Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Πρέπει να εξομολογηθώ μια αλήθεια... Του Κώστα Ακρίβου


 
"Αν ψάξω να βρω ποια είναι η αφορμή που με ώθησε να γράψω το βιβλίο, πρέπει να εξομολογηθώ μια αλήθεια: η πρώτη σκηνή από το μυθιστόρημα είναι…
tvxs.gr
"Αν ψάξω να βρω ποια είναι η αφορμή που με ώθησε να γράψω το βιβλίο, πρέπει να εξομολογηθώ μια αλήθεια: η πρώτη σκηνή από το μυθιστόρημα είναι απολύτως αληθινή ΄ ένας έλληνας συγγραφέας δέχεται (ή έτσι νομίζει) μια προσβολή από έναν Τούρκο για τη χώρα του και απο κεί κι έπειτα αποφασίζει να αποδείξει πως η Ελλάδα, παρά τα όσα άσχημα βιώνει σήμερα, θα καταφέρει να επιβιώσει..." ο συγγραφέας και φιλόλογος Κώστας Ακρίβος, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- του τελευταίου του βιβλίου Αλλάζει πουκάμισο το φίδι, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
...Ήταν ένα επεισόδιο που το έζησα όταν πήγα για μια ομιλία στο πανεπιστήμιο της Αδριανούπολης (Edirne) πριν από μερικά χρόνια΄ ένας μικροπωλητής με ειρωνεύτηκε (ή έτσι νόμισα), πως δηλαδή η Ελλάδα πηγαίνει φούντο για χρεοκοπία και θα κάνει πολλά χρόνια να σηκώσει κεφάλι, ίσως να εξαφανιστεί σαν χώρα.
Στεναχωρήθηκα είναι η αλήθεια, μπορεί και να θύμωσα. Στη συνέχεια κατάλαβα πως αυτό το επεισόδιο θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας μυθιστορηματικής αναζήτησης γύρω από τα ερωτήματα που με βασάνιζαν εκείνον τον καιρό σχετικά με την κρίση. Όπως και έγινε.
                Θέμα του βιβλίου είναι η αγωνία ενός Έλληνα να αυτοπροσδιοριστεί μες στο σημερινό ιστορικό πλαίσιο. Από την αρχή ως το τέλος ο αφηγητής, το alter ego του συγγραφέα, δεν κάνει άλλο από το να ψάχνει την ταυτότητά του. Όχι όμως την εθνική, όσο την πολιτισμική του ταυτότητα. Εννοώ τα στοιχεία εκείνα (γλώσσα, παράδοση, άνθρωποι με αξίες κ.ά.), χάρη στα οποία ο ελληνισμός καταφέρνει κάθε φορά, ιδίως στις δύσκολες περιστάσεις, να επιβιώνει και να κάνει μια επανεκκίνηση της ιστορίας του. Ανακαλύπτει λοιπόν πως δεν είναι το νταηλίκι και η σωματική δύναμη που γεννάει τη γενναιότητά μας, αλλά η αγάπη και ο σεβασμός σε βασικές έννοιες, όπως ο άνθρωπος, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια.
                Βέβαια, κάποιος θα έλεγε ότι είναι παρακινδυνευμένο για τη λογοτεχνία να ασχολείται με ένα τόσο επίκαιρο θέμα, όπως είναι η τρέχουσα κρίση. Από τη μεριά μου θα πω πως σε κάθε γενιά αναλογεί και ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός : εμφύλιοι ή παγκόσμιοι πόλεμοι, δολοφονίες αρχηγών και βασιλιάδων, βίαιες ανατροπές καθεστώτων, εξεγέρσεις, δικτατορίες... Στην Ελλάδα οι συγγραφικές γενιές που ανδρώθηκαν λογοτεχνικά τον προηγούμενο αιώνα είχαν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν για τα μεγάλα τραύματα που τους έτυχαν, καθώς από το χυμένο αίμα άντλησαν το καλύτερο μελάνι τους.
Για τη δική μου γενιά, που από τα γεγονότα του 20ου αιώνα έχουμε βιώσει μόνο τον απόηχό τους, ούτε καν το Πολυτεχνείο δεν προλάβαμε να ζήσουμε από πρώτο χέρι, η κρίση είναι το λαχείο που μας κλήρωσε. Είναι το δικό μας 1922, τα Δεκεμβριανά μας, ο “παρθενώνας” της Μακρονήσου, ο Πέτρουλας, το 1967, ο “Αττίλας”. Είμαι της γνώμης ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να μένει αδιάφορη με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, οι οικονομικές δυσκολίες και μαζί η μπόχα από τη σήψη κάθε είδους διαφθορά είναι καθημερινό μαρτύριο.
Την ίδια όμως στιγμή, όσο κι αν αυτό ακούγεται κυνικό ή αντιουμανιστικό, η κατάσταση αυτή είναι μια πρώτης τάξεως δεξαμενή για θέματα και ιδέες προς λογοτεχνική επεξεργασία. Έχει τόσα προσωπεία και τόσες εκδοχές η κρίση, που αποκλείεται να αφήσει αδιάφορο όποιον θελήσει να ασχοληθεί συγγραφικά μαζί της. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να ανατραπεί ένα ταμπού χρόνων : εκείνο που θέλει τον συγγραφέα να κρατάει απόσταση από τα γεγονότα.
Αυτό ίσχυε για συμβάντα που για τη λογοτεχνική τους ανάπλαση χρειαζόταν η απομάκρυνση από κάθε είδους φανατισμό ή ιδεολογική μονομέρεια και ταυτόχρονα η αναδίφηση σε ντοκουμέντα και ιστορικές πηγές. Η σημερινή κρίση επιβάλλει την καταγραφή των συμβάντων τώρα που είναι ακόμη νωπά. Αυτό όχι για να αποκτήσει η λογοτεχνία τον ρόλο του κοινωνικού μέντορα, όσο για να αναζητήσει τους λόγους που μας οδήγησαν εδώ και, το δυσκολότερο, για να ψάξει να βρει πρόσωπα και αξίες από τις οποίες θα πιαστούμε ώστε να φτιαχτεί ένα καλύτερο αύριο.
                Ο αφηγητής του βιβλίου προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του πραγματοποιεί επτά ταξίδια σε όλη την Ελλάδα.  Σ΄ αυτά τα ταξίδια ανακαλύπτει πράγματα που άλλα τον κάνουν να νιώθει υπερήφανος που είναι Έλληνας και άλλα όχι. Η εντύπωση πως είμαστε ο ομφαλός της γης, άρα όλοι πρέπει να σκύβουν το κεφάλι μπροστά μας και να μας προσκυνούν, είναι κάτι που τον ενοχλεί αφάνταστα. Αντίθετα, όταν συναντάει ανθρώπους που είναι έτοιμοι να μοιραστούν μαζί του την μπουκιά τους, αυτό τον κάνει ευτυχισμένο. 
                Για να αποδώσω αυτά τα ταξίδια χρησιμοποίησα τη μυθοπλασία, επιστράτευσα όμως και αποσπάσματα από βιογραφίες, αναφορές σε άλλα βιβλία, σελίδες ημερολογίου και χρονικών. Ενεργό ρόλο παίζουν και οι φωτογραφίες που υπάρχουν στο βιβλίο, καθώς έρχονται να συνοδεύσουν τα πρόσωπα ή τη δράση τους. Αυτό γίνεται για να τονιστεί η συγκεκριμένη αφηγηματική σκηνή, έτσι ώστε να αποκτήσει περισσότερο “χρώμα” στη φαντασία του αναγνώστη. Αυτό είναι το ένα. Το έκανα όμως και για έναν άλλο λόγο. Πολλές απ΄ αυτές τις φωτογραφίες τις είχα καιρό στο συρτάρι μου και, επειδή μου “μιλάνε” με έναν διαφορετικό τρόπο, θέλησα με βάση αυτές τις φωτογραφίες να στήσω κάποιες μικροϊστορίες που στη συνέχεια τις ενέταξα στο μυθιστόρημα.
                Από τα πρόσωπα που υπάρχουν στο βιβλίο, είτε σημερινά είτε από παλαιότερες εποχές, άλλα είναι υπαρκτά και άλλα φανταστικά. Έτσι ο αναγνώστης θα διαβάσει για πρόσωπα από την Ιστορία, που όμως έχουν μείνει στην αφάνεια, όπως είναι λόγου χάρη η περίπτωση του Χρήστου Μηλιόνη και του Ποταγού, ή για καθημερινούς ανθρώπους που ο αφηγητής τούς συναντάει στα ταξίδια του. Από την άλλη ωστόσο υπάρχουν επινοημένα πρόσωπα, γιατί έτσι το επέβαλαν οι κανόνες της μυθοπλασίας.
                Ο τίτλος έχει μεταφορική σημασία και λειτουργεί σαν αντίστιξη στο μότο του βιβλίου, που είναι παρμένο από τη Σπηλιά του Πρόσπερου του Λόρενς Ντάρελ : “Σε άλλες χώρες μπορεί ν΄ ανακαλύψεις τοπία, παραδόσεις κι έθιμα΄ η Ελλάδα έχει κάτι σκληρότερο να σου προσφέρει – την ανακάλυψη του εαυτού σου”. Εν ολίγοις, τι πρέπει να κάνουμε όλοι μας, έτσι ώστε να διώξουμε τα πολλά κακώς κείμενα και να προχωρήσουμε προς το μέλλον με μια καινούρια νοοτροπία και συμπεριφορά. 
Προσωπικά νομίζω ότι πολλά πρέπει να γίνουν. Το κυριότερο όμως είναι πώς θα γίνει να μην μπει ο φασισμός στα σχολεία. Πώς να μην επιτρέψουμε να δηλητηριαστεί η συνείδηση των μαθητών από τις ρατσιστικές, ναζιστικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Αν το κατορθώσουμε αυτό, τότε θα μπορέσουμε να πούμε πως σαν λαός και σαν χώρα έχουμε ελπίδα για ένα πιο υγιές μέλλον.-

Κώστας Ακρίβος, Αλλάζει πουκάμισο το φίδι, Μεταίχμιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις