμέλια, τοποθετοῦν τούς λίθους. Ἔτσι ἄς οἰκοδομήσουμε καί τό πνεῦμα.[24]

 
 
Ἔλεγχος, ποινές, ἔπαινος.

            Βασίλειος: Ἕνα πολύ σοβαρό θέμα πού πρέπει νά συζητήσουμε εἶναι τό πῶς θά ἀντιμετωπίσουμε τίς προβληματικές συμπεριφορές τῶν μαθητῶν μας. Κάθε σφάλμα χρειάζεται διαφορετική ἀντιμετώπιση. Ἄλλοτε εἶναι καιρός γιά ταπεινοφροσύνη, ἄλλοτε γιά ἐξουσία, ἄλλοτε γιά ἔλεγχο, ἄλλοτε γιά παρηγοριά, πότε γιά καλωσύνη καί πότε γιά ἀποστομία κ.λ.π.[25]

             Γρηγόριος: Ὅπως στά σώματα δέν προσφέρεται ἡ ἴδια τροφή καί τά ἴδια φάρμακα, ἔτσι καί τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων, δέν ἀντιμετωπίζονται μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ἄλλοι εἶναι ὀκνηροί καί δυσκίνητοι, ὁπότε χρειάζεται νά τούς κεντρίζουμε, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι θερμόαιμοι καί βιαστικοί, ὁπότε χρειάζονται χαλινάρι. Ἄλλους ὠφελεῖ ὁ ἔπαινος καί ἄλλους ἡ ἐπίπληξη, ὅταν καί τά δύο γίνονται τήν κατάλληλη στιγμή. Ἄλλους διορθώνει ἡ παρηγοριά καί ἄλλους ἡ ἐπίπληξη.[26]

           Ἰωάννης : Ἀρχή τῶν τιμωριῶν πρέπει νά εἶναι τό μέτρο καί ἡ σύνεση, ὄχι ἡ ἀκρότητα καί ἡ ὑπερβολή. Ἄν δεῖς παράβαση τοῦ παιδιοῦ, νά τό τιμωρεῖς, ἄλλοτε μέν ἀτενίζοντας αὐτό μέ βλέμμα αὐστηρό, ἄλλοτε λέγοντας πικρά κι ἐπιτημητικά λόγια καί ἄλλοτε μέ λόγια καλά καί ὑποσχέσεις. Ἀκόμη, ἄν μιλήσεις μία φορά καί δέν πείσεις, κι ἄν συμβουλέψεις καί δεύτερη καί τρίτη καί πολλές φορές, μήν ἀποκάμεις νά ἐπαναλαμβάνεις τά ἴδια λόγια, χωρίς ὅμως δυσαρέσκεια, ἀλλά χαριτολογώντας.[27] Ὁ καλός δάσκαλος δέν κραυγάζει, δέν ὀργίζεται, δέν ἀποθηριώνεται· ἔχει ὑπομονή, ἐπιμονή καί ἐγκαρτέρηση. Δέ σέ ἔπεισα σήμερα, αὔριο ἴσως τά καταφέρω, ἄς ποῦμε στούς μαθητές μας. Ἀλλά ἄν ὄχι αὔριο, μπορεῖ καί μεθαύριο ἤ καί τήν ἑπομένη ἴσως. Αὐτός πού σήμερα ἄκουσε καί περιφρόνησε, ἴσως αὔριο ν’ἀκούσει τή διδασκαλία μας καί νά τήν ἀποδεχτεῖ. Ἤ κι ἀκόμη μετά ἀπό πολλές ἡμέρες νά προσέξει τά ὅσα τοῦ εἴπαμε. Γιατί καί ὁ ψαράς πολλές φορές κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας ἄδεια ἀνεβάζει τά δίκτυα του καί τό ἀπόγευμα λίγο προτοῦ ἐπιστρέψει τό λιμάνι πιάνει τό ψάρι πού ὅλη τήν ἡμέρα τοῦ ξέφευγε. Κι ὁ γεωργός ἀκόμη, ἐάν γιά χάρη τῶν κακῶν καιρικῶν συνθηκῶν πού τυχόν καί μιά καί δυό καί πολλές φορές καθημερινά προκύπτουν παρατήσει τή δουλειά του, ἀπό τήν πείνα θά πεθάνουμε ὅλοι.

              Κι ἴσως μέ ρωτήσετε: Πῶς θά τό ἐπιτύχουμε αὐτό; Κι ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι ἄνθρωποι εἴμαστε καί μπορεῖ νά θυμώσουμε. Σωστά, θά τό πετύχουμε αὐτό ἄν ὅσο περισσότερο γίνεται, ὁ λόγος μας νά εἶναι λόγος ἀνθρώπου, πού διδάσκει μᾶλλον παρά πού ἐλέγχει, πού παιδαγωγεῖ, παρά τιμωρεῖ, πού βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει, πού διορθώνει παρά πού ἐπεμβαίνει στή ζωή τοῦ ἄλλου.[28] Ὁ δάσκαλος προπάντων πρέπει νά διδάσκει καί νά παιδαγωγεῖ μέ πραότητα, διότι μία ψυχή πού ἔχει ἀνάγκη νά μάθει, δέν εἶναι δυνατό νά μάθει κάτι ὠφέλιμο ὅταν αὐτό προσφέρεται μέ θρασύτητα καί ἐριστικότητα. Ἀκόμη κι ἄν ἔχει τή διάθεση νά προσέξει θά αἰσθανθεῖ δύσκολα καί δέ θά μάθει τίποτε. Ἐκεῖνος πού θέλει νά μάθει κάτι ὠφέλιμο, πρίν ἀπ’ὅλα τ’ἄλλα πρέπει νά διάκειται εὐμενῶς πρός τόν δάσκαλο. Ὅπως εἶναι γνωστό, κανείς δέν αἰσθάνεται εὐχάριστα ἀπέναντι σ’ἐκεῖνον πού βρίζει μέ θράσος.[29]

           Βασίλειος: Νά ἐλέγχουμε μέ πολλή περίσκεψη, γιά νά μήν καταλήξουμε στό ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Νά μήν εἴμαστε αὐστηροί στίς ἐπιτιμήσεις μας καί νά μήν ἐλέγχουμε ἀμέσως καί μέ ἐμπάθεια, οὔτε νά καταδικάζουμε τόν ἄλλο γιά μικρά σφάλματα σάν νά εἴμαστε οἱ ἴδιοι ἀκριβοδίκαιοι. Ἐγώ κρίνω ὅτι κάνει τό ἴδιο σφάλμα κι ἐκεῖνος πού δέν ἐπιπλήττει τούς σφάλλοντες καί ἐκεῖνος πού εἶναι ὑπερβολικός στίς τιμωρίες.[30]

            Γρηγόριος: Στό φόβο ἄς ἀναμίξουμε τήν ἠπιότητα. Νά μετριάσουμε τήν ἀπειλή μέ τήν ἐλπίδα. Γνωρίζω πώς ἡ καλωσύνη ἐπιτυγχάνει πολλά καί παρακινεῖ στήν ἀνάλογη ἀνταπόδοση.[31]

            Ἰωάννης: Κι ἄν ἀκόμη οἱ ἔπαινοι δέν εἶναι ἀπολύτως δίκαιοι, χρησιμοποιοῦνται κατ’οἰκονομίαν, διότι προετοιμάζουν τό ἔδαφος γιά ν’ἀκολουθήσουν τά λόγια μας. Διότι ἐκεῖνος πού ἀπό τήν  ἀρχή ἀπευθύνει συστάσεις πού δυσαρεστοῦν, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά μήν τόν ἀκοῦν οἱ ἀδύνατοι κατά τή θέληση.[32] Γενικά, τίς προτροπές πρός τό καλό νά τίς κάνουμε μαζί μέ ἐπαίνους, διότι ἔτσι γίνονται καί εὐπρόσδεκτες, ὅταν δηλαδή ὑποκινοῦμε τό ζῆλο αὐτῶν τῶν ἴδιων πού συμβουλεύουμε.[33] Πές του, γιά παράδειγμα, ἕνα μικρό ἔπαινο, πού μπορεῖς νά πλέξεις ἀπό τά ἄλλα προτερήματα πού ἔχει. Ἔτσι, ἀφοῦ τόν περιβάλλεις μέ θερμά λόγια, προχώρησε στή θεραπεία τῆς πληγῆς… Κατηγόρησε τό ἀνθρώπινο γένος, στό ὁποῖο ἀνήκουμε ὅλοι, τόνισε ὅτι ὅλοι ζοῦμε μέσα στήν ἁμαρτία… Ἔπειτα, ὅταν συμβουλεύεις, νά μή διατάζεις, ἀλλά νά συμβουλεύεις ἀδελφικά. Καί ἀφοῦ μέ ὅλα αὐτά καταπραῢνεις τή φλεγμονή καί ἀνακουφίσεις τόν πόνο, πού θά προκαλέσει ὁ ἔλεγχος πού θά ἀκολουθήσει…, καί τόν παρακαλέσεις νά μή θυμώσει, τότε ἄνοιξε τήν πληγή, φανέρωσε, δηλαδή, τό σφάλμα του, ἀλλά μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε οὔτε νά τόν καταπιέζεις, γιατί θά ἀντιδράσει καί θά φύγει, οὔτε νά τόν ἀποκοιμίζεις, γιατί τότε θά δείξει ἀδιαφορία καί περιφρόνηση. Διότι ἄν δέν ἐνεργήσεις ἀποτελεσματικά, δέ θά πετύχεις τίποτε· ἄν πάλι ἐλέγξεις μέ σφοδρότητα, θά τοῦ δώσεις ἀφορμή νά ἀγανακτήσει καί νά φύγει. Γι’ αὐτό καί μετά ἀπό ὅλα αὐτά, ὅταν πρόκειται νά ἐλέγξεις, νά συνδυάζεις τούς ἐλέγχους καί πάλι τόν ἔπαινο.[34]

              Νά δώσουμε πολλή σημασία στήν ἐνθάρρυνση. Ἐκεῖνος πού δέν κατόρθωσε ἀπολύτως τίποτε, γίνεται ὀκνηρός καί χάνει γρήγορα τό θάρρος του. Ἐκεῖνος ὅμως πού συνειδητοποίησε ὅτι ἐκτέλεσε μέ ἐπιτυχία ἔστω μία ἐντολή, παίρνοντας ἀπ’ αὐτή θάρρος, θά προχωρήσει μέ μεγαλύτερο ζῆλο πρός τήν πραγματοποίηση καί τῶν ὑπολοίπων.[35]

              Ὅσο γιά τίς τιμωρίες, πρέπει νά ἐξετάζουμε μέ μεγάλη ἀκρίβεια καί νά μήν καταδικάζουμε αὐτούς πού σφάλλουν μόνο ἀπό ὅσα ἀκούσαμε, οὔτε νά βγάζουμε ἀποφάσεις χωρίς ἀποδείξεις.[36] Δέν εἶναι μικρή παρηγοριά τό νά γνωρίζεις καί νά συναισθάνεσαι ὅτι τιμωρεῖσαι δίκαια.[37]

             Βασίλειος: Κυρίως δέν πρέπει νά ὀργιζόμαστε ἐναντίον ἐκείνων πού σφάλλουν, διότι αὐτό δείχνει ἐμπάθεια. Ἰδιαίτερα νά προσέχουμε νά μή γινόμαστε πιό αὐστηροί ὅταν ἔχουν προσβάλλει ἐμᾶς τούς ἴδιους.[38]

              Ἰωάννης: Κι ὁπωσδήποτε ἄς εἴμαστε φειδωλοί στίς τιμωρίες. Ἄν τό παιδί μάθει νά παιδαγωγεῖται μόνο μέ τήν τιμωρία, θά μάθει νά περιφρονεῖ τίς τιμωρίες καί τότε ὅλα πᾶνε χαμένα… Ἐπίσης ἡ ἀπειλή τότε εἶναι ἀποτελεσματική ὅταν τό παιδί πιστεύει ὅτι θά πραγματοποιηθεῖ… Ὅταν δεῖς ὅμως ὅτι ὁ φόβος τόν ὠφέλησε, χαλάρωσε τήν αὐστηρότητα, διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἀνάγκη καί ἀπό ἐπιείκεια.[39] Ἄς ἀπορρίψουμε λοιπόν τήν παιδαγωγική τοῦ φόβου. Δέν εἶναι δυνατό νά γίνει κανείς κάποιος καλός μέ τή βία. Ἐκεῖνος πού ἔγινε καλός μέ τήν καταπίεση, δέ θά μείνει πάντοτε καλός! Ἀλλά μόλις ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόν καταναγκασμό, θά ἐπιστρέψει στίς κακές του συνήθειες. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνος πού παιδαγωγεῖται μέ τέτοιον τρόπο, ὥστε νά γίνει καλός μέ τήν ἐλεύθερη ἀπόφασή του, ἀφοῦ θά γίνει καλός, θά μείνει στό καλό ἀμετακίνητος.[40]

             Γρηγόριος : Καλό εἶναι νά τιμωρεῖται ὁ μαθητής γιά νά ἀποφεύγει δεύτερο σφάλμα. [41]

             Ἰωάννης: Ἄν δέν ἐπιτιμᾶμε τούς μαθητές πού σφάλουν, εἶναι ἐπιζήμιο καί γιά τό δάσκαλο καί γιά τό μαθητή. Νά φοβᾶται μέν πάντοτε μήπως φάει ξύλο, ἀλλά νά μή δέρνεται! Νά ἀπειλεῖται μέ μαστίγιο, ἀλλά νή μήν τίς τρώει! Κάθε ἀπειλή νά μή φθάνει στό νά πραγματοποιηθεῖ! [42] ’Εξάλλου, ποιός ἔμαθε γράμματα χωρίς φόβο; Νά συμβουλεύουμε μέ πολλή ἀγάπη, μέ πραότητα καί ἐπιείκεια κι ὅταν τό παιδί εἶναι ἤρεμο. Νά προηγεῖται ὁ ἔπαινος καί ν’ἀκολουθεῖ ἡ συμβουλή. Ἀντί νά συμβουλεύουμε, μποροῦμε νά μακαρίζουμε ἐκείνους πού ἔχουν τήν ἀντίθετη μέ τήν κακία τοῦ παιδιοῦ, ἀρετή. Μέ τόν τρόπο αὐτό, λέμε αὐτό πού ἐπιθυμοῦμε, χωρίς νά θίγουμε ἐκεῖνον πού ἀκούει, ἐφόσον δέν ἀναφερόμαστε προσωπικά σ’αὐτόν καί στό παράπτωμά του. Τό παιδί πού θά ἀντιδράσει καί σ’ αὐτόν τόν τρόπο, εἶναι βέβαιο ὅτι πολύ περισσότερο θά ἀντιδράσει στή συμβουλή πού θά τοῦ ἀπευθύνουμε προσωπικά σ’αὐτό.

              Ἐπιπλέον, γιά μερικά πράγματα πρέπει νά διδάσκουμε τά παιδιά καί νά δίνουμε ὁδηγίες καί γιά ἄλλα πρέπει νά δίνουμε ἐντολές. Ἄν λοιπόν διατάζουμε ἐκεῖ  πού νά συμβουλέψουμε ἤ συμβουλεύουμε, ὅταν εἶναι ἀνάγκη νά διατάξουμε, θά γίνουμε καταγέλαστοι!

             Τέλος, ἄς μήν ξεχνᾶμε ποτέ ὅτι ἡ συμβουλή μας πρέπει νά συνοδεύεται καί ἀπό προσευχή! Οἱ συμβουλές πού ἐμπνεέονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί στηρίζονται στήν Ἁγία Γραφή, εἶναι οἱ ἀποτελεσματικότερες! Ὕστερα, ὁ δάσκαλος δέν πρέπει μόνο νά παροτρύνει στό καλό, ἀλλά καί νά προσεύχεται καί νά βοηθεῖ μέ τή θερμή δέησή του, ὥστε νά μήν καταποντισθοῦν οἱ μαθητές του, οὔτε νά παρασυρθοῦν ἀπό τά ἀπατηλά συνθήματα. Αὐτός πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τό κακό μέ τρόπο θαυμαστό, πού δέν μπορεῖ νά τόν κατανοήσει ἀνθρώπινος νοῦς, αὐτός ἔχει τή δύναμη νά μᾶς διαφυλάξει καί νά μᾶς διασφαλίσει –κι ἐμᾶς καί τά παιδιά- ἀπό κάθε κακό.

              Βασίλειος: Ἀσφαλῶς! Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει ἁπλῶς καί μόνο νά ἐξαλειφθεῖ πάσῃ θυσίᾳ ἡ κακή συμπεριφορά, ἀλλά νά δώσουμε σημασία στήν προσωπικότητα τοῦ παιδιοῦ. Διότι πρόκειται γιά εἰκόνα Θεοῦ. Γιά παράδειγμα, ὅταν μᾶς ρωτᾶ κάτι δέν πρέπει νά ἀπαντοῦμε ἀπρόθυμα, διότι αὐτό δείχνει περιφρόνηση πρός τόν ἀδελφό μας καί ἔτσι προσβολή πρός τόν Θεό.[43] Καί μιά κι ἔχουμε πληροφορίες καί γιά ρατσιστική συμπεριφορά πρός κάποιους μαθητές μας ἀπό συμμαθητές τους, ἄς κάνουμε εἰδικά μαθήματα στούς μαθητές μας γιά νά ἐξαφανισθοῦν ἐντελῶς οἱ φυλατικές αὐτές διακρίσεις. Γιατί γνωρίζουμε τούς ἑαυτούς μας καί καταλαβαίνουμε ὅτι ὑπάρχει ὁμοτιμία τοῦ ἑνός ἀνθρώπου πρός τούς ἄλλους καί αὐτό προέρχεται ἀπό τή φύση του. Γιά μᾶς τούς χριστιανούς δέ συνιστᾶ ὑπεροχή τό γένος ἤ ἡ καταγωγή, οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε τό χρῶμα  καί ἡ κατασκευή τοῦ σώματος, ἀλλά ὑπεροχή συνιστᾶ ὁ βαθμός τοῦ φόβου πού ἔχουμε πρός τόν Θεό. [44] Ἡ μόνη διάκριση πού ἐπιτρέπεται στή χριστιανική κοινωνία εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὁ βαθμός τῆς ἀρετῆς, ὁ βαθμός τῆς τελειώσεως καί τοῦ ἁγιασμοῦ. Ὅποιος πλεονεκτεῖ σ’αὐτά πράγματι εἶναι ξεχωριστός στά μάτια τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Κατά τά ἄλλα, οἱ πάντες εἴμαστε συγγενεῖς, ὅλοι ἀδέλφια, παιδιά ἑνός Πατέρα, τοῦ Θεοῦ.[45]

              Ἰωάννης: Πολλοί μαθητές μας παραπονιοῦνται πώς τούς φερόμαστε μέ τρόπο πού μᾶς κάνει ἀνάξιους σεβασμοῦ. Κι ἔχουν δίκιο γιατί ἐμεῖς εἴμαστε πρότυπο γι’ αὐτούς κι ἐκεῖνοι προσπαθοῦν νά ἐξομοιώσουν τή συμπεριφορά τους μέ τή δική μας.[46]

               Βασίλειος : Πράγματι, εἶναι καθοριστική ἡ δύναμη τοῦ παραδείγματος. Ἡ ἀξιοπιστία τοῦ δασκάλου καθιστᾶ εὐπρόσδεκτο τό λόγο του καί προετοιμάζει τούς μαθητές νά προσέξουν περισσότερο.[47] Εἶναι γενική ἀρχή, ὅτι ἐκεῖνος πού ἄρχεται, γίνεται ὅ,τι κι ἐκεῖνος πού ἐπιστατεῖ καί ἄρχει. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού παιδαγωγεῖ πρέπει νά θυμᾶται τήν ἐντολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: “Τύπος γίνου τῶν πιστῶν”, παρέχοντας ὡς ὑπόδειγμα τή δική του ζωή. Ἀκόμη κι ὅταν σιωπᾶ ὁ δάσκαλος, τό παράδειγμα τῶν ἔργων του θά εἶναι διδασκαλία, ἰσχυρότερη ἀπό κάθε προφορικό λόγο.

               Γρηγόριος: Ἄριστη διδασκαλία εἶναι τό νά διδάσκεται κανείς μέ ἔργα καί λόγια κι ὄχι μόνο μέ λόγια. Ἤ νά μή διδάσκεις καθόλου ἤ νά διδάσκεις μέ τή συμπεριφορά σου. Νά μήν προσελκύεις μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο νά ἀπωθεῖς. Θά ‘χεις λιγότερη ἀνάγκη ἀπό λόγια, ὅταν πράττεις ἐκεῖνα πού πρέπει· ὁ ζωγράφος διδάσκει πιό πολύ μέ τίς ἀνάγλυφες εἰκόνες του.[48] Νά γίνεις σοφός, γιά νά κάνεις τούς ἄλλους σοφούς. Νά γίνεις φῶς, γιά νά φωτίζεις. Ν’ἀγγίξεις τό Θεό, γιά νά φέρεις κι ἄλλους σ’ Αὐτόν. Ν’ ἁγιαστεῖς, γιά νά ἁγιάσεις…

              Ἰωάννης: Ἐκεῖνος πού διδάσκει ἄλλους, ἄν δέν ὠφελεῖται τίποτε ἄλλο, τουλάχιστον λέγοντας συγκινεῖται βαθιά, καί μάλιστα ὅταν βλέπει ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος γι’αὐτά γιά τά ὁποῖα ἐπικρίνει τούς ἄλλους.[49] Ποιό εἶναι λοιπόν τό ὄφελος τῆς διδασκαλίας ὅταν δέ διδάσκουμε καί δέν διορθώνουμε τούς ἑαυτούς μας;[50] Ὁ δάσκαλος πρέπει πρῶτα νά εἶναι δάσκαλος τοῦ ἑαυτοῦ του καί μετά τῶν ἄλλων. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ στρατηγός, ἄν δέν γίνει προηγουμένως ἄριστος στρατιώτης, δέν θά μπορέσει ποτέ νά γίνει στρατηγός, ἔτσι καί ὁ δάσκαλος.[51]

 
ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΘΗΤΗ

            Γρηγόριος: Ἡ ἀγάπη μας πρός τό μαθητή πρέπει  νά ἔχει δυό διαστάσεις. Ἡ μιά ὁπλίζει τό δάσκαλο μέ ὑπομονή καί αἰσιοδοξία κι ἡ ἄλλη ἀσκεῖ μεγάλη μορφωτική ἐπίδραση στίς ψυχές τῶν παιδιῶν. Τίποτε δέν προσελκύει τό μαθητή περισσότερο, ἀπό τό νά αἰσθάνεται ὅτι ὁ δάσκαλός του τόν ἀγαπᾶ καί φροντίζει γι’ αὐτόν. Ἐνθουσιάζεται ὁ μαθητής, ὅταν βλέπει πώς ὁ δάσκαλος τόν πλησιάζει καί δέν τόν περιφρονεῖ.

             Ναί, ἀναμφίβολα, εἶναι μεγάλος δάσκαλος ἡ ἀγάπη, τονίζει ὁ Χρυσόστομος. Εἶναι ἰκανή κι ἀπό τήν πλάνη νά ἀπομακρύνει καί τή συμπεριφορά νά διορθώσει καί σέ ἀνώτερη ζωή νά ὁδηγήσει. Ἡ ἀγάπη δέν κάνει τίποτε ἄσχημο, ἀλλά μέ τά χρυσά της φτερά, σκεπάζει τά σφάλματα τῶν ἀγαπημένων. Ἡ ἀγάπη δέν παραχωρεῖ τό περίσσευμα, ἀλλά χαρίζει τόν ἑαυτό της.

 
«ΕΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑ ΚΥΡΙΟΥ»
 
             Ιωάννης: Ἐπιτρέψτε μου νά προσθέσω καί κάτι ἀκόμη. Νομίζω ὅτι πρέπει νά ἐπιστήσουμε τήν προσοχή των γονέων ὄχι μόνο νά ἐκπαιδεύουν τά παιδιά τους στίς τέχνες καί τό σχολεῖο, ἀλλά καί νά τά ἐκπαιδεύουν “ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου”. Νά προσέχουν τίς συναναστροφές τους, γιά νά ἐλέγχουν τί λέγεται ἐκεῖ καί τί μαθαίνει τό παιδί. Δέν πρέπει ν’ἀφήσουν τόν ὁποιοδήποτε νά γίνει οἰκοδόμος τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τῶν παιδιῶν τους. Νά τούς προτείνουμε νά τούς διαβάζουν διηγήσεις ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Δέν ἐπιτρέπεται στά παιδιά νά τρέφονται μέ παραμύθια μωρά κατάλληλα γιά γριές. Π.χ. τί ἔκανε ὁ ἕνας καί τί ἀνταπέδωσε ὁ ἄλλος. Νά διηγούμαστε ἱστορίες ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, π.χ. τοῦ Κάιν καί τοῦ Ἄβελ καί μάλιστα νά καταγλυκαίνουμε τή διήγηση, ὥστε νά τή δέχεται τό παιδί καί νά αἰσθάνεται χαρά καί τερπνότητα. Νά τά ἐπαναλαμβάνουμε συχνά καί μάλιστα ὅταν καταλάβει τό διήγημα, τότε νά τοῦ ποῦμε: “Βλέπεις πόσο κακό εἶναι ἡ γαστριμαργία; Βλέπεις πόσο κακό εἶναι νά φθονεῖς τόν ἀδελφό σου;”

                Ὅταν μεγαλώσει νά λές καί “φοβερότερα διηγήματα”. Ὅταν εἶναι σέ ἁπαλή ἡλικία, νά μήν τό φορτώνεις μέ τόσο μεγάλο βάρος τό παιδί. Ὅταν φθάσει σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν καί περισσότερο ἄς ἀκούει καί γιά τή γέννα. Ὅταν φθάσει τά δεκαοκτώ μίλησέ του γιά τόν κατακλυσμό, γιά τά Σόδομα, γιά τά γεγονότα τῆς Αἰγύπτου, ὅσα εἶναι γεμάτα τιμωρίες. Μάλιστα νά τά διηγεῖσαι ἐκτεταμένα, μέ κάθε λεπτομέρεια. Ὅταν μεγαλώσει περισσότερο νά τοῦ μιλήσεις γιά τήν Καινή Διαθήκη, γιά τή χάρη, γιά τήν καταδίκη. Μέ τέτοια λόγια νά περιφράσσεις τήν ἀκοή του καί μέσα ἀπό τό σπίτι σου νά τοῦ παρέχεις τά ὑποδείγματα.[52]

                  Βασίλειος: Συμφωνῶ ἀπολύτως! Οἱ ἱστορίες τῶν Γραφῶν εἶναι τό κατάλληλο φάρμακο γιά τά ἀρρωστήματά μας.  Ὁ φίλος τῆς σωφροσύνης ἀνοίγει τήν ἱστορία τοῦ Ἰωσήφ καί διδάσκεται ἀπ’αὐτές τίς σώφρονες πράξεις… Τό ἴδιο μπορεῖ νά διδαχθεῖ κι ἀπό τόν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ἦταν σταθερός σέ ὅλες τίς καταστάσεις. Μέ δυό λόγια, ὅπως οἱ ζωγράφοι , ὅταν ζωγραφίζουν εἰκόνες ἀπό πρότυπα προσπαθοῦν νά μεταφέρουν τό χαρακτήρα τοῦ προτύπου στό καλλιτέχνημά τους, ἔτσι καί ὅποιος προσπαθεῖ νά καταστήσει τόν ἑαυτό του τέλειο σέ κάθε εἶδος ἀρετῆς, πρέπει νά προσβλέπει στούς βίους τῶν ἁγίων, σάν ἀγάλματα κινούμενα καί δρῶντα καί νά οἰκειοποεῖται τήν ἀγαθότητά τους μέ τή μίμηση”.[53]

               Βασίλειος: Ἀλλά καί ἡ προσευχή, ἰδιαιτέρως ἡ κοινή προσευχή τῶν παιδιῶν μέ τούς γονεῖς καί τούς δασκάλους, δημιουργεῖ καί ἀναπτύσσει τήν ἀγάπη καί τήν ἀδελφοσύνη, μεταξύ αὐτῶν πού προσεύχονται.

              Ἰωάννης: Ἀσφαλῶς. Μά καί ἡ ἐκκλησιαστική μουσική ἔχει μεγάλη μορφωτική δύναμη. Ἄν παιδεύσουμε τή γλώσσα τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ νέου νά ψάλλει, θά ντραπεῖ μετά ἡ ψυχή του νά ἐπιθυμήσει τά ἀντίθετα.

 Ἐπαγγελματικός προσανατολισμός.

             Γρηγόριος: Ὅμως, πρέπει νά ἐνδιαφερθοῦμε καί τό μέλλον τῶν μαθητῶν μας.Ὁ δάσκαλος ὀφείλει νά διακρίνει ἐγκαίρως τίς κλίσεις τῶν μαθητῶν του καί νά ὑποδεικνύει, ὅταν φθάσουν στήν κατάλληλη ἡλικία, ποιόν κλάδο καί ποιό ἐπάγγελμα ν’ἀκολουθήσουν, ἀφοῦ ὅ,τι γίνεται μέ τίς ὑποδείξεις τῆς φύσης πετυχαίνει, ἐνῶ ὅ,τι εἶναι ἀντίθετο μ’αὐτήν, ἀποτυχαίνει.[54]

             Στήν Ἀθήνα ὑπῆρχε ἕνας παλιός νόμος, κατά τή γνώμη  μου πάρα πολύ καλός, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο, οἱ νέοι μόλις ἔφταναν στήν ἐφηβική ἡλικία καί γίνονταν κατάλληλοι  γιά ν’ἀκολουθήσουν τά διάφορα ἐπαγγέλματα, τούς κατηύθυναν σ’αὐτά μέ τόν ἑξῆς τρόπο: Ἔκαναν μιά δημόσια ἔκθεση μέ τά ἐργαλεῖα τοῦ κάθε ἐπαγγέλματος καί ὁδηγοῦσαν τούς νέους μπροστά σ’αὐτά. Ἀνάλογα μέ τό ἐργαλεῖο γιά τό ὁποῖο τύχαινε νά ἐκδηλώσει ὁ καθένας τή χαρά του, αὐτό τό ἐπάγγελμα τούς μάθαιναν, γιατί ἐκεῖνο πού εἶναι σύμφωνο μέ τή φύση μας στέφεται μέ ἐπιτυχία. Ἀντίθετα, ὅποιο δέν ταιριάζει στή φύση μας τόν κάνει ἀποτυχημένο. Γι’ αὐτό νά φροντίσουμε κι ἐμεῖς νά διακρίνουμε καί νά καλλιεργήσουμε τίς ἰδιαίτερες κλίσεις  τῶν μαθητῶν μας, νά τούς παροτρύνουμε νά ἀσχολοῦνται μ’αὐτά πού ταιριάζουν πρός αὐτές καί νά μήν ἀσχολοῦνται μέ περιττά, γιατί θ’ἀποτύχουν, διότι ὅπως λέει κι ἡ παροιμία, ἡ ποίηση δέ θέλει ν’ἀσχολεῖται μαζί της ἐκεῖνος πού ξέρει νά ὁδηγεῖ τά ἄλογα, γιατί θ’ἀποτύχει καί στά δυό.

 ΑΜΟΙΒΕΣ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ

              Βασίλειος: Ὡραῖα. Νομίζω ὅτι ἀρκετά εἴπαμε. Πρίν φθάσουμε στό τέλος τῆς συνεδρίασής μας, θά ἤθελα ἐπίσης νά σᾶς ἐνημερώσω ὅτι τήν ἐρχόμενη ἑβδομάδα θά ἔχουμε ἀπεργία. Τά αἰτήματα εἶναι πολλά καί κυρίως ζητοῦμε αὔξηση τῶν δαπανῶν γιά τήν Παιδεία καί βελτίωση τῶν μισθῶν τῶν δασκάλων.

            Ἰωάννης: Θά πρέπει νά θυμίσουμε στούς κυβερνῶντες, νά μή ζητοῦν μόνο κόπους καί θυσίες ἀπό τούς δασκάλους. Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀγωνισθοῦμε γιά νά ἔχουν οἱ δάσκαλοι κάθε βαθμίδας ἰκανοποιητικές χρηματικές ἀμοιβές, καί μέ ἀφθονία μάλιστα, γιά νά μήν ἀσχολοῦνται μέ ἄλλα πάρεργα, προσπαθῶντας νά ἐξασφαλίσουν τή ζωή τῆς οἰκογενείας τους καί παραμελῶντας τό σημαντικό πνευματικό τους ἔργο[55].

              Βέβαια ποτέ δέν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ καλύτερη ἀμοιβή γιά τό δάσκαλο δέν εἶναι ὁ μισθός του, ἀλλά ἡ ποιότητα τῶν μαθητῶν του.

             Γρηγόριος: Πρίν τελειώσουμε, σᾶς παρακαλῶ νά ἑτοιμάσετε ἐγκαίρως τίς εἰσηγήσεις  σας γιά τήν ἑπόμενη συνεδρίαση.

+Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Μαυρολέων, Δάσκαλος, Πυλές Καρπάθου
 
=====================
1.Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄνθρωπος, «ΖΩΗ»1979
 2. Γεωργίου Σωτηρίου, Οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες, 1999.
 3.Πρωτ. Βασιλείου Θερμοῦ, Τρεῖς Ἱεράρχες καί Παιδεία: ἔξοδος στή ζωή, «ΔΙΑΒΑΣΗ» τ.35
 4.Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.
 5.Ἀθαν. Σαπουνᾶ, Ἡ παιδαγωγική σκέψη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, «ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΖΩΗ», τ.46
 6.Ἀγγελική καί Ἀλεξ. Καριώτογλου, Ζωντανό σχολεῖο, «ΑΚΡΙΤΑΣ».
 7.Περιοδικό “ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ” διάφορα τεύχη.
 

--------------------------------------------------------------------------------

[1] Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄνθρωπος, σ. 268
 
[2] Ἐφεσ. β’ 19
 
[3] Ἁγ.Γρηγ.Θεολόγου, Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μ.Βασίλειον. κεφ. 48
 
[4] ΕΠΕ 6, σ.234
 
[5] MIGNE 31,216
 
[6] MIGNE31, 344
 
[7] MIGNE 30, 253
 
[8] MIGNE 30, 253
 
[9] Μεγ.Βασιλείου, Ὅροι κατά πλάτος, Β’, ιε΄, 4, ΕΠΕ 8, 259
 
[10] Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, 3, ΕΠΕ 7, 327.
 
[11] Περί κενοδοξίας, 20, ΕΠΕ 30, 640.
 
[12] Ἰωάν. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία Γ΄ «’Εν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος».
 
[13] Ἰωάν. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία «Πῶς δεῖ τούς παῖδας ἀνατρέφειν».
 
[14] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 24ος P.G. 35,1188
 
[15] Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες καί τά σημερινά σχολεῖα μας, Διονυσίου Παλημέρη, Ἐνοριακός Λόγος Ἁγ.Παρασκευῆς Μάνδρας τ.8, Φε.1998
 
[16] ὅ.π.
 
[17] Μεγ. Βασιλείου, Λόγος περί τοῦ ἁγ.Πνεύματος.
 
[18] Γρηγορίου, Λόγος ἀπολογητικός Β’ MIGNE Ε.Π. 35, 453.
 
[19] Μεγ. Βασιλείου, Ὅροι κατά πλάτος, ἀπόκρισις εἰς τήν ἐρώτησιν ιε’ PG 31, 63
 
[20] Μ.Βασιλείου, Ὁμιλία Ε΄στήν ἑξαήμερο. MIGNE Ε.Π.29, 117
 
[21] Ἰω.Χρυσοστόμου, Περί Δαβίδ καί Σαούλ. Ὁμιλία Α΄
 
[22] Γ.Τσαμπῆ,Ἡ Παιδεία εἰς τό Βυζάντιον. Ι. Αἱ περί ἀγωγῆς ἀντιλήψεις τῶν Βυζαντινῶν, σ.142
 
[23] Φ. Κουκουλέ, Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, 1952, σ.9
 
[24] Βασίλειος
 
[25] Ὅροι κατ’ἐπιτομήν, 113, ΕΠΕ 9, 143.
 
[26] Λόγος β, 30-32, ΕΠΕ 1, 111-113.
 
[27] Ὁμιλία λ’ εἰς τό κατά Ματθαῖον, 5, ΕΠΕ 10, 329.
 
[28] Ὁμιλία κη’ εἰς Β’ Κορινθίους, 3, ΕΠΕ 20,95.
 
[29] Ὁμιλία στ’ εἰς Β’ πρός Τιμόθεον,2, ΕΠΕ 23, 571.
 
[30] Περί ταπεινοφροσύνης, 7, ΕΠΕ 6, 129.
 
[31] Λόγος ιζ’, 10, ΕΠΕ 5, 387.
 
[32] Ὁμιλία β’ εἰς Α’ Κορινθίους, 1, ΕΠΕ 18, 41.
 
[33] Ὁμιλία θ’ εἰς πρός Φιλιππισίους, 1, ΕΠΕ 21, 565.
 
[34] ἸωΧρυσ. Εἰς τήν  Α’Κορ. ὁμιλ.ΜΔ’, 7, ΕΠΕ 18Α, 760, 762
 
[35] Ὁμιλία ε’ εἰς Ἀνδριάντας, 7, ΕΠΕ, 32, 143.
 
[36] Ὁμιλία μβ’ εἰς τήν Γένεσιν, 3, ΕΠΕ 4, 23.
 
[37] Ὅτι ἐκ ραθυμίας ἡ κακία…, 5, ΕΠΕ 31, 125.
 
[38] Ὅροι κατά πλάτος, Β’, 50-51, ΕΠΕ 8, 389-391.
 
[39] Περί κενοδοξίας καί ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, 30, ΕΠΕ 30, 651.
 
[40] Ὁμιλία εἰς τόν θ’ψαλμόν, 7, ΕΠΕ 8, 119.
 
[41] Φ. Κουκουλέ, Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, 1952, σ.16
 
[42] Περί κενοδοξίας καί ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, 30, ΕΠΕ 30, 650.
 
[43] Λόγος ἀσκητικός α, 8, ΕΠΕ 8, 119.
 
[44] Μ.Βασ. Ἐπιστολή 262, Τόμ. Γ’ σ.119
 
[45] ΜIGNE 31, 1441.
 
[46] Περί ἱερωσύνης λόγος γ’,13,ΕΠΕ 28, 149.
 
[47] Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, 2, ΕΠΕ 7, 363.
 
[48] Γρηγορίου, ΛΓ’ Γνωμολογία τετράστιχος, ΒΕΠ τόμ. 61 ἔκδ.Ἀποστολ.Διακονίας, 1981
 
[49] Ὁμιλία ε’ εἰς Β’ πρός Θεσσαλονικεῖς, 5, ΕΠΕ 23,113.
 
[50] Ὁμιλία ζ’ εἰς πρός Ρωμαίους, 2, ΕΠΕ 168, 477.
 
[51]  Ὁμιλία ε’ εἰς Α’ πρός Τιμόθεον, 1, ΕΠΕ 23,203.
 
[52] Ἰω. Χρυσ. ΕΠΕ 30, σσ. 654-668, 670
 
[53] Πρός τόν φίλον Γρηγόριον, ΕΠΕ, τ.1ος, σελ. 66-69
 
[54] Φ. Κουκουλέ, Οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς παιδαγωγοί, 1952, σ.10-11
 
[55] Ὁμιλία ιε’πρός Α΄πρός Τιμόθεον, 2, ΕΠΕ 23, 389

πηγή http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/01/blog-post_29.html

Τρεις Ιεράρχες

Τρεις Ιεράρχες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
 
Τρεις Ιεράρχες

Με την ονομασία Τρεις Ιεράρχες αναφέρονται τρεις επιφανείς άγιοι και θεολόγοι της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας, προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Βασίλειος ο Μέγας και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ή Θεολόγος.
Αναδείχθηκαν πατέρες της Εκκλησίας και άγιοι. Η σοφία και η δράση τους τους έδωσε τον τίτλο των μεγίστων φωστήρων, όπως ψέλνεται και στο τροπάριό τους: «Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος...».

Πίνακας περιεχομένων

Η καθιέρωση της εκκλησιαστικής εορτής των Τριών Ιεραρχών

ΟΙ εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιερώθηκε στα μέσα του 11ου αιώνα και στα χρόνια του Κωνσταντίνου Θ' Μονομάχου ή του Αλέξιου Α΄Κομνηνού από τον μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα ο οποίος συνέθεσε τμήμα τουλάχιστον της ακολουθίας για τους τρεις αγίους της Εκκλησίας[1]. Στην ακολουθία ο Μαυρόπους υμνεί τη σημασία του έργου και την ποιότητα της δράσης τους και τονίζει τη σχέση της τριανδρίας με τον τρισυπόστατο Θεό για την Ορθόδοξη Εκκλησία[2]. Οι απαρχές της εορτής πρέπει να εντοπισθούν σε μια περίοδο «διανοητικού αναβρασμού»[3]. Είναι η εποχή που ο Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος αναδιοργάνωνε τη Νομική Σχολή της Κωνσταντινούπολης η οποία κατάρτιζε τα μελλοντικά στελέχη της Βυζαντινής διοίκησης, στελεχώνοντας την Σχολή με λόγιους όχι αριστοκρατικής καταγωγής: σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ιωάννης Ξιφιλίνος και ο Ιωάννης Μαυρόπους. Οι μεταρρυθμίσεις που ο Κωνσταντίνος Θ΄ προωθούσε και με τις οποίες ταυτίστηκε ο Ψελλός και η ομάδα του τους εξανάγκασε έναν-έναν σε παραίτηση στη συνέχεια[4]. Πράγματι, οι συνεχείς επιθέσεις εκ μέρους του παλιού δικαστή Οφρυδά ήταν μια έκφραση δυσαρέσκειας για τον τρόπο στέρησης του ελέγχου της νομικής εκπαίδευσης εκ μέρους των καθημερινών εργατών του νόμου, της συντεχνίας των συμβολαιογράφων[5]. Τα πνευματικά ενδιαφέροντα των Ψελλού και Ιωάννη Ιταλού και ο προσανατολισμός τους στην θύραθεν σκέψη προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας η οποία επιθυμεί να ελέγξει την εκπαίδευση και να την απαλλάξει από τα όποια περιττά της στοιχεία. Οι τρεις άγιοι εμφανίζονται μαζί το 1066 στο Ψαλτήριο Θεοδώρου και σε όλη τη διάρκεια του 11ου αιώνα όλο και πιο συχνά σε εικονογραφημένα χειρόγραφα. Στα Ευχάιτα πρέπει να καθιερώθηκε για πρώτη φορά η εορτή όταν ήταν εκεί ο Μαυρόποδας μητροπολίτης. Η μνήμη των Τριών Ιεραρχών έρχεται να συμβολίσει μεταφορικά την Αγία Τριάδα και τον ρόλο των τριών πατέρων στη διαμόρφωση του τριαδικού δόγματος και να υποδηλώσει τα όρια προσέγγισης του ελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού.

H ιστορία καθιέρωσης της εορτής της εκπαίδευσης

Πριν την ίδρυση του Ελληνικού κράτους

Η αυτονόμηση της εορτής από το εκκλησιαστικό πλαίσιο και η θεσμοθέτησή της ως σχολικής εκδήλωσης δεν αναφέρεται πριν από τον 19ο αιώνα. Προηγείται αυτής, σύμφωνα με την ιστορικό Έφη Γαζή, η τέλεση μνημοσύνου την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, για τους χορηγούς σχολείων στη συνοικία Σταυροδρόμι της Κωνσταντινούπολης από τον Πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ το 1805. Άλλη μια αναφορά υπάρχει για την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και τον εορτασμό κατά την 30η Ιανουαρίου της μνήμης των ευεργετών και συνδρομητών του σχολείου από το 1812-1813. Στην Ιόνιο Ακαδημία οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται και τιμώνται ως οι προστάτες της από τη σύστασή της (1824-1826)[6].

Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους

Οι διαδικασίες καθιέρωσης της εορτής ως εκπαιδευτικής συνδέονται με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν σε συνεδρίαση του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου στις 9 Αυγούστου του 1841, η οποία πραγματοποιήθηκε με αφορμή τον θάνατο του καθηγητή του ιδρύματος Δημήτριου Μαυροκορδάτου και δωρεάς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών της οικίας του θανόντος από τον πατέρα του, θέλησαν να τον τιμήσουν. Τελικά προκρίθηκε η καθιέρωση μνημοσύνου υπέρ των ευεργετών του Πανεπιστημίου κατά την εκκλησιαστική εορτή των Τριών Ιεραρχών. Ο πρώτος εορτασμός-μνημόσυνο πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1842.[7]. Η πραγματική θεσμοθέτηση της εορτής όμως θα καθυστερήσει: θα πραγματοποιηθεί το 1911 όταν το ανώτατο αυτό ακαδημαϊκό ίδρυμα θα αποκτήσει τον καινούργιο οργανισμό του και μέσα σ΄ αυτόν θα προσδιορίσει και τις εορτές του[8].

Εκκλησιαστικοπολιτικές και ιδεολογικές παράμετροι της καθιέρωσης της εκπαιδευτικής εορτής

Είναι η εποχή που το ζήτημα της αυτοκεφαλίας της Ελλαδικής Εκκλησίας και των συνακόλουθων αντιδράσεων αποτελεί μείζον πολιτικό θέμα. Οι σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Φαναρίου, αλλά και Ελληνικού Βασιλείου και Ρωσίας είναι ψυχρές έως τεταμένες. Παράλληλα είχαν αρθρωθεί επιφυλάξεις για τον ρόλο του νεοπαγούς θεσμού του Πανεπιστημίου και το αν θα εκτόπιζε την Εκκλησία από τα εκπαιδευτικά πράγματα κι αν θα ήταν φιλικά προσκείμενος στη θρησκεία. Όπως επισημαίνει η Έφη Γαζή, η καθιέρωση της πανεπιστημιακής αυτής εορτής στα μέσα του 19ου αιώνα εγγράφεται στα πλαίσια της «απόσεισης των κατηγοριών περί αθεΐας» στην «προβολή και του Πανεπιστημίου ως χώρου διαφύλαξης παραδοσιακών αξιών» και στη «σύνδεσή του με την αυτοκέφαλη Εκκλησία»[9]. Από την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα «αδιάκοπη είναι η διασταύρωση της επίσημης θρησκευτικής ζωής με την κοσμική ελληνική ζωή»[10]. Κι αυτό αποτυπώνει μεταξύ άλλων η καθιέρωση της συγκεκριμένης εορτής.

Τρεις Ιεράρχες: Πως καθιερώθηκε η εορτή τους

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΜΑΘΗΤΕΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ
 
 
 
 
Την εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιέρωσε ο Αλέξιος Κομνηνός το 1100 μΧ, αφενός για να τιμηθούν οι τρεις μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας κι αφετέρου για να σταματήσουν οι διαμάχες και φιλονικίες μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος…
vimaorthodoxias.gr

Την εορτή των καθιέρωσε ο Αλέξιος Κομνηνός το 1100 μΧ, αφενός για να τιμηθούν οι τρεις μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας κι αφετέρου για να σταματήσουν οι διαμάχες και φιλονικίες μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος από τους τρεις Αγίους (Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, Άγιος Ιωάννης ο Χρυστόστομος, Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) είναι ο πιο σπουδαίος και ο πιο μεγάλος.


Οι πιστοί χωρίστηκαν σε ομάδες, ανάλογα με ποιον Άγιο θεωρούσαν πιο σημαντικό. Αυτοί που υποστήριζαν ότι πιο σημαντικός είναι ο Μέγας Βασίλειος αυτοαποκαλούνταν Βασιλείται, αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αυτοαποκαλούνταν Γρηγορίται και τέλος αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν πιο σημαντικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτοαποκαλούνταν Ιωαννίται.
Έξι αιώνες αργότερα, το 1826 μΧ ο Δημήτριος Φρειδερίκος Γκίλφορντ, ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας, και ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος καθιέρωσαν την ημέρα της εορτής των ως ημέρα αφιερωμένη στην Ελληνική και Επτανησιακή Παιδεία. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1842 μΧ το πανεπιστήμιο Αθηνών καθιέρωσε για όλη την ελεύθερη Ελλάδα την εορτή των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Παιδεία και στα Γράμματα. Από τότε ως σήμερα, οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται προστάτες των μαθητών, των φοιτητών και των σπουδαζόντων εν γένει, και η μέρα εορτή τους είναι σχολική αργία.
Τέλος να σημειώσουμε ότι την Θεία Λειτουργία που τελείται την ημέρα των Τριών Ιεραρχών έγραψε ο επίσκοπος Ιωάννης ο Ευχαΐτων (γνωστός και ως Ιωάννης Μελανόπους ή Μαυρόπους), σύγχρονος του Αλεξίου Κομνηνού.
Απολυτίκιο
Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της Τρισηλίου Θεότητος, τους την οικουμένην ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τον Μέγαν, και τον Θεολόγον Γρηγόριον, συν τω κλεινώ Ιωάννη, τω την γλώτταν χρυσορρήμονι, πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί, συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν· αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν.
Κοντάκιο
Τους ιερούς και θεοφθόγγους κήρυκας, την κορυφήν των Διδασκάλων Κύριε, προσελάβου εις απόλαυσιν, των αγαθών σου και ανάπαυσιν· τους πόνους γαρ εκείνων και τον κάματον, εδέξω πάσαν ολοκάρπωσιν, ο μόνος δοξάζων τους Αγίους σου.
Ο Άγιος Βασίλειος γεννήθηκε το 329μ.Χ. στην Νεοκαισάρεια της Καππαδοκίας. Ήταν ένα από τα εννέα παιδιά του Βασιλείου και της Εμμελείας. Εκτός από τον Άγιο Βασίλειο, τα αδέρφια του Γρηγόριος και Πέτρος καθώς και η αδερφή του Μακρίνα ανακηρύχθηκαν επίσης Άγιοι από την Εκκλησία μας.
Ο Άγιος μεγάλωσε σε μια βαθειά θρησκευόμενη οικογένεια. Διδάχθηκε και αγάπησε τον Χριστό από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα γράμματα του τα δίδαξε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν δάσκαλος. Τις σπουδές του συνέχισε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και τελικά στην Αθήνα. Στην Αθήνα σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Στις σπουδές του αυτές αφιέρωσε τεσσεράμισι χρόνια.
Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους ανέπτυξαν, οι δύο μαζί, ιεραποστολική δράση διοργανώνοντας χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα, και ίδρυσαν τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Μετά το τέλος των σπουδών του, ο Άγιος Βασίλειος επέστρεψε στην Καισάρεια και άρχισε να εξασκεί το επάγγελμα του διδασκάλου ρητορικής και του δικανικού ρήτορος, κάτι ανάλογο του σημερινού δικηγορικού επαγγέλματος. Και τα δύο επαγγέλματα τα άσκησε με μεγάλη ευσυνειδησία και επιτυχία, πράγμα που τον έκανε γνωστό σε όλη την περιοχή.
Μετά από παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, και αφού βαπτίσθηκε, εγκατέλειψε την επαγγελματική του καριέρα και αφιέρωσε τον χρόνο του στην Άσκηση και την μελέτη χριστιανικών βιβλίων. Για τον λόγο αυτό αποσύρθηκε σε ένα κτήμα που διατηρούσε η οικογένεια του στον Πόντο. Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του.
Θέλοντας ο Άγιος να εντρυφήσει στην χριστιανική πίστη, αποφάσισε να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς και να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Για τον λόγο αυτό, ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους, στον Ιορδάνη, στην Αίγυπτο και στην Μεσοποταμία. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει το υπόλοιπο του βίου του ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας.
Η φήμη του Αγίου Βασιλείου σιγά σιγά εξαπλώθηκε σε όλη την Καππαδοκία. Ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος κάνοντας πράξη την Θεία Βούληση αλλά και την βούληση των χριστιανών της περιοχής χειροτόνησε τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370μ.Χ., και σε ηλικία 41 ετών, διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος τον Ευσέβιο μετά τον θάνατο του τελευταίου.
Ο Άγιος Βασίλειος υπήρξε υποδειγματικός Επίσκοπος. Ως άριστος ποιμένας, βοηθούσε κάθε πεινασμένο, άρρωστο και αδικημένο με όσες δυνάμεις διέθετε. Υπήρξε πάντα υπερασπιστής, οδηγός και βοηθός του ποιμνίου του. Υπάρχουν εκατοντάδες διηγήσεις περιστατικών που δείχνουν την δράση αυτή του Αγίου. Μεταξύ όσων έκανε για τους χριστιανούς της Καισάρειας, είναι η ίδρυση του φιλανθρωπικού ιδρύματος «Βασιλειάδα».
Στο ίδρυμα λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Είναι αξιοθαύμαστο πως εκείνη την εποχή, μιλάμε για τον 4ο αιώνα μ.Χ. ο Άγιος Βασίλειος εμπνεύστηκε, ίδρυσε και λειτούργησε ένα ίδρυμα που και στις μέρες μας θα αποτελούσε πρότυπο.
Στην πολύπλευρη δράση του Αγίου συμπεριλαμβάνεται και ο «πόλεμος» που διεξήγαγε εναντίων της αιρέσεως του Αρειανισμού. Στον πόλεμο αυτό δεν δίστασε να αντιταχθεί πολλές φορές με την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Όπλα του ήταν η πίστη και η προσευχή. Με τους λόγους, τα κηρύγματα αλλά και την πένα του μετέδιδε την αγάπη του για τον Χριστό. Έγραψε πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, επιστολές και ομιλίες.
Μέχρι τις τελευταίες στιγμές τις ζωής του αγωνίστηκε για τον Χριστιανισμό και την ευημερία του ποιμνίου του. Παρέδωσε το πνεύμα του στον Δημιουργό, την 1η Ιανουαρίου του 379μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών.
Την μνήμη του Αγίου Βασιλείου εορτάζουμε την 1η Ιανουαρίου.
Η Αθήνα του 4ου μ.χ. αιώνα βρισκόταν σε κατάπτωση. Παρ’ όλα αυτά η παιδεία διατηρούσε ένα υψηλό επίπεδο. Εδώ ο Μέγας Βασίλειος σπούδασε για μια τετραετία ρητορική, φιλοσοφία, γραμματική, διαλεκτική, αστρονομία, γεωμετρία και ιατρική.
Σκοπός του Βασιλείου ήταν, μας λέει ο Γρηγόριος «να κατακτά τα σταθερά και μόνιμα αγαθά δια των ασταθών και ρεόντων του κόσμου τούτου πραγμάτων». Την ελληνική του παιδεία χρησιμοποίησε ως μέσο για την εξυπηρέτηση της διάδοσης της χριστιανικής διδασκαλίας. Γιατί το «τέλειον δεν έχει ανάγκην συμπληρώσεως και το εξ αυτού αυτάρκες δεν χρήζει βοηθείας». «Η ρητορική του Μ. Βασιλείου είχε δύναμιν πυρός». Προοιωνίζονταν γι’ αυτόν λαμπρό επαγγελματικό στάδιο. Όμως ο Βασίλειος έχει άλλες προθέσεις. Τον ηλεκτρίζει η ζωή των ασκητών, χειροτονείται διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος.
Σε ηλικία σαράντα ετών, το 370 μ.χ. καλείται στο μητροπολιτικό θρόνο Καισάρειας. Ο Βασίλειος παρόλα τα προβλήματα της υγείας του επιτέλεσε έργο θαυμαστό. Αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων της εποχής, αναδείχτηκε, μέγας χριστιανός ανθρωπιστής, με κορυφαίο έργο την ανοικοδόμηση της Βασιλειάδας και εργάστηκε σκληρά για την ανύψωση της πνευματικής στάθμης κλήρου και λαού.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας το 347μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σεκούνδος και η μητέρα του Ανθούσα. Οι γονείς του βαπτίσθηκαν Χριστιανοί, όταν γεννήθηκε ο Άγιος Ιωάννης. Ο Άγιος έμεινε ορφανός από πατέρα λίγο καιρό μετά την γέννηση του. Η μητέρα του δεν ξαναπαντρεύτηκε, θέλοντας να αφιερώσει όλες τις φροντίδες της στην ανατροφή του γιου της.

Το γεγονός ότι η οικογένεια του Αγίου ήταν πολύ πλούσια, επέτρεψε στον Άγιο να διδαχθεί από τους καλύτερους δασκάλους της Αντιόχειας. Από μικρός έδειξε την αγάπη του τόσο για τα γράμματα όσο και για την Χριστιανική πίστη. Το 363μ.Χ., βαπτίσθηκε Χριστιανός. Σε ηλικία 20 ετών, το 367μ.Χ., ξεκίνησε να εργάζεται ως δικανικός ρήτορας (δικηγόρος δηλαδή) στην Αντιόχεια, με μεγάλη επιτυχία. Δεν εξάσκησε πολύ καιρό το επάγγελμα αυτό αφού όνειρο του ήταν να μονάσει και να αφιερωθεί στον Χριστό.
Στην αρχή, και για χάρη της μητέρας του, μόνασε στο ίδιο του το σπίτι, αφιερώνοντας τον χρόνο του στην προσευχή και στην μελέτη χριστιανικών συγγραμμάτων. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, και αφού μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς της πόλης, εγκατέλειψε την Αντιόχεια και εισήλθε ως μοναχός σε ένα μικρό μοναστήρι.
Στο μοναστήρι αυτό ασκεί το πνεύμα του μελετώντας και συγγράφοντας αλλά δεν παραλείπει να ασχολείται και με τις καθημερινές εργασίες της μονής. Με την χάρη του Ιησού Χριστού, ξεκινά να κάνει θαύματα θεραπεύοντας ανίατες ασθένειες. Από το μοναστήρι θα λείψει για ένα μακρύ χρονικό διάστημα όπου το πέρασε ασκητεύοντας σε μία σπηλιά. Η υγεία του είναι αυτή που θα επιβάλει την επιστροφή του στην μονή.
Εκεί θα συνεχίσει το θεάρεστο έργο του έως το 380μ.Χ., όπου μετά από Θεϊκή Παρέμβαση θα επιστρέψει στην γενέτειρα του, Αντιόχεια, και θα χειροτονηθεί διάκονος. Τα επόμενα έξη χρόνια εκτός από τα καθήκοντα του αξιώματος του, θα ασχοληθεί με την μελέτη και συγγραφή χριστιανικών κειμένων. Το 386μ.Χ. μετά από παράκληση του Πατριάρχη Αντιοχείας Φλαβιανού, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χειροτονείται Πρεσβύτερος.
Από αυτήν την στιγμή ξεκινά να ιερουργεί και ταυτόχρονα να αναπτύσσει μεγάλη κοινωνική και θρησκευτική δράση. Στέκεται στο πλευρό του ποιμνίου του όποτε υπάρχει ανάγκη και θερμαίνει τις καρδιές των πιστών με τους λόγους που εκφωνεί από τον Άμβωνα της εκκλησίας. Τότε του δόθηκε ο χαρακτηρισμός Χρυσόστομος, αφού τα λόγια του είναι χρυσάφι για τις καρδιές και τις ψυχές των χριστιανών. Την πολύπλευρη αυτή του δράση, συμπληρώνουν οι αγώνες που διεξήγαγε εναντίων τόσο των ειδωλολατρών όσο και των αιρετικών. Για δεκατρία συνεχή έτη, ο Άγιος Ιωάννης ο Χυσόστομος, αγωνίζεται καθημερινά για την υλική και κυρίως για την πνευματική ευημερία του ποιμνίου του.
Η δράση του Αγίου είναι η αιτία που η φήμη του έφτασε ως την Κωνσταντινούπολη. Έτσι όταν χήρεψε ο Πατριαρχικός Θρόνος της Βασιλεύουσας, κλήθηκε ο Άγιος Ιωάννης να αναλάβει αυτή την θέση. Ο λαός της Αντιόχειας αντιδρά σε αυτό, μη θέλοντας να αποχωριστεί τον ποιμένα του. Τελικά ο Άγιος θα απαχθεί από στρατιώτες του Βυζαντίου, κρυφά από τον λαό της Αντιόχειας, και θα οδηγηθεί στην Κωνσταντινούπολη. Στις 15 Δεκεμβρίου του 398μ.Χ. ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, θα καθίσει στον Πατριαρχικό Θρόνο της Πόλης.
Την δράση που είχε ως Ιερέας στην Αντιόχεια, θα συνεχίσει, σε μεγαλύτερη κλίμακα, ως Πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό είναι κάτι που θα στρέψει πολλούς εναντίων του, μεταξύ των οποίων η Βασίλισσα Ευδοξία και ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας Θεόφιλος. Αυτοί οι δύο με δόλια μέσα, πετυχαίνουν να εκδοθεί διαταγή από τον Αυτοκράτορα Αρκάδιο, σύμφωνα με την οποία ο Άγιος Ιωάννης εξορίζεται από την Πόλη και του αφαιρείται το Πατριαρχικό αξίωμα. Ο Άγιος μην θέλοντας να δημιουργηθούν φασαρίες, αποχωρεί ήσυχα από την Βασιλεύουσα και επιστρέφει στο ποίμνιο του στην Μικρά Ασία.
Γρήγορα όμως βγήκαν στο φως οι ραδιουργίες κατά του Αγίου και ο Αυτοκράτορας τον καλεί να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος επιστρέφει, αλλά λίγο καιρό μετά ξανασυκοφαντείται από την Ευδοξία. Για δεύτερη φορά θα πάρει τον δρόμο της εξορίας που θα τον οδηγήσει στην Χαλκηδόνα. Εκεί θα συλληφθούν όσοι τον συνοδεύουν και έτσι μοναχός θα συνεχίσει τον δρόμο ως την πόλη Κουκουσό.
Στην Κουκουσό, δίδαξε τον χριστιανισμό, βάπτισε πολλούς Χριστιανούς και οργάνωσε την Εκκλησία χειροτονώντας Επισκόπους και Ιερείς. Ταυτόχρονα στέλνει πολλές επιστολές στην Κωνσταντινούπολη με τις οποίες καλεί τους πιστούς να συνεχίσουν τους αγώνες τους κατά των αιρετικών και υπέρ της εξάπλωσης του Χριστιανισμού.
Οι διωγμοί του Αγίου όμως δεν θα λάβουν τέλος. Μετά από εντολή του Αρκαδίου, ο Άγιος οδηγείτε, συνοδεία στρατιωτών, προς την πόλη Πιτυούντα στον Καύκασο. Επέλεξαν την απομακρυσμένη αυτή πόλη ώστε να εμποδίσουν την επικοινωνία του Αγίου με τους πιστούς της Κωνσταντινούπολης. Η υγεία του Αγίου δεν είναι σε καλή κατάσταση.
Αυτήν την κατάσταση επιβαρύνει δραματικά η βάναυση συμπεριφορά των στρατιωτών που τον συνοδεύουν. Πριν καταφέρουν να φτάσουν στην Πιτυούντα, και σε ένα μοναστήρι του Αγίου Βασιλίσκου, που ήταν στον δρόμο τους, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος άφησε την τελευταία του πνοή στις 14 Σεπτεμβρίου του 407μ.Χ., σε ηλικία 60 ετών. Το λείψανο του τάφηκε στο μοναστήρι αυτό και παρέμεινε εκεί έως το 434μ.Χ. όπου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας κληρονόμησε πλήθος ομιλιών, επιστολών και πραγματειών. Τα διδακτικά του αυτά κείμενα αποτελούν πνευματικό χρυσάφι για όλους τους Χριστιανούς.
Την μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου εορτάζουμε στις 13 Νοεμβρίου.
Απολυτίκιο του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου:
Η του στόματος σου καθάπερ πυρσός εκλάμψα χάρις, την Οικουμένην εφώτισεν, αφιλαργυρίας τω κόσμω θησαυρούς εναπέθετο, το ύψος ημίν της ταπεινοφροσύνης υπέδειξεν. Αλλά σοι λόγοις παιδεύων, Πάτερ Ιωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τω Λόγω Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, γεννήθηκε το 329μ.Χ. στην πόλη Ναζιανζό. Ο πατέρας του, Γρηγόριος και αυτός, την ίδια χρονιά που γεννήθηκε ο Άγιος, έγινε Επίσκοπος της Ναζιανζού. Η μητέρα του ονομαζόταν Νάννα και ήταν πολύ θερμή χριστιανή. Αυτή δίδαξε, στον Άγιο, τα πρώτα γράμματα και του μετέδωσε την αγάπη της για τον Χριστό και την Χριστιανική πίστη.
Ο Άγιος Γρηγόριος εξελίσσεται μέρα με την μέρα σε ένα φιλομαθή και ενάρετο νέο. Την σκυτάλη της εκπαίδευσης του Αγίου, παίρνει μετά την μητέρα του, ο θείος του Αμφιλόχιος. Ο Αμφιλόχιος του διδάσκει Ελληνικά και ρητορική.
Ο Άγιος με την φιλομάθεια που τον διακρίνει και την συνεχή μελέτη, εξάντλησε γρήγορα τα αποθέματα γνώσεων τόσο της μητέρας του όσο και του θείου του. Έτσι αναγκάστηκε να πάει στην Καισάρεια όπου συνέχισε την εκπαίδευση του στην εκεί Θεολογική Σχολή. Την Καισάρεια ακολουθεί η Αλεξάνδρεια και τελικά η Αθήνα. Στην Αθήνα σπουδάζει φιλοσοφία, ρητορική και ιατρική.
Το ίδιο διάστημα, γνωρίζεται με τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος επίσης σπουδάζει, και γίνονται αχώριστοι φίλοι. Ζουν ενάρετα, αφιερώνοντας τον χρόνο τους στις σπουδές και στην μελέτη χριστιανικών συγγραμμάτων. Οι σπουδές τους τελειώνουν το 356μ.Χ. και οι δύο Άγιοι χωρίζονται.
Ο Μέγας Βασίλειος επιστρέφει στην γενέτειρα του, ενώ ο Άγιος Γρηγόριος αναλαμβάνει καθήκοντα διδασκάλου ρητορικής στην Αθήνα. Σε αυτήν την θέση θα μείνει μόνο ένα χρόνο, αφού το 357μ.Χ. θα αφήσει την Αθήνα και θα επιστρέψει στην οικογένεια του στην Ναζιανζό.
Επιστρέφοντας στην γενέτειρα του, βαπτίσθηκε και στην συνέχεια βοηθούσε τον πατέρα του σε υποθέσεις της Επισκοπής. Παράλληλα δίδασκε τους νέους της πόλης και εργαζόταν στα κτήματα της οικογένειας του. Μετά από λίγο καιρό, όμως, άφησε την Ναζιανζό και πήγε να συναντήσει τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος είχε αποσυρθεί σε ένα κτήμα του στον Πόντο.
Σε αυτό το κτήμα ασκήτεψαν για αρκετό καιρό οι δύο Άγιοι. Τον χρόνο τους τον μοίραζαν στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή αλλά και στις καθημερινές εργασίες του κτήματος. Τις ενασχολήσεις τους αυτές, ήρθε να διακόψει μια επιστολή, από τον πατέρα του Αγίου Γρηγορίου, που τον καλούσε να επιστρέψει στην Ναζιανζό και να τον βοηθήσει στα Επισκοπικά του καθήκοντα.
Ο Άγιος Γρηγόριος για δεύτερη φορά αποχωρίζεται τον αδερφικό του φίλο, Μέγα Βασίλειο, και επιστρέφει στην γενέτειρα του. Εκεί, μετά από παρακλήσεις τόσο του πατέρα του όσο και των χριστιανών της περιοχής. χειροτονείται Διάκονος και Πρεσβύτερος.
Από το νέο αυτό μετερίζι, ο Άγιος Γρηγόριος, υπηρετεί τον Χριστό και την πίστη του. Η δραστηριότητα του δεν εξαντλείτε μόνο στα Ιερατικά του καθήκοντα. Συνεχίζει να διδάσκει, αλλά και να ασκεί μεγάλο κοινωνικό έργο, καθώς βρίσκεται στο πλευρό του ποιμνίου του σε κάθε περίσταση και ανάγκη. Παράλληλα γίνεται, όπως και ο Μέγας Βασίλειος, ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς τόσο των ειδωλολατρών, όπως ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, όσο και των αιρετικών.
Το 374μ.Χ. πέθανε ο πατέρας του Αγίου και μετά από λίγο καιρό πέθανε και η μητέρα του. Μετά τον θάνατο της, ο Άγιος Γρηγόριος αποσύρθηκε στο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας στην Σελεύκεια. Από το μοναστήρι αυτό θα φύγει το 379μ.Χ. για να πάει στην Κωνσταντινούπολη. Τον κάλεσαν εκεί για να βοηθήσει στον αγώνα εναντίων των αιρέσεων που είχαν κατακλύσει την Πόλη. Στρατιώτης στην πρώτη γραμμή του μετώπου, πολέμησε τους αιρετικούς. Με την βοήθεια του Θεού, νίκησε στον πόλεμο αυτό και αντί για παράσημο, αν και ο ίδιος δεν το επιθυμούσε, του δόθηκε ο Αρχιεπισκοπικός Θρόνος της Βασιλεύουσας.
Στον θρόνο αυτό έκατσε ελάχιστα. Αρνούμενος να λάβει μέρος σε διαμάχες, καταγγελίες και συγκρούσεις, αφήνει το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου και μαζί με αυτό και την Κωνσταντινούπολη. Αποσύρεται στην Αριανζό, σε ένα κτήμα της οικογένειας του, και αφιερώνεται στην προσευχή. Μετά την Αριανζό θα επιστρέψει στην Ναζιανζό όπου και θα συνεχίσει το Ιερατικό του έργο.
Προς το τέλος της ζωής του, θα αποσυρθεί στο κτήμα της Αριανζού. Εκεί θα αφιερώσει όλο του τον χρόνο στην προσευχή, στην μελέτη και στην συγγραφή έως τις 25 Ιανουαρίου του 391μ.Χ. όπου θα αφήσει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 62 ετών.
Την μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου εορτάζουμε στις 25 Ιανουαρίου.
Απολυτίκιο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου:
«Ο ποιμενικός αυλός της Θεολογίας σου, τας των ρητόρων ενίκησε σάλπιγγας ως γαρ τα βάθη του πνεύματος εκζητήσαντι, και τα κάλλη του φθέγματος προσετέθη σοι. Αλλά πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, πάτερ Γρηγόριε, σωθήναι τας ψυχάς ημών.»