Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Οι ματωμένες μέρες του Ηρακλείου…

http://www.cretalive.gr/history/view/oi-matwmenes-meres-tou-hrakleiou/97897

Οι ματωμένες μέρες του Ηρακλείου…



Τα μεγάλα συλλαλητήρια στις 4 και 5 Αυγούστου 1935 με τουλάχιστον 7 νεκρούς εργάτες και δεκάδες τραυματίες από τα όπλα στρατού και χωροφυλακής.
του Αλέκου Ανδρικάκη
Ήταν Αύγουστος του 1935, τέτοιες μέρες, όταν η ιστορία κατέγραψε μια από τις πλέον μελανές σελίδες της ιστορίας του Ηρακλείου. Μια από τις μεγαλύτερες απεργίες που έγιναν ποτέ στην πόλη (ξεκίνησε στις 4 Αυγούστου από τους σταφιδεργάτες και γενικεύτηκε με τη συμπαράσταση όλων των κλάδων) η οποία συνοδεύτηκε από συλλαλητήρια χιλιάδων εργατών, που διήρκεσαν επί ημέρες, κατέληξε στην εν ψυχρώ δολοφονία και τον τραυματισμό διαδηλωτών, αλλά και αστυνομικών και στρατιωτών που παρατάχθηκαν απέναντι στους απεργούς. Επισήμως οι νεκροί ήταν 7, παρά το γεγονός ότι οι εφημερίδες εκείνες τις ημέρες ενέγραφαν ότι πιθανότατα ήταν πολύ περισσότεροι, καθώς υπήρχαν και αγνοούμενοι. Τα ονόματα των απεργών που σκοτώθηκαν στις 4 και 5 Αυγούστου ήταν τα εξής: Ελευθέριος Βλαντάκης, Ιωσήφ Αδαμάκης, Νικόλαος Ανδρουλάκης, Αιμίλιος Σταμπολής, Αθανάσιος Αντωνογιαννάκης, Δημήτριος Σταμπολής κι ένα ακόμη άτομο που εξακριβωμένα πέθανε 2ή 3 ημέρες αργότερα, αλλά τα στοιχεία του δεν αναφέρονται, καθώς δεν μπόρεσαν να βρεθούν, τουλάχιστο τα πρώτα εικοσιτετράωρα.

Τα δραματικά γεγονότα πήραν πανελλήνιες διαστάσεις, με την κυβέρνηση των Λαϊκών (Τσαλδάρης  πρωθυπουργός και Κονδύλης αντιπρόεδρος και υπουργός Στρατιωτικών) να εφαρμόζει έκτακτα μέτρα περιορισμού των ελευθεριών του λαού και να απειλεί ακόμη και με βομβαρδισμό της πόλης! Η περίοδος που ακολούθησε άνοιξε, στην ουσία, το δρόμο στον Μεταξά για την επιβολή της φασιστικής δικτατορίας.
Σήμερα παρουσιάζουμε  φωτογραφίες από τα δραματικά γεγονότα των ημερών εκείνων, οι οποίες είχαν δημοσιευτεί στις εφημερίδες της εποχής.
Στην πρώτη είναι ένα μέρος μια από τις αιματοβαμμένες διαδηλώσεις του Ηρακλείου.


Στη δεύτερη ένας από τους νεκρούς και ένας τραυματίας. Δεξιά ο νεκρός Ιωσήφ Αδαμάκης και αριστερά ο τραυματίας Χατζάκης, στο Πανάνειο νοσοκομείο.

Επίσης δημοσιεύουμε τα πρωτοσέλιδα δύο εφημερίδων του Ηρακλείου με τα ρεπορτάζ από τα γεγονότα. Είναι η «Ανόρθωσις» της 8ης Αυγούστου και τα «Κρητικά Νέα» της 9ης Αυγούστου.
Από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής, που κυκλοφορούσαν με τον «μπαμπούλα» της λογοκρισίας ή ακόμη και της αναστολής της έκδοσής τους αν τα δημοσιεύματα δεν ήταν αρεστά στην κυβέρνηση, πληροφορούμαστε το χρονικό των γεγονότων αλλά και τον κατάλογο των θυμάτων. Ας σημειωθεί ότι οι κυβερνητικές εφημερίδες παρουσίαζαν τις επόμενες μέρες τα γεγονότα ως βενιζελικό κίνημα!


Την απεργία είχε κηρύξει από τις προηγούμενες μέρες το σωματείο των σταφιδεργατών, το οποίο ήταν από τα πλέον δυναμικά και πολυάριθμα, καθώς τότε στο νομό άνθιζε η επεξεργασία σταφίδας και ήταν πολλά τα σταφιδεργοστάσια, τα οποία δούλευαν νύκτα και μέρα, ακόμη και τις Κυριακές. Οι σταφιδεργάτες είχαν απεργήσει δύο ακόμη φορές μέσα στον Ιούλιο, ζητώντας να εφαρμοστεί το ωράριο, να υπάρξουν καλύτερα μεροκάματα και συνθήκες δουλειάς, αλλά και να σταματήσει ο περιορισμός των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών ελευθεριών. Η δικτατορία ερχόταν και τα μέτρα της υποτίθεται δημοκρατικής κυβέρνησης τής έστρωναν το δρόμο…

Κατάληξη των προηγούμενων κινητοποιήσεων ήταν η 4η Αυγούστου, όταν οι σταφιδεργάτες κήρυξαν απεργία επ’ αόριστο, ενώ το Εργατικό Κέντρο, που είχε πρόεδρο τον Θοδωρή Πάγκαλο - Παπάζογλου, αλλά και τα πολυμελή συνδικάτα λιμενεργατών, αρτεργατών, τσαγκαράδων κ.α., προχώρησαν την ίδια μέρα σε απεργία, ως ένδειξη συμπαράστασης.

Οι σταφιδεργάτες ξεκινούσαν την απεργία τους από την Κυριακή 4 Αυγούστου. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας είχε προγραμματιστεί συγκέντρωση στο λιμάνι και λίγες ώρες νωρίτερα το Ε.Κ.Η. και πολλά συνδικάτα κήρυξαν γενική απεργία. Έτσι η συγκέντρωση ξεπέρασε κάθε προσδοκία, καθώς οι διαδηλωτές ήταν πάνω από 3.000.

Ο νομάρχης Σπυρίδων Θεοτόκης κατέβηκε στο λιμάνι και στο λιμεναρχείο δέχτηκε επιτροπή των απεργών. Η συνάντηση ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Στους διαδηλωτές, οι οποίοι είχαν καθίσει στο έδαφος, μίλησαν μέλη της απεργιακής επιτροπής, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πάγκαλος-Παπάζογλου, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου, ο Τριαματάκης, γραμματέας, κ.α. Ενώ εξελίσσονταν οι ομιλίες και το συλλαλητήριο φαινόταν ότι θα είναι ειρηνικό, στις 5.30 το απόγευμα, ο διοικητής της χωροφυλακής Παπαευσταθίου πήγε στην περιοχή επικεφαλής όχι μόνο δύναμης χωροφυλάκων αλλά και διμοιρίας στρατού. Στην εμφάνισή τους οι διαδηλωτές εξοργίστηκαν.

Ο Παπαευσταθίου διέταξε να σταματήσουν αμέσως οι ομιλίες και να διαλυθούν οι καθισμένοι (!) διαδηλωτές, κι όταν αυτό δεν έγινε, έδωσε εντολή στους χωροφύλακες να τους χτυπήσουν με τους υποκόπανους των όπλων τους. Οι απεργοί εξαγριώθηκαν και άρχισαν να χτυπούν τις δυνάμεις της αστυνομίας και του στρατού με αντικείμενα που έβρισκαν στο γύρω χώρο, καρέκλες, σωλήνες, κεραμίδια.

Οι διαδηλωτές-ο αριθμός των οποίων είχε ξεπεράσει πλέον τους 4.000- ανηφόρισαν από το λιμάνι στην πλατεία Ελευθερίας, προκειμένου να υπογραφεί με τους σταφιδεμπόρους το πρωτόκολλο της συμφωνίας, όπως τους είχε υποσχεθεί ο νομάρχης. Φτάνοντας, όμως, έξω από τη νομαρχία πληροφορήθηκαν ότι οι εργοστασιάρχες δεν είχαν μεταβεί. Η απεργιακή επιτροπή ζήτησε τότε από το νομάρχη να απαντήσει ξεκάθαρα για το τι θα γίνει. Εκείνος βγήκε στον εξώστη της νομαρχίας και, παρά τα όσα τους είχε υποσχεθεί, κάλεσε τους συγκεντρωμένους να διαλυθούν μέσα στα επόμενα 10 λεπτά, διαφορετικά θα τους διέλυαν οι δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας, με βίαιο τρόπο. Ταυτόχρονα έδιωξε από το κτήριο τα μέλη της απεργιακής επιτροπής.

Οι απεργοί δεν διαλύθηκαν και τότε ο νομάρχης διέταξε το στρατό και τη χωροφυλακή να πυροβολούν κατά του πλήθους. Πρώτος, έλεγαν στη συνέχεια πολλοί απεργοί που βρέθηκαν κάτω από τη νομαρχία, έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε εναντίον τους ο ίδιος ο νομάρχης. Οι διαδηλωτές δέχτηκαν συνεχή πυρά από την ταράτσα της νομαρχίας, από σημεία του δημοτικού κήπου (πλατεία Ελευθερίας), αλλά και από γειτονικά κτήρια. Ακολούθησε πανδαιμόνιο σε όλο το κέντρο της πόλης. Οι περαστικοί ή οι θαμώνες των γειτονικών καφενείων, οι οποίοι δεν συμμετείχαν στη διαδήλωση, έτρεχαν πανικόβλητοι να προφυλαχθούν. Υπήρξαν τραυματίες στο καφενείο Χανιωτάκη, που βρισκόταν στην πλατεία, ενώ αναφέρεται και το όνομα κάποιου Πρεβελάκη, υπαλλήλου της Εμπορικής Τράπεζας, που τραυματίστηκε ενώ περνούσε τυχαία. Οι απεργοί προσπάθησαν να βοηθήσουν τους τραυματίες, αλλά δέχτηκαν και άλλη ομοβροντία πυρών, με αποτέλεσμα να υπάρξουν και άλλα θύματα.

Οι εφημερίδες έγραφαν ότι σε αυτή την πρώτη επίθεση τραυματίστηκαν συνολικά 25 άνθρωποι, 3 από τους οποίους πέθαναν μετά από λίγο. Ήταν οι πρώτοι νεκροί.

Οι διαδηλωτές φοβισμένοι έτρεχαν προς διάφορες κατευθύνσεις προκειμένου να σωθούν. Εκείνοι που πήγαν προς την πλατεία Νικηφόρου Φωκά (Λιοντάρια) δέχτηκαν νέα πυρά, αυτή τη φορά από τους χωροφύλακες του 1ου αστυνομικού τμήματος που είχαν πάρει σχετική εντολή. Ανάμεσα στους νέους τραυματίες ήταν κι ένας κάτοικος της Ιεράπετρας (Δερμιτζάκης), ο οποίος δεν είχε σχέση με τη διαδήλωση.

Η συγκέντρωση, κάτω από τα δολοφονικά πυρά, διαλύθηκε, αλλά αυτό αποδείχτηκε ότι ήταν προσωρινό, καθώς τα νέα κυκλοφόρησαν σε όλη την πόλη και την ύπαιθρο, όπου βρίσκονταν πολλοί αμπελουργοί για τον τρύγο, και άρχισαν να φτάνουν Ηρακλειώτες από διάφορα σημεία.

«Και το ήρεμον Ηράκλειον, το γεμάτο από τα γέλια της ζωής και την χαράν της αενάου εργασίας, μετεβλήθη εις φρικτήν κόλασιν», έγραφε στις 9 Αυγούστου 1935 περιγράφοντας τα γεγονότα η βενιζελική «Ανόρθωσις». «Τα βογγητά των τραυματιών ανεμιγνύοντο με τα σπαρακτικά κλάματα των μητέρων, των συζύγων και των αδελφών που έχαναν μέσα εις το σκότος του τρόμου τους δικούς των εις ένα θρήνον θλιβερόν και γεμάτον αγωνίαν και απόγνωσιν. Αι κλινικαί εγέμισαν εντός ολίγου από τραυματίας. Έξω, γυναίκες πτωχαί, εθρήνουν. Το θέαμα ήτο σπαραγμός ψυχής. Η πόλις εβυθίσθη εις το πένθος, ένα πένθος γενικόν, βαρύ καταθλιπτικόν».

«Μετά την περισυλλογήν των τραυματιών», συνέχιζε η «Ανόρθωσις», «οι απεργοί απεσύρθησαν καθ’ ομάδας εις τας διαφόρους συνοικίας ενώ κόσμος συγκεντρωμένος εις τας οδούς εξεφράζετο μετ’ αγανακτήσεως δια την σκληρότητα και την απανθρωπίαν των αρχών, αι οποίαι χωρίς συνείδησιν και περίσκεψιν εξαπέλυσαν τον όλεθρον του θανάτου όχι μόνον μεταξύ των απεργών, αλλά και εναντίον του ανυπόπτου και φιλησύχου πλήθους των περιπατητών της πλατείας και των οδών.

Περί την 10ην νυκτερινήν, μετά τας πρώτας εντυπώσεις, οι εργάται συνελθόντες εκ του πανικού και του τρόμου των, συνεκεντρώθησαν προ των εκκλησιών της Αγ. Τριάδος, της Αγ. Παρασκευής και του Αγίου Μηνά, παλιού και νέου, και ανελθόντος εις κωδωνοστάσια ήρχισαν να κρούουν τους κώδωνας και να καλούν και να καλούν το πλήθος εις συναγερμόν. Πράγματι εις την πλατείαν Αγίου Μηνά συνεκεντρώθησαν περί τας δύο χιλιάδας εργατών οίτινες και παρέμειναν εκεί καθ’ όλην σχεδόν την νύκτα αναμένοντες το ξημέρωμα της Δευτέρας.

Εν τω μεταξύ αι κωδωνοκρουσίαι εσυνεχίσθησαν μέχρι της 4ης πρωινής δημιουργούσαι εις τους κατοίκους της πόλεως βαρύ συναίσθημα πένθους και καταθλιπτικής αγωνίας, γεμάτο από τρόμον και φρίκην.

Έτσι εν μέσω της γενικής συγχύσεως, του τρόμου, της φρίκης, της αγωνίας και των σπαραγμών και των θρήνων των οικογενειών των τραγικών θυμάτων, διέρρευσεν η νύξ της Κυριακής και εξημέρωσεν η Δευτέρα».
Νέες μάχες στις 5 Αυγούστου
Την επομένη, Δευτέρα 5 Αυγούστου, η τραγωδία στην πόλη συνεχίστηκε. Ταυτόχρονα στο Ηράκλειο έφτασε ο αρχηγός της χωροφυλακής από την Αθήνα, καθώς και ο γενικός διοικητής Κρήτης της χωροφυλακής από τα Χανιά στρατηγός Μπακόπουλος. Παράλληλα, μετά από αίτημα του νομάρχη Θεοτόκη, μετακινήθηκε στην πόλη επιπλέον δύναμη στρατού 250 οπλιτών και αξιωματικών από τα Χανιά και το Ρέθυμνο.
Έγραφε στο ρεπορτάζ της η «Ανόρθωσις» για τα γεγονότα της δεύτερης μέρας:
«Από της πρωίας αμέσως αι κωδωνοκρουσίαι επανήρχισαν και οι εργάται προσήρχοντο και πάλιν καθ’ ομάδας εις τον Άγιον Μηνάν και την αγοράν παρά το Καμαράκι. Και εντός ολίγου είχον συγκεντρωθή περί τας τέσσερας χιλιάδας εργατών κινουμένων από το Καμαράκι μέχρι Χανίων Πόρτας.
Δύναμις στρατού επιχειρήσασα να τους διαλύση εδέχθη επίθεσιν και ηναγκάσθη να αποχωρήση ατάκτως ατάκτως αφοπλισθείσα. Οι απεργοί, έχοντες τα όπλα των στρατιωτών, δύο οπλοπολυβόλα και εν πολυβόλον, επί πλέον δε και άλλα όπλα τα οποία διήρπασαν εκ του οπλοπωλείου κ Ν. Πρατσινάκη ή Ντάλια, έγιναν πλέον κύριοι της καταστάσεως. Μεταξύ αυτών και των περιπόλων του στρατού και της χωροφυλακής συνήπτοντο, μόλις συνηντώντο, αληθείς μάχαι, πάντοτε δε επεκράτουν οι απεργοί, καθ’ ο πολυαριθμότεροι».

Οι αρχές έθεσαν σε κατάσταση πολέμου της δυνάμεις στρατού και χωροφυλακής, ενώ τις ενημερωνόταν διαρκώς ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γεώργιος Κονδύλης και με τη σειρά του ενημέρωνε τον ευρισκόμενο στο εξωτερικό πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Ο Τσαλδάρης βρισκόταν τότε στη Σερβία όπου συναντιόταν με τον εκπρόσωπο των τότε έκπτωτων από την Ελλάδα Γλύξμπουργκ, πρίγκιπα Νικόλαο.
Είχε πλέον ξημερώσει για τα καλά στο Ηράκλειο, όταν εξελίχθηκε μια ακόμη μάχη, που κράτησε επί ώρες. Χωροφύλακες είχαν συγκεντρωθεί στο γνωστό, στο τότε Ηράκλειο, κεντρικό φούρνο του Τσουβαλίδη, πυροβολώντας κατά του πλήθους, που ανταπέδωσε. Οι απεργοί έστησαν οδοφράγματα Συνέπεια ήταν να σκοτωθεί ένας απεργός κι ένας ανύποπτος νεαρός και να τραυματιστούν αρκετοί άλλοι, ανάμεσα στους οποίους ήταν δύο χωροφύλακες. Η δύναμη των τελευταίων σταμάτησαν να πυροβολούν όταν εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά τους και διέφυγαν από την πίσω πόρτα του φούρνου.

«Καθ’ όλον το πρωί της Δευτέρας, μέχρι της μεσημβρίας, από της πλατείας Νικηφόρου Φωκά κατά μήκος της οδού Ίδης και λεωφόρου Καλοκαιρινού μέχρι της Πύλης Χανίων, διεξήγετο αληθής μάχη, ερρίφθησαν δε χιλιάδες πυροβολισμών, εκ των οποίων πολλοί εφονεύθησαν και ετραυματίσθησαν εκατέρωθεν», έγραφε η «Ανόρθωσις». «Συγχρόνως, εκ διαφόρων επικαίρων σημείων, πολυβόλα έβαλλον κατά των κωδωνοστασίων του Αγίου Μηνά επί των οποίων είχαν ανέλθει απεργοί και έκρουον συνεχώς τους κώδωνας, δίδοντες το σύνθημα του συναγερμού. Τα καταστήματα είχον κλείση, η πόλις είχεν ερημωθεί παρουσιάζουσα όψιν πόλεως ευρισκομένης εις πολεμικήν ζώνην. Τέλος αι κρατικαί δυνάμεις απεχώρησαν και εκλείσθησαν εντός των δημοσίων καταστημάτων».
Οι διαδηλώσεις και οι επιθέσεις της χωροφυλακής και του στρατού ολοκληρώθηκαν μετά από μια συμφωνία του γενικού διοικητή Κρήτης της χωροφυλακής και ομάδας της επιτροπής των απεργών (δεν συμφώνησαν όλα τα μέλη της) για την προώθηση των αιτημάτων στην κυβέρνηση και τους εργοδότες.

Τον πραγματικό όμως λόγο της λήξης της απεργίας και των διαδηλώσεων θα πρέπει να τον αναζητήσουμε στο κλίμα τρομοκρατίας που κορυφώθηκε, τόσο στο Ηράκλειο, όσο και σε ολόκληρη την Ελλάδα και είχε ως συνέπεια δεκάδες συλλήψεις συνδικαλιστών και εκτόπισή τους στη Γαύδο και σε άλλα νησιά. Μεταξύ των άλλων είχαν συλληφθεί τις πρώτες ώρες οι εργάτες και συνδικαλιστές Παπάζογλου, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου, Τριαματάκης, γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Πουρλής, Μεχφιούτ, Κανεκουσάκης, Καμπανάρης, Μανουσάκης, Σταματάκης (αναφέρεται και δεύτερος συλληφθείς με το ίδιο επώνυμο), Καλιατάκης, Μουργιανός, Μαρινέλης, Τουρλουνάκης, Μαρκάκης κ.α. Συνελήφθη επίσης στα Χανιά σαν ηθικός αυτουργός των γεγονότων ο περιοδεύων, όπως αναφερόταν, συντάκτης αθηναϊκών εφημερίδων Γιαννικόπουλος.

Ακολούθησαν και πολλές άλλες συλλήψεις τις επόμενες μέρες και τους επόμενους μήνες, καθώς ήδη, σταδιακά, επιβαλλόταν η δικτατορία Μεταξά.

Τα γεγονότα του Ηρακλείου πυροδότησαν έκρηξη αντιδράσεων σε ολόκληρη τη χώρα, με απεργίες που κήρυξαν τα συνδικάτα και τα Εργατικά Κέντρα, αλλά και με πανελλαδικές κινητοποιήσεις που κήρυξε η ΓΣΕΕ, η ηγεσία της οποίας επίσης οδηγήθηκε στις φυλακές. Η κυβέρνηση απάντησε με σκληρά μέτρα και τρομοκρατία. Εκτός από τις συλλήψεις και τις εκτοπίσεις συνδικαλιστών, που επισήμως αναφέρονταν ως προληπτικές (!) έκλεισαν και εφημερίδες μη αρεστές στο καθεστώς.

Κανείς από τους υπεύθυνους της σφαγής δεν διώχθηκε. Μόνο ο διοικητής της χωροφυλακής Παπαευθυμίου μετατέθηκε από το Ηράκλειο μερικές μέρες αργότερα.

Λούις Ντάνιελ Άρμστρονγκ (4 Αυγούστου 1901[1] – 6 Ιουλίου 1971)

Louis Armstrong restored.jpg
Ο Λούις Ντάνιελ Άρμστρονγκ (4 Αυγούστου 1901[1] – 6 Ιουλίου 1971) (γνωστός και με τα προσωνύμια Satchmo ή Pops) ήταν Αμερικανός μουσικός της τζαζ. Υπήρξε μία χαρισματική προσωπικότητα και καινοτόμος ερμηνευτής, με πλούσια μουσικά προσόντα και σημαντική συνεισφορά στο είδος. Αποτελεί σήμερα έναν από τους δημοφιλέστερους τζαζ μουσικούς του 20ού αιώνα. Διακρίθηκε αρχικά ως τρομπετίστας και αργότερα ως Ο Άρμστρονγκ γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1901, στη Νέα Ορλεάνη. Υπήρξε γιος φτωχής οικογένειας, την οποία ο πατέρας του, Γουίλλιαμ Άρμστρονγκ, εγκατέλειψε όταν ο Λούις Άρμστρονγκ ήταν ακόμα σε βρεφική ηλικία. Η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκίνησε όταν άρχισε να μαθαίνει κορνέτο[2] συμμετέχοντας στην ορχήστρα του αναμορφωτηρίου New Orleans Home for Colored Waifs, όπου κατέληξε αρκετές φορές εξαιτίας εγκληματικής συμπεριφοράς, με πιο χαρακτηριστικό περιστατικό, αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια ενός πρωτοχρονιάτικου εορτασμού, όταν ο Άρμστρονγκ πυροβόλησε στον αέρα με το όπλο του πατέρα του. Ακολουθούσε συχνά της παρελάσεις της τοπικής ορχήστρας των πνευστών ενώ παράλληλα προσπαθούσε να παρακολουθήσει παλαιότερους μουσικούς, όπως τον Μπανκ Τζόνσον και κυρίως τον Κινγκ Όλιβερ, ο οποίος αποτελούσε ένα είδος πατρικής φιγούρας για τον Λούις Άρμστρονγκ.
Αργότερα, συμμετείχε και ο ίδιος σε ορχήστρες ενώ ξεκίνησε να περιοδεύει ως μουσικός με την ορχήστρα του πιανίστα Fate Marable, η οποία έπαιζε πάνω σε ένα ατμόπλοιο που διέσχιζε τον Μισισιπί. Ο Άρμστρονγκ παρομοίασε την περίοδο αυτή με τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, καθώς αποκόμισε σημαντικές εμπειρίες και γνώσεις. Το 1919, όταν ο Κινγκ Όλιβερ εγκατέλειψε την πόλη της Νέας Ορλεάνης, ο Άρμστρονγκ τον αντικατέστησε στην ορχήστρα του Έντουαρντ "Κιντ" Όρι, που αποτελούσε εκείνη την εποχή μία από τις πιο δημοφιλείς τζαζ ορχήστρες.
Πρώτα καλλιτεχνικά βήματα[Επεξεργασία]

Το 1922 εγκαταστάθηκε στο Σικάγο, έπειτα από πρόσκληση του Κινγκ Όλιβερ να συμμετάσχει στην ορχήστρα του (Creole Jazz Band). Από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, το Σικάγο αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της τζαζ και η ορχήστρα του Όλιβερ ήταν μία από τις σημαντικότερες. Ο Άρμστρονγκ συμμετείχε για πρώτη φορά σε ηχογραφήσεις, ως δεύτερος κορνετίστας, το 1923. Αν και η συνεργασία του με τον Όλιβερ ήταν αρμονική, μετά από παρότρυνση της πιανίστριας και σύζυγου του, Λιλ Χάρντιν Άρμστρονγκ, εγκαταστάθηκε το 1924 στη Νέα Υόρκη και συμμετείχε στην ορχήστρα του Φλέτσερ Χέντερσον, για τις ανάγκες της οποίας άρχισε να παίζει τρομπέτα. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στο Σικάγο όπου ξεκίνησε να ηχογραφεί ως ηγέτης των συγκροτημάτων Hot Five και Hot Seven, σημειώνοντας επιτυχίες, όπως τα κομμάτια Potato Head Blues, Muggles (όρος αργκό για την μαριχουάνα, της οποίας ήταν χρήστης ο Άρμστρονγκ) και West End Blues (σύνθεση του Κινγκ Όλιβερ). Η εισαγωγή του Άρμστρονγκ στο West End Blues, παραμένει ως σήμερα ένας από τα διασημότερους αυτοσχεδιασμούς στην ιστορία της τζαζ.
Το 1929 επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες πριν ξεκινήσει να περιοδεύει στην Ευρώπη. Έχοντας αναλώσει αρκετά χρόνια περιοδεύοντας, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, το 1943 συνεχίζοντας να εξελίσσει το παίξιμό του. Για τα επόμενα τριάντα χρόνια, ο Άρμστρονγκ έδινε περισσότερες από 300 συναυλίες το χρόνο, αν και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, οι μεγάλες ορχήστρες σταδιακά εγκαταλείφθηκαν, λόγω του οικονομικού κόστους συντήρησής τους και του μειωμένου ενδιαφέροντος του κοινού για αυτές.
The All Stars[Επεξεργασία]

Το 1947, κατόπιν μίας πολύ επιτυχημένης συναυλίας του Άρμστρονγκ με τον Jack Teagarden και ένα μικρό μουσικό σχήμα στη Νέα Υόρκη, αποφάσισε να εγκαταλείψει την δομή της μεγάλης ορχήστρας, καθιερώνοντας ένα μικρότερο εξαμελές μουσικό συγκρότημα, το οποίο ονομαζόταν Louis Armstrong and his All Stars. Σε αυτό μετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Teagarden, ο Ερλ Χάινς, καθώς και άλλοι σημαντικοί μουσικοί του σουίνγκ ή του ντίξιλαντ. Με τους All Stars, ο Άρμστρονγκ πραγματοποίησε αρκετές ηχογραφήσεις, ενώ εμφανίστηκε και σε περισσότερες από τριάντα ταινίες. Το 1964, ηχογράφησε τον πιο επιτυχημένο εμπορικά δίσκο του, περιλαμβάνοντας την ηχογράφησή του για τη σύνθεση Hello, Dolly! του Τζέρι Χέρμαν. Το τραγούδι αναρριχήθηκε στην πρώτη θέση των μουσικών καταλόγων και ο Άρμστρονγκ αποτέλεσε τον γηραιότερο μουσικό που πέτυχε μία τέτοια διάκριση, σε ηλικία 63 ετών.
Υπήρξε ενεργός και συνέχισε να δίνει συναυλίες μέχρι το θάνατό του. Στις τελευταίες του εμφανίσεις, αν και σε προχωρημένη ηλικία, ερμήνευε συχνά κομμάτια από μνήμης. Περιόδευσε επίσης στην Αφρική, την Ευρώπη και την Ασία, κάτω από τη χορηγία του State Department των ΗΠΑ. Οι περιοδείες αυτές είχαν ιδιαίτερη απήχηση, γεγονός που οδήγησε στον χαρακτηρισμό του Άρμστρονγκ ως "πρέσβη Satch". Πέθανε το 1971 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 70 ετών και ενώ το προηγούμενο βράδυ είχε εμφανιστεί στο ξενοδοχείο Waldorf Astoria.
Προσωνύμια[Επεξεργασία]

Το προσωνύμιο Satchmo ή Satch (συντομεύσεις του όρου Satchelmouth) περιγράφουν την έκφραση του προσώπου του κατά τη διάρκεια του παιξίματος της τρομπέτας. Το 1932, ο τότε εκδότης της βρετανικής μουσικής εφημερίδας Melody Maker, Percy Brooks, υποδέχθηκε τον Άμστρονγκ στο Λονδίνο με τον χαιρετισμό "Hello, Satchmo!", συντομεύοντας δηλαδή τον όρο Satchelmouth, και έκτοτε καθιερώθηκε. Στις αρχές της σταδιοδρομίας του ήταν επίσης γνωστός με το προσωνύμιο Dippermouth. Ο Άρμστρονγκ τοποθετούσε την τρομπέτα στα χείλη του με τέτοιο τρόπο, ώστε μετά από αρκετή ώρα σχηματιζόταν ένα μικρό βαθούλωμα (αγγλ. dip) στο πάνω χείλος του, εμφανές και σε αρκετές φωτογραφίες εκείνης της περιόδου. Το γεγονός αυτό οδήγησε κάποια στιγμή και στην αφοσοίωσή του στο τραγούδι, καθώς για ένα διάστημα δεν ήταν δυνατό να παίζει τρομπέτα, αν και αργότερα τροποποίησε τον τρόπο παιξίματός του ώστε να συνεχίσει. Οι μουσικοί με τους οποίους συνεργαζόταν και οι φίλοι του, τον αποκαλούσαν συνήθως Pops, όπως και ο ίδιος αποκαλούσε εκείνους αντίστοιχα.
Μουσική[Επεξεργασία]

Στα πρώτα στάδια της εξέλιξής του, ο Άρμστρονγκ διακρίθηκε ως βιρτουόζος του κορνέτου και της τρομπέτας. Οι πιο σημαντικές από τις πρώτες του ηχογραφήσεις αναδείχθηκαν μέσα από τα μουσικά σχήματα των Hot Five και Hot Seven και οι αυτοσχεδιασμοί του Άρμστρονγκ σε αυτές, αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την μελωδικότητά, τις καινοτομίες και τον εκλεπτυσμό τους. Είχε επίσης σημαντική συνεισφορά στην ανάδειξη του ρόλου τού σολίστα, συμβάλλοντας στην μετατροπή του είδους της τζαζ, από μία συλλογική κατά βάση μουσική, σε μία μορφή τέχνης με μεγάλα περιθώρια αυτόνομης έκφρασης του μουσικού.
Στην πορεία των χρόνων, ο Άρμστρονγκ ενδιαφέρθηκε έντονα και για το τραγούδι. Αν και δεν ήταν ο πρώτος που το χρησιμοποίησε, ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό και κατέστησε δημοφιλές, το αποκαλούμενο σκατ τραγούδι (scat singing), δηλαδή τραγούδι χωρίς λόγια, με άναρθρους φθόγγους, το οποίο και ενσωμάτωσε στο ρεπερτόριό του.
Κατά τη διάρκεια της μουσικής του σταδιοδρομίας, συνεργάστηκε είτε ως τραγουδιστής είτε ως τρομπετίστας, με μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της τζαζ, μεταξύ αυτών ο Ντιούκ Έλινγκτον, η Έλλα Φιτζέραλντ, ο Μπινγκ Κρόσμπι, ο Φλέτσερ Χέντερσον και η Μπέσι Σμιθ. Με την Έλλα Φιτζέραλντ ηχογράφησε συνολικά τρεις δίσκους: Ella and Louis, Ella and Louis Again και Porgy and Bess. Οι τελευταίες σημαντικές του ηχογραφήσεις καταγράφονται στη δεκαετία του 1950 ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ύστερης δισκογραφίας του χαρακτηρίζεται συνήθως από τους κριτικούς ως υπεραπλουστευτικό ή τυποποιημένο, αν και δεν του στέρησε την εμπορική απήχηση. Μία από τις τελευταίες εμπορικές επιτυχίες του Άρμστρονγκ υπήρξε η ερμηνεία του στο τραγούδι What a Wonderful World (1968), το οποίο παρέμεινε στην κορυφή των βρετανικών μουσικών καταλόγων για ένα μήνα, ενώ το 1987 χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Good Morning, Vietnam και γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία.
Ο Λούις Άρμστρονγκ επηρεάστηκε από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών, πέρα από την τζαζ και το μπλουζ, τη λαϊκή λατινοαμερικανική παράδοση, τις κλασικές συμφωνίες και την όπερα και ενσωμάτωσε στοιχεία αυτών στις εμφανίσεις του ως τραγουδιστής.Ο Άρμστρονγκ γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1901, στη Νέα Ορλεάνη. Υπήρξε γιος φτωχής οικογένειας, την οποία ο πατέρας του, Γουίλλιαμ Άρμστρονγκ, εγκατέλειψε όταν ο Λούις Άρμστρονγκ ήταν ακόμα σε βρεφική ηλικία. Η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκίνησε όταν άρχισε να μαθαίνει κορνέτο[2] συμμετέχοντας στην ορχήστρα του αναμορφωτηρίου New Orleans Home for Colored Waifs, όπου κατέληξε αρκετές φορές εξαιτίας εγκληματικής συμπεριφοράς, με πιο χαρακτηριστικό περιστατικό, αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια ενός πρωτοχρονιάτικου εορτασμού, όταν ο Άρμστρονγκ πυροβόλησε στον αέρα με το όπλο του πατέρα του. Ακολουθούσε συχνά της παρελάσεις της τοπικής ορχήστρας των πνευστών ενώ παράλληλα προσπαθούσε να παρακολουθήσει παλαιότερους μουσικούς, όπως τον Μπανκ Τζόνσον και κυρίως τον Κινγκ Όλιβερ, ο οποίος αποτελούσε ένα είδος πατρικής φιγούρας για τον Λούις Άρμστρονγκ.
Αργότερα, συμμετείχε και ο ίδιος σε ορχήστρες ενώ ξεκίνησε να περιοδεύει ως μουσικός με την ορχήστρα του πιανίστα Fate Marable, η οποία έπαιζε πάνω σε ένα ατμόπλοιο που διέσχιζε τον Μισισιπί. Ο Άρμστρονγκ παρομοίασε την περίοδο αυτή με τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, καθώς αποκόμισε σημαντικές εμπειρίες και γνώσεις. Το 1919, όταν ο Κινγκ Όλιβερ εγκατέλειψε την πόλη της Νέας Ορλεάνης, ο Άρμστρονγκ τον αντικατέστησε στην ορχήστρα του Έντουαρντ "Κιντ" Όρι, που αποτελούσε εκείνη την εποχή μία από τις πιο δημοφιλείς τζαζ ορχήστρες.
Πρώτα καλλιτεχνικά βήματα[Επεξεργασία]

Το 1922 εγκαταστάθηκε στο Σικάγο, έπειτα από πρόσκληση του Κινγκ Όλιβερ να συμμετάσχει στην ορχήστρα του (Creole Jazz Band). Από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, το Σικάγο αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της τζαζ και η ορχήστρα του Όλιβερ ήταν μία από τις σημαντικότερες. Ο Άρμστρονγκ συμμετείχε για πρώτη φορά σε ηχογραφήσεις, ως δεύτερος κορνετίστας, το 1923. Αν και η συνεργασία του με τον Όλιβερ ήταν αρμονική, μετά από παρότρυνση της πιανίστριας και σύζυγου του, Λιλ Χάρντιν Άρμστρονγκ, εγκαταστάθηκε το 1924 στη Νέα Υόρκη και συμμετείχε στην ορχήστρα του Φλέτσερ Χέντερσον, για τις ανάγκες της οποίας άρχισε να παίζει τρομπέτα. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στο Σικάγο όπου ξεκίνησε να ηχογραφεί ως ηγέτης των συγκροτημάτων Hot Five και Hot Seven, σημειώνοντας επιτυχίες, όπως τα κομμάτια Potato Head Blues, Muggles (όρος αργκό για την μαριχουάνα, της οποίας ήταν χρήστης ο Άρμστρονγκ) και West End Blues (σύνθεση του Κινγκ Όλιβερ). Η εισαγωγή του Άρμστρονγκ στο West End Blues, παραμένει ως σήμερα ένας από τα διασημότερους αυτοσχεδιασμούς στην ιστορία της τζαζ.
Το 1929 επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες πριν ξεκινήσει να περιοδεύει στην Ευρώπη. Έχοντας αναλώσει αρκετά χρόνια περιοδεύοντας, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, το 1943 συνεχίζοντας να εξελίσσει το παίξιμό του. Για τα επόμενα τριάντα χρόνια, ο Άρμστρονγκ έδινε περισσότερες από 300 συναυλίες το χρόνο, αν και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, οι μεγάλες ορχήστρες σταδιακά εγκαταλείφθηκαν, λόγω του οικονομικού κόστους συντήρησής τους και του μειωμένου ενδιαφέροντος του κοινού για αυτές.
The All Stars[Επεξεργασία]

Το 1947, κατόπιν μίας πολύ επιτυχημένης συναυλίας του Άρμστρονγκ με τον Jack Teagarden και ένα μικρό μουσικό σχήμα στη Νέα Υόρκη, αποφάσισε να εγκαταλείψει την δομή της μεγάλης ορχήστρας, καθιερώνοντας ένα μικρότερο εξαμελές μουσικό συγκρότημα, το οποίο ονομαζόταν Louis Armstrong and his All Stars. Σε αυτό μετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Teagarden, ο Ερλ Χάινς, καθώς και άλλοι σημαντικοί μουσικοί του σουίνγκ ή του ντίξιλαντ. Με τους All Stars, ο Άρμστρονγκ πραγματοποίησε αρκετές ηχογραφήσεις, ενώ εμφανίστηκε και σε περισσότερες από τριάντα ταινίες. Το 1964, ηχογράφησε τον πιο επιτυχημένο εμπορικά δίσκο του, περιλαμβάνοντας την ηχογράφησή του για τη σύνθεση Hello, Dolly! του Τζέρι Χέρμαν. Το τραγούδι αναρριχήθηκε στην πρώτη θέση των μουσικών καταλόγων και ο Άρμστρονγκ αποτέλεσε τον γηραιότερο μουσικό που πέτυχε μία τέτοια διάκριση, σε ηλικία 63 ετών.
Υπήρξε ενεργός και συνέχισε να δίνει συναυλίες μέχρι το θάνατό του. Στις τελευταίες του εμφανίσεις, αν και σε προχωρημένη ηλικία, ερμήνευε συχνά κομμάτια από μνήμης. Περιόδευσε επίσης στην Αφρική, την Ευρώπη και την Ασία, κάτω από τη χορηγία του State Department των ΗΠΑ. Οι περιοδείες αυτές είχαν ιδιαίτερη απήχηση, γεγονός που οδήγησε στον χαρακτηρισμό του Άρμστρονγκ ως "πρέσβη Satch". Πέθανε το 1971 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 70 ετών και ενώ το προηγούμενο βράδυ είχε εμφανιστεί στο ξενοδοχείο Waldorf Astoria.
Προσωνύμια[Επεξεργασία]

Το προσωνύμιο Satchmo ή Satch (συντομεύσεις του όρου Satchelmouth) περιγράφουν την έκφραση του προσώπου του κατά τη διάρκεια του παιξίματος της τρομπέτας. Το 1932, ο τότε εκδότης της βρετανικής μουσικής εφημερίδας Melody Maker, Percy Brooks, υποδέχθηκε τον Άμστρονγκ στο Λονδίνο με τον χαιρετισμό "Hello, Satchmo!", συντομεύοντας δηλαδή τον όρο Satchelmouth, και έκτοτε καθιερώθηκε. Στις αρχές της σταδιοδρομίας του ήταν επίσης γνωστός με το προσωνύμιο Dippermouth. Ο Άρμστρονγκ τοποθετούσε την τρομπέτα στα χείλη του με τέτοιο τρόπο, ώστε μετά από αρκετή ώρα σχηματιζόταν ένα μικρό βαθούλωμα (αγγλ. dip) στο πάνω χείλος του, εμφανές και σε αρκετές φωτογραφίες εκείνης της περιόδου. Το γεγονός αυτό οδήγησε κάποια στιγμή και στην αφοσοίωσή του στο τραγούδι, καθώς για ένα διάστημα δεν ήταν δυνατό να παίζει τρομπέτα, αν και αργότερα τροποποίησε τον τρόπο παιξίματός του ώστε να συνεχίσει. Οι μουσικοί με τους οποίους συνεργαζόταν και οι φίλοι του, τον αποκαλούσαν συνήθως Pops, όπως και ο ίδιος αποκαλούσε εκείνους αντίστοιχα.
Μουσική[Επεξεργασία]

Στα πρώτα στάδια της εξέλιξής του, ο Άρμστρονγκ διακρίθηκε ως βιρτουόζος του κορνέτου και της τρομπέτας. Οι πιο σημαντικές από τις πρώτες του ηχογραφήσεις αναδείχθηκαν μέσα από τα μουσικά σχήματα των Hot Five και Hot Seven και οι αυτοσχεδιασμοί του Άρμστρονγκ σε αυτές, αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την μελωδικότητά, τις καινοτομίες και τον εκλεπτυσμό τους. Είχε επίσης σημαντική συνεισφορά στην ανάδειξη του ρόλου τού σολίστα, συμβάλλοντας στην μετατροπή του είδους της τζαζ, από μία συλλογική κατά βάση μουσική, σε μία μορφή τέχνης με μεγάλα περιθώρια αυτόνομης έκφρασης του μουσικού.
Στην πορεία των χρόνων, ο Άρμστρονγκ ενδιαφέρθηκε έντονα και για το τραγούδι. Αν και δεν ήταν ο πρώτος που το χρησιμοποίησε, ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό και κατέστησε δημοφιλές, το αποκαλούμενο σκατ τραγούδι (scat singing), δηλαδή τραγούδι χωρίς λόγια, με άναρθρους φθόγγους, το οποίο και ενσωμάτωσε στο ρεπερτόριό του.
Κατά τη διάρκεια της μουσικής του σταδιοδρομίας, συνεργάστηκε είτε ως τραγουδιστής είτε ως τρομπετίστας, με μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της τζαζ, μεταξύ αυτών ο Ντιούκ Έλινγκτον, η Έλλα Φιτζέραλντ, ο Μπινγκ Κρόσμπι, ο Φλέτσερ Χέντερσον και η Μπέσι Σμιθ. Με την Έλλα Φιτζέραλντ ηχογράφησε συνολικά τρεις δίσκους: Ella and Louis, Ella and Louis Again και Porgy and Bess. Οι τελευταίες σημαντικές του ηχογραφήσεις καταγράφονται στη δεκαετία του 1950 ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ύστερης δισκογραφίας του χαρακτηρίζεται συνήθως από τους κριτικούς ως υπεραπλουστευτικό ή τυποποιημένο, αν και δεν του στέρησε την εμπορική απήχηση. Μία από τις τελευταίες εμπορικές επιτυχίες του Άρμστρονγκ υπήρξε η ερμηνεία του στο τραγούδι What a Wonderful World (1968), το οποίο παρέμεινε στην κορυφή των βρετανικών μουσικών καταλόγων για ένα μήνα, ενώ το 1987 χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Good Morning, Vietnam και γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία.
Ο Λούις Άρμστρονγκ επηρεάστηκε από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών, πέρα από την τζαζ και το μπλουζ, τη λαϊκή λατινοαμερικανική παράδοση, τις κλασικές συμφωνίες και την όπερα και ενσωμάτωσε στοιχεία αυτών στις εμφανίσεις του.http://el.wikipedia.org/wiki/Λούις_Άρμστρονγκ

4 Αυγούστου 1865




Greek national anthem score and lyrics.jpg4 Αυγούστου 1865 - Με Β.Δ. ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν που γράφηκε από το Διονύσιο Σολωμό και μελοποιήθηκε από το Νικόλαο Μάντζαρο καθιερώνεται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας.Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός το 1823, τμήμα του οποίου αποτελεί τον εθνικό ύμνος της Ελλάδας (από το 1865) και της Κύπρου.
Το ποίημα γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο και έναν χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι[2]. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες, ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-'40), ο οποίος υπέβαλε το έργο του στον Βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).
Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με τον Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον Όθωνα. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του Υπουργού Στρατιωτικών.
Όταν ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865 μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (Υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος.
Το σύνολο της πρώτης μελοποίησης του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» τυπώθηκε για πρώτη φορά σε 27 μέρη στο Λονδίνο το 1873, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του συνθέτη του. Ο αντισυνταγματάρχης ε.α. Μαργαρίτης Καστέλλης, πρώην διευθυντής του Μουσικού Σώματος, διασκεύασε τον «Εθνικό Ύμνο» για μπάντα κι αυτή η μεταγραφή (από την οποία απουσιάζει η σύντομη εισαγωγή) ανακρούεται από τις στρατιωτικές μπάντες ως σήμερα. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι στα επτανησιακά μουσικά αρχεία σώζονται διασκευές του έργου για μπάντα χρονολογούμενες τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840.
Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές· από αυτές οι 24 πρώτες καθιερώθηκαν ως εθνικός ύμνος το 1865. Οι δύο πρώτες ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».
Από τις 18 Νοεμβρίου 1966 καθιερώθηκε με την απόφαση 6133[1] και σαν εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
http://el.wikipedia.org/wiki/Ύμνος_εις_την_Ελευθερίαν

Δημοφιλείς αναρτήσεις