Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

Η μάχη της Κρήτης και το Αρκαλοχώρι


Η μάχη της Κρήτης και το Αρκαλοχώρι 20-6- 1941 Ώραν … ο ουρανός του Ηρακλείου εκαλήφθη από αεροπλάνα. Πολύχρωμες ομπρέλλες τα αλεξίπτωτα κατέρχονται ήρεμα… Από τα χωριά της υπαίθρου οι Κρητικοί παρακολουθούν το…
iscreta.gr
Η μάχη της Κρήτης και το Αρκαλοχώρι
20-6- 1941
Ώραν … ο ουρανός του Ηρακλείου εκαλήφθη από αεροπλάνα. Πολύχρωμες ομπρέλλες τα αλεξίπτωτα κατέρχονται ήρεμα…
Από τα χωριά της υπαίθρου οι Κρητικοί παρακολουθούν το θέαμα… Δεν άργησαν να αποφασίσουν…
Από το Μαλεβύζι…
Από το Τέμενος…
Από την Πεδιάδα και τις ρίζες της Δίκτης…
Αλλά και από τα πλέον απόμερα χωριά…
Οι Αρκαλοχωρίτες, συγκεντρωθέντες εξεκίνησαν εις το πλησίον χωρίον Αλιτζανήν. Ήσαν και αυτοί οπλισμένοι με ότι έκαστος ευρήκεν. Άλλοι με όπλα παλαιά, αλλά … χωρίς φυσίγγια. Άλλοι με κοπτερά εργαλεία (μανάρια, σκεπάρνια κλπ.) Άλλοι με χονδρές σπαθόβεργες και χουρχούδες…
Εις το μικρόν αυτό χωρίον, την Αλιτζανήν, διέμενεν ο τέως Στρατιωτικός Διοικητής Κρήτης, Στρατηγός Ι. Σ. Αλεξάκης, ασθενών από πολλών ημερών. Αφήκε την κλίνην και υπεδέχθη με συγκίνησιν την συνάθροισιν εκείνην των Αρκαλοχωριτών εις την οποίαν προσετέθησαν και οι ομοχώριοί του Αλιτζανιώται και άλλοι από τα γύρω χωριά.
Από το τηλέφωνον του Σχολείου ο Στρατηγός επεκοινώνησε με τας υπηρεσίας Χωροφυλακής Καστελίου Πεδιάδος, Αγιών Παρασκιών και Αρχανών, με τας οποίας αντήλλαξε τας υπαρχούσης πληροφορίας και έδωκε την γνώμην του.

Έδωκεν έπειτα οδηγίας και συμβουλάς εις τους περικυκλούντας αυτόν με ανυπομονησίαν οπλοφόρους : να σπεύσουν, αλλά με περίσκεψιν. Να προσπαθήσουν να επικοινωνήσουν με τον περί το Ηράκλειον στρατόν μας, Ελληνικόν και Αγγλικόν και να τον συντρέξουν, λαμβάνοντες εντολάς από τους Αξιωματικούς.
Να επιζητούν κύκλωσιν των αλεξιπτωτιστών, τα πλευρά και τα νώτα των. Πρόκειται δηλαδή περί «κλεφτοπολέμου». Οι πλείστοι ύστερον επέστρεψαν με γερμανικά λάφυρα : όπλα, αλεξίπτωτα και άλλα αντικείμενα…


(χειρόγραφο Στρατηγού Ιωάννου Σ. Αλεξάκη, Αθήνα 4 Νοεμβρίου 1952, αρχείο Γεωργίου Α. Καλογεράκη)

Ένα κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη


Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πώς αληθινά το…
ekriti.gr

Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πώς αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα στις τρεις τούτες μεγάλες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε κι’ έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί πού το λέμε Πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες του στο Κρητικό χώμα και γέννησε το μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή, χάρη, κίνηση και λαμπρότητα, Κρητικό πολιτισμό.

         Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει κι υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του.
         Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη, για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους. Περίμενα ν’ ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν’ απλώνονται να ζητούν την βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα Κι’ αλύγιστα.
        Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη, συλλογιζόμουν, και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή; Και ποια ακριτική πνοή τους δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με το θάνατο;
         Ο Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται το θάνατο. Μέσα από τα χαλασμένα χωριά που πέρασα, πάνω από τα νεοανοιγμένα μνήματα που δρασκέλισα, πίσω από τις κουβέντες που άκουσα, ακατάπαυτα διαπίστωσα τούτη τη μεγάλη δισυπόστατη παλικαριά: παράφορη αγάπη για τη ζωή και άφοβο αντίκρισμα του θανάτου.
          Τούτος είναι και ο πρώτος πολύτιμος καρπός που γεύεται όποιος, τώρα που καπνίζουν ακόμα τα ερείπια κι είναι ακόμα νωπά τα αίματα στις πέτρες, περιοδεύει τα χωριά της Κρήτης.
        Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί, χιλιάδες τώρα χρόνια, παλεύουν στα κακοτράχαλα Κρητικά βουνά την πείνα, την γύμνια, τους βαρβάρους. Κι’ ούτε η μοίρα ούτε οι άνθρωποι μπόρεσαν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι.
         Οι Κρητικοί, όπως όλες οι γενναίες ψυχές, στην άκρα απελπισία βρίσκουν τη λύτρωση. Πολλοί Κρητικοί, μπροστά από τα τουφέκια των Γερμανών, τη στιγμή που θα τουφεκίζονταν, έβρισκαν τη γαλήνη, κι όχι μονάχα τη γαλήνη παρά και τη χαρά της αδάμαστης ψυχής που αναγαλλιάζει γιατί της δίνεται η ευκαιρία να δείξει την αρετή της. Πολλοί, την ύστερή τους στιγμή, μπροστά από το εχτελεστικό απόσπασμα, τραγουδούσαν μαντινάδες Κρητικές ή τον Εθνικό Ύμνο. Στα Χανιά, μέσα από το γκρεμισμένο σπίτι του, ένας γεροντάκος πρόβαλε και μας είπε:
        – Ένα δάσκαλο, τον λέγαν Παπαδάκη, πήγαιναν να τον εκτελέσουν. Ένας μαθητής του τού λέει: γιατί να σκοτωθείς; Καλλίτερο είναι να φύγεις. Κι ο διδάσκαλος του αποκρίθηκε: Όχι! εγώ αυτό που τόσα χρόνια σας δίδασκα, τώρα θα το εφαρμόσω: θα πεθάνω για την πατρίδα.
         Στην κρίσιμη αυτή στιγμή κι οι πιο σακάτες γίνουνταν ήρωες. Στις φοβερές φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά, οι Γερμανοί διάλεξαν 42 παλικάρια (διάλεγαν πάντα τους καλύτερους) και πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Στο δρόμο ένας σακάτης, καμπούρης, τους συνάντησε. Στάθηκε και φώναξε στους Γερμανούς: «Σκοτώστε με εμένα να γλυτώσει ένα παλικάρι».
        – «Όχι, φύγε!» του είπαν εκείνοι. «Τότε σκοτώστε με και μένα, να γίνουν 43», φώναξε ό καμπούρης. Ντρέπουμαι να ζω εγώ ο σακάτης και να σκοτωθούν τούτοι οι λεβέντες».
       Ανήμπορες γριές, γέροι σαράβαλα, σήκωναν την φωνή τους και μιλούσαν ατρόμητα στους Γερμανούς. Σ’ ένα ωραιότατο χωριό, στα Μεσκλά, μια γριά έκρυβε έξη μήνες, με κίνδυνο της ζωής της, δύο Εγγλέζους στο σπίτι της. Μια μέρα οι Γερμανοί τους έπιασαν. Η γριά τρέχει στον άγριο Γερμανό φρούραρχο, στάθηκε μπροστά του και του φώναξε:
       – Να ξέρεις, Κομαντάντε, πως όλες οι μανάδες στον κόσμο πονούνε κι αυτός ο πόνος των μανάδων θα φάει την Γερμανία. Η Γερμανία θα χαθεί, βάνω την κεφαλή μου! Βάνεις στοίχημα Κομαντάντε; Εγώ βάνω την κεφαλή μου!
         Στεκόταν απάνω σε μια πέτρα, απόξω από το καμένο σπίτι της η γριά τούτη και μας μιλούσε, με ορθό το κεφάλι, κουρελιασμένη σαν φάντασμα. Τι δύναμη λοιπόν έχει η ψυχή του ανθρώπου και πώς μπορεί να νικήσει το θάνατο, συλλογιζόμουν.
       Άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς βοήθεια από κανένα, οι Κρητικοί από τα χωριά, από τα βουνά, κατέβαιναν στ’ ακρογιάλια, να υπερασπιστούν το νησί τους από τους άγριους, πάνοπλους αλεξιπτωτιστές που κατέβαιναν.
        Στις 19 του Μάη 1941 σκοτείνιασε ο ουρανός της Κρήτης από τα γερμανικά αεροπλάνα, άρχισαν οι βομβαρδισμοί, οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά, ύστερα στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, παντού. Ένας γέρος, από ένα χωριουδάκι κοντά στο Μάλεμε, μας διηγάται:
       – Ευτύς ως είδαμε τ’ αεροπλάνα, φωνάζαμε: Απάνω τους, μωρέ παιδιά! Πήραμε τ’ άρματα και χυθήκαμε.
       – Ποια άρματα; ρώτησα. Είχατε άρματα;
       – Πώς δεν είχαμε; μού αποκρίθηκε. Άλλοι είχαν παλιές καραμπίνες, άλλοι μαχαίρες κι όλοι είχαν ραβδιά. Την ώρα που έπεφτε ένας «ουρανίτης» ήταν ακόμα ζαλισμένος και μεις χιμούσαμε απάνω του, τον σκοτώναμε με τα ραβδιά, με τις μαχαίρες, τον ξαρματώναμε και σιγά - σιγά γέμιζε και μας η φούχτα μας πολυβόλο και περίστροφο.
        Οι Γερμανοί είχαν ορίσει να πάρουν την Κρήτη σε 24 ώρες. Η παραμικρή αργοπορία θα τους ήταν θανάσιμη. Ήξεραν πως οι Κρητικοί ήταν άοπλοι, πως όλοι οι νέοι ήταν επιστρατευμένοι και βρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα και πως οι Άγγλοι μήτε στρατό αρκετό είχαν μήτε αεροπλάνα. Ήταν λοιπόν σίγουροι πως σε 24 ώρες θα παίρναν την Κρήτη. Έκαμαν 8 μέρες. Έξη χιλιάδες αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν από τα ραβδιά και τις μαχαίρες. Ένας Κρητικός χωριάτης, όταν μ’ είδε να ξαφνιάζομαι για την παλικαριά και την αυτοθυσία αυτών των Κρητικών, μου είπε τα καταπληχτικά τούτα λόγια:
       – Γιατί παραξενεύεσαι; Εμείς ξέραμε πως γράφαμε Ιστορία!
       Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο μια άλλη χώρα, όπου οι χωρικοί να βλέπουν τον πόνο, τη θυσία, την ατομική τους καταστροφή από τόσο ύψος. Ήξερε ο Κρητικός αυτός χωριάτης πως υπάρχει στον κόσμο τούτο ένα αγαθό ανώτερο από τη ζωή και πως για το αγαθό αυτό πάλεψε και θυσιάστηκε όλη η ράτσα μας και πρέπει τώρα κι αυτός, ο Κρητικός χωριάτης, να παλέψει και να θυσιαστεί, και το αγαθό αυτό λέγεται Ιστορία, δηλαδή υστεροφημία, δηλαδή αθανασία.
        Πιστεύουν στο αγαθό αυτό οι Κρητικοί, όπως πιστεύουν στην ελευθερία. Πολεμούν, ξέροντας πως αν δεν μείνει τ’ όνομά τους, θα μείνει και θα ζήσει το έργο τους. Και τώρα πού κανείς δε φαίνεται να θυμάται πως η Κρήτη έσωσε τον συμμαχικόν αγώνα στην Εγγύς Ανατολή και πως επέδρασε οριστικά στην πορεία του παγκοσμίου πολέμου, και τώρα πού οι ξένοι δεν φαίνονται να θυμούνται τη θυσία και την εποποιΐα της Κρήτης, οι Κρητικοί δεν έχασαν το θάρρος τους και την πίστη τους. Άστεγοι, πεινασμένοι, αδικημένοι, στέκουνται μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών τους και δε μιλούν. Σφίγγουν, βλέπετε, το χρέος τους και τα καλά παλικάρια δεν προσμένουν αμοιβή. Η Ιστορία θα τους κρίνει κάποτε. Και θα πει τότε για την περηφάνια τους και την παλικαριά τους — και θα τους προβάλει τότε σαν παράδειγμα ηρωισμού και αυταπάρνησης σ’ όλους τους μεγάλους και τους ζωντανούς αυριανούς λαούς.
        – Δεν έχουμε ένα σκαμνί να σε βάλουμε να καθίσεις, δεν έχουμε ένα ποτήρι να σου δώσουμε νερό, δεν έχουμε κομμάτι ψωμί, αν πεινάς, δεν έχουμε τίποτα, τίποτα! Όλα μας τα κάψαν και μας τα πήραν οι Γερμανοί. Έτσι μου λέγαν κάτω από ένα πλάτανο στη μέση του γκρεμισμένου χωριού, οι μαυροφόρες πού ξεπρόβαλαν από τα χαλάσματα.
        Δεν έχουμε μήτε και άντρες να κουβεντιάσουν μαζί σου! Να, μόνο τούτα τ’ αρσενικά απομείναν, είπε μια χλωμή γυναικούλα δείχνοντάς μου δυο τρία μωρά που βύζαιναν στον κόρφο τους οι μανάδες.
        – Φτάνουν αυτά για μαγιά! φώναξε μια γριά. Τα ίδια δεν πάθαμε και στην επανάσταση του 66; Εγώ ήμουν μικρή, μα θυμούμαι. Δυο τρία μωρά είχαν πάλι απομείνει κι’ από αυτά αναπιάστηκε πάλι όλο το χωριό. Μη φοβάστε, μωρέ γυναίκες, είπε, γυρίζοντας στις μαυροφόρες που σώπαιναν, μη φοβάστε, μαγιά πάντα απομένει!
          Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της, γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 8 μήνες δύο Άγγλους στρατιώτες. Το μάθαν οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκουνταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή χαροκαμένη, με μάτια όλο φλόγα, και μου μιλούσε:
         – Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γιούς μου πέρασαν, νύχτα βαθειά, δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμη το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μία γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν.
         – Ψωμί! μου φώναζαν, ψωμί! Οι χωριανοί μου είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο, μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν τούς έδωκα και μια κουβέρτα, που μου είχαν δώσει βγήκα από τη γωνιά τους έβαλα να κοιμηθούν.
        – Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γιούς σου;
        – Το καμα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, και κατέχω ίντα θα πει πόνος τής μάνας.
         Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη• η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο το ατομικό και τον πιο φοβερό: άκουγα τη γριά και τα μάτια μου βούρκωναν. Οι δυσκολίες και οι τραχύτητες της ζωής δε λυγίζουν την Κρητική ψυχή. Αντίθετα την πυρώνουν και την δυναμώνουν. Ζόρικη, αβόλευτη, τραχιά είναι η γη της Κρήτης. Κι’ όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες ή οι ψυχές που πλάστηκαν από τέτοιους βράχους και τέτοιαν αρμύρα δεν σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: Φτάνει! τότε η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο• δεν ξέρω πια αν αγαπάει ή αν μισεί τα παιδιά της• ένα μονάχα ξέρω: ότι τα μαστιγώνει ως το αίμα.
        Υπάρχει και κάτι άλλο όμως στην Κρήτη. Υπάρχει κάποια φλόγα — ας την πούμε ψυχή — κάτι πιο πάνω απ’ τη ζωή κι απ’ το θάνατο, πού είναι δύσκολο να το ορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνια, το πείσμα, κάτι άλλο, ανέκφραστο κι’ αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος. Να χαίρεσαι, μα και συνάμα σου δίνει μεγάλη ευθύνη. Γιατί ενώ νιώθει πως έχεις χρέος να κάμεις ό,τι μπορείς, για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθειά σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί. Σώζει, δεν σώζεται. — Ένα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη της δικής του ψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν’ απατήσει τον εαυτό της ή τούς άλλους και που πάντα τολμάει ν’ αντικρύζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη θεά εκείνη που δεν κάνει χατίρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός: την αγέλαστη κι’ αδάκρυτη θεά, την ευθύνη.

...στα ημερολόγια του Γ. Σεφέρη

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε τη δημοσίευση του χρήστη IScreta.gr.
Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό•
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης•
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε.

Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος και η μάχη της Κρήτης στα ημερολόγια του Γ. Σεφέρη Ομιλία του Ηρακλή Καλλέργη, Ομότιμου Καθηγητή Φιλολογίας του…
iscreta.gr


Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος και η μάχη της Κρήτης στα ημερολόγια του Γ. Σεφέρη


Ομιλία του Ηρακλή Καλλέργη, Ομότιμου Καθηγητή Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών
Αγαπητοί φίλοι,
Ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) δεν υπήρξε μόνο ένας μεγάλος ποιητής, που δόξασε την Ελλάδα αποσπώντας το βραβείο Νόμπελ, αλλά και ένας διπλωμάτης καριέρας. Πιο συγκεκριμένα, μετά το τέλος των νομικών του σπουδών στο Παρίσι, εισήλθε στο διπλωματικό σώμα ως ανώτερο στέλεχος του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου και υπηρέτησε, σε διάφορα πόστα, επί 36 συναπτά έτη, δηλαδή από το 1926 ως το 1962, οπότε υπέβαλε παραίτηση. Κατά το διάστημα 1040-1944, αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στο εξωτερικό, όπου ακολούθησε την εξόριστη ελληνική Κυβέρνηση, είχε τη δυνατότητα, λόγω της θέσης του ως επικεφαλής της Υπηρεσίας Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών, να παρακολουθεί «εκ των έσω» και «εκ του σύνεγγυς» όλες τις φάσεις του εν εξελίξει πολέμου –στον οποίο ακούσια εισήλθε η χώρα μας την αυγή της 28ης Οκτωβρίου 1940– συμμετέχοντας ενεργά στα διπλωματικά δρώμενα.

Αναφέρω ενδεικτικά ότι αυτός, μαζί με τον υπηρεσιακό του προϊστάμενο Νικολούδη, συνέταξε το διάγγελμα του βασιλιά Γεωργίου Β΄ στις 28 Οκτωβρίου. Επίσης, την ημέρα της γερμανικής εισβολής, 6 Απριλίου 1941, ήταν εκείνος που δήλωσε στους εκπροσώπους των ξένων μέσων ενημέρωσης: «Είμεθα αποφασισμένοι να ζήσωμεν ελεύθεροι ή να αποθάνωμεν».
Όλη αυτή η πολύτιμη διπλωματική εμπειρία, από τις παραμονές του πολέμου ως την απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά, είναι καταγεγραμμένη στον 3ο και 4ο τόμο του προσωπικού του ημερολογίου, που κυκλοφόρησε σε 7 τόμους μετά το θάνατό του με το γενικό τίτλο Μέρες, και στον Α΄ τόμο του Πολιτικού Ημερολογίου, που κυκλοφόρησε, επίσης, μετά το θάνατό του, σε δύο τόμους. Πρόκειται για κείμενα γραμμένα με εντιμότητα και αίσθημα ευθύνης, που αποστάζουν πείρα και βαθιά γνώση της πολιτικής κατάστασης εκείνης της εποχής, αποτελούν επομένως πολύτιμα ιστορικά ντοκουμέντα.
Ας προσθέσω στα προηγούμενα ότι ο Σεφέρης, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο του 1941, στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής, ολοκλήρωσε τη συγγραφή ενός εξαιρετικά σημαντικού κειμένου, που ο ίδιος ονόμασε Χειρόγραφο Σεπτ. ’41. Εδώ ο νομπελίστας ποιητής μας εξιστορεί –με σπάνια νηφαλιότητα, ειλικρίνεια και νοηματική διαύγεια– όλα τα πολιτικά γεγονότα, που επηρέασαν τη ζωή και τη σταδιοδρομία του, αρχίζοντας από το 1914 και φτάνοντας ως το Δεκέμβριο του 1941. Ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά είναι όσα γράφονται στο κείμενο αυτό για τον Μεταξά και για τα γεγονότα που συνδέονται με την επίθεση των Ιταλών και τη γερμανική εισβολή.
Παράλληλα με τη διπλωματική του δραστηριότητα και τις ημερολογιακές εγγραφές, ο Σεφέρης όλο το διάστημα του πολέμου δεν έπαψε να γράφει ποίηση –αν και όχι πάντα με την ίδια συχνότητα–, όπου μετακένωνε τον πυρακτωμένο συναισθηματικό του κόσμο και μετουσίωνε καλλιτεχνικά τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς του. Έτσι, στα γραπτά του έχουμε τη δυνατότητα να πάρουμε μια γεύση της περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέσα από τον απηκριβωμένο και σαφή λόγο του διπλωμάτη και μέσα από την πυκνή και συμβολική γλώσσα του ποιητή. Ωστόσο, επειδή η σεφερική ποίηση παρουσιάζει άκρως δυσχερή ερμηνευτικά προβλήματα, στη διάλεξή μου θα περιοριστώ σε γενικές επισημάνσεις και θα επιμείνω περισσότερο στις ημερολογιακές εγγραφές του διπλωμάτη Σεφέρη, για τις οποίες οφείλω να δώσω κάποιες επιπλέον διευκρινίσεις.
Τα κείμενα του Πολιτικού Ημερολογίου, παρά το ότι διακρίνονται για την αντικειμενικότητα, την ακρίβεια της πληροφόρησης και την κριτική οξύνοια των επισημάνσεων, είναι εξαιρετικά δύσχρηστα, ιδιαίτερα για τους σκοπούς μιας διάλεξης, λόγω του μεγάλου όγκου των υπηρεσιακών στοιχείων και των ποικίλων λεπτομερειών που καταγράφονται, ώστε να γίνεται τελικά δυσχερέστατος ο εντοπισμός των ουσιωδέστερων πληροφοριών. Γι’ αυτό στη διάλεξή μου αξιοποιούνται επιλεκτικά.
Αντίθετα, στις Μέρες ο Σεφέρης είναι πολύ πιο ουσιαστικός και καίριος. Στους τόμους Γ΄ και Δ΄, που καλύπτουν μια περίοδο περίπου 10 ετών, δηλ. από τις 16 Απριλίου 1934 ως τις 31 Δεκεμβρίου 1944, ο Σεφέρης, πέραν των πληροφοριών και κρίσεων για πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που συνδέονται με την ιδιότητά του ως διπλωμάτη, τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα και τις πολιτικές ζυμώσεις στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, διατυπώνει και ποικίλες άλλες απόψεις για ζητήματα της ποίησης και της γενικότερης πνευματικής ζωής και εκφράζει τις πολύμορφες συναισθηματικές διακυμάνσεις που του προκαλεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Πρόκειται όχι μόνο για ένα ορυχείο πληροφοριών για κρίσιμα ιστορικά ζητήματα της ταραγμένης εκείνης εποχής, αλλά και για ένα πανόραμα ποικιλόχρωμης και αυθεντικής εσωτερικής ζωής. Επιπλέον, επειδή οι ημερολογιακές αυτές εγγραφές είναι αρκετά επεξεργασμένες και όχι σπάνια προσλαμβάνουν τη μορφή λογοτεχνικών κειμένων, μας επιτρέπουν να παρακολουθούμε ευχερέστερα τη μετάβαση σε ποιητικά μορφώματα, όπου επιμέρους σύγχρονα γεγονότα ή καταστάσεις μεταφέρονται στη σφαίρα των αισθητικών διεργασιών και των ιδεολογικών γενικεύσεων.
Αλλά ήδη επείγομαι να προχωρήσω στην επιλεκτική –λόγω του περιορισμένου χρόνου– ανάγνωση κάποιων αποσπασμάτων από το Χειρόγραφο Σεπτ. 41 και από τις ημερολογιακές εγγραφές, αποφεύγοντας όμως οποιαδήποτε κριτική των απόψεων του Σεφέρη για την πολιτική και τους πολιτικούς της εποχής του. Ο καθένας, εξάλλου, απ’ όσους συγκροτούν το αποψινό εκλεκτό ακροατήριο, έχει τη δυνατότητα να κρίνει τις απόψεις αυτές συσχετίζοντάς τις προς την ενεστώσα πολιτική πραγματικότητα. Το σημαντικό είναι, νομίζω, να ακουστεί η ίδια φωνή του Σεφέρη, η φωνή ενός τίμιου ανθρώπου και ενός σπουδαίου στοχαστή, που σε μια εξαιρετικά ταραχώδη περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας υπηρέτησε τη χώρα του με άκρα τιμιότητα και βαθιά συνείδηση ευθύνης.
Τρεις είναι, νομίζω, οι κυρίαρχες στάσεις που διακρίνονται στον Γ΄ και Δ΄ τόμο του προσωπικού του ημερολογίου –ενοοώ τις Μέρες–, στάσεις που διαπιστώνονται και σε άλλα κείμενά του, πεζά και ποιητικά: η απόλυτη καταδίκη του πολέμου και ιδιαίτερα εκείνου που εξαπέλυσαν οι δυνάμεις του Άξονα και που συνοδεύτηκε από απίστευτες φρικαλεότητες εκ μέρους των Γερμανών, η πλήρης απαξίωση της πολιτικής ηγεσίας του τύπου και των συνεργατών του στο ΥΠΕΞ, όπως και γενικότερα της πολιτικής, και η έκφραση απέραντου θαυμασμού για τη στάση του ελληνικού λαού στις τραγικές ώρες του πολέμου και της Κατοχής.
Ως προς το πρώτο, δηλ. την καταδίκη του πολέμου, διαβάζω αρχικά ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα από ημερολογιακή εγγραφή της 6ης Ιουλίου 1942: «Λέμε πως πολεμούμε για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός χρεοκόπησε μια και καλή με τούτο τον πόλεμο. Η Γερμανία είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και τα καμώματά της τέλεια ευρωπαϊκά, δηλαδή επιστημονικά. Μας σκοτώνουν, μας εξαρθρώνουν, μας ερημώνουν σύμφωνα με όλους τους κανόνες της επιστήμης. Δεν ήταν υπερασπιστές της Ευρώπης οι Γερμανοί, ήταν τα κακοήθη αποστήματα μιας χρεοκοπίας. Δεν έχουμε να σώσουμε τίποτα από αυτόν τον πολιτισμό, ας πάει καλλιά του: έχουμε να σώσουμε τον άνθρωπο, αν μπορούμε».
Στο Πολιτικό Ημερολόγιο, την 1η Απριλίου 1942, μας δίνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την μεγάλη πείνα που είχε ξεσπάσει στην Αθήνα και στα χωριά της Αττικής, επειδή οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, εκδηλώνοντας όλη την κτηνώδη βουλιμία και αρπακτική τους διάθεση, λεηλατούσαν κυριολεκτικά την ύπαιθρο. Διαβάζω ένα μικρό απόσπασμα από την τρισέλιδη εγγραφή της ημέρας αυτής: «Στα χωριά της Αττικής θεώρησαν οι Γερμανοί όλα τα κτήνη που ήταν επιταγμένα λεία πολέμου… Αργότερα ζήτησαν και πήραν όλα τα άχρηστα σίδερα. Το αλέτρι ήταν άχρηστο σίδερο, επειδή δεν ήταν πια ζώο να το σύρει, πήραν λοιπόν και τα αλέτρια. Το ίδιο θεώρησαν λεία πολέμου το σπόρο της πατάτας, επειδή την είχε το κράτος, όταν μπήκαν στην Ελλάδα. Μέτρησαν όλα τα «μποστάνια» της Αττικής, τις ρίζες των λαχανικών κτλ., και απαιτήσανε το 75%. Ύστερα, ήρθαν οι Ιταλοί να ζητήσουν τα άλλα 25%». Από την ίδια εγγραφή μαθαίνουμε ότι το 1942 στην Ελλάδα πέθαναν από την πείνα 500.000 άτομα. Ο Σεφέρης τελειώνει την ημερολογιακή του εγγραφή με την ίδια φράση που υπάρχει και στην αντίστοιχη στις Μέρες: «Τώρα καταλαβαίνω πως δεν είχα νιώσει ακόμη τι θα πει μίσος».
Στις 24 Ιουλίου του ’44 είναι στο Λονδίνο και, έχοντας μπροστά του την φρικτή εικόνα της καταστροφής από τις ιπτάμενες βόμβες των Γερμανών στις φτωχές νοτιοδυτικές συνοικίες της πόλης, θα γράψει στις Μέρες: «Χαλάσματα, χαλάσματα. Κάποτε τρία-τέσσερα από τα κοιμισμένα αυτά σπιτάκια ένας σωρός τούβλα και τα γειτονικά σακατεμένα. Μεγάλη, βαριά αηδία στο θέαμα της αυτοκτονικής μανίας των καιρών μας».
Στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου είναι άκρως εντυπωσιακή μια άλλη εγγραφή: «Μου διηγούνται τούτο: Στη Μακεδονία αντάρτες σκότωσαν κάτι Γερμανούς. Αντίποινα: Οι Γερμανοί πήραν 6 κοπέλες, τις βίασαν και έπειτα τις έσφαξαν πάνω στους τάφους των ανταρτοσκοτωμένων».
Ως προς την απαξιωτική στάση του απέναντι στην πολιτική και τους πολιτικούς, ο ίδιος μας εξηγεί στο Χειρόγραφο Σεπτ. ’41 ότι ήταν συνέπεια της κατάστασης που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της αντιπαράθεσης βενιζελικών και βασιλικών. Θαυμαστής του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον οποίο θεωρούσε πολιτική μεγαλοφυΐα, και σφοδρός αντίπαλος του Θρόνου, απογοητεύτηκε βαθύτατα, όταν το πολιτικό του ίνδαλμα αναγνώρισε το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος Κονδύλη, τον Ιούνιο του 1935, για την επαναφορά της βασιλείας. Γράφει, μεταξύ άλλων: «… Ο Βενιζέλος αναγνώριζε τη βασιλεία. Στις εκλογές ψήφισα το κόμμα του και την άνοιξη του ’36 πήγα στην κηδεία του στην Κρήτη. Τον έκλαψα και μαζί του έκλαψα μια ολόκληρη εποχή πλατιάς πνοής, μεγάλων αγώνων και μεγάλων ονείρων. Οπωσδήποτε, από την ημέρα που ο Βενιζέλος αναγνώρισε τη βασιλεία, ήμουν, από την άποψη της ντόπιας πολιτικής, φαρμακερά αποκλεισμένος. Δεν είχα κόμμα, αρχηγό ή συντρόφους. Αν δεν ήμουν υποχρεωμένος από τη δουλειά μου, δε θα διάβαζα ούτε εφημερίδες… Δεν είχα καμιά προτίμηση. Τους πολιτικούς τους έβλεπα όλους κούφιους, ασήμαντους και βλαβερούς».
Πράγματι, στο Πολιτικό Ημερολόγιο και στις Μέρες είναι εμφανέστατες η απογοήτευση και η περιφρόνηση που νιώθει για όλους τους Έλληνες πολιτικούς της εποχής του. Ίσως, δύο αποσπάσματα από ημερολογιακές εγγραφές συνοψίζουν όσα θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος για το θέμα αυτό. Στις 25 Απριλίου του ’44 γράφει στο Πολιτικό Ημερολόγιο: «Οι άνθρωποι που κυβερνούν τις τύχες μας, αν μπορούμε να το λέμε αυτό, μοιάζουν σαν τις γάτες που ξετυλίγουν παίζοντας ένα κουβάρι κλωστή και μπερδεύονται μέσα στα βρόχια του». Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, σχολιάζοντας την ανικανότητα των πολιτικών μας να προβλέψουν τις συνέπειες κάποιων γεγονότων, πράγμα για το οποίο δεν χρειάζεται εξυπνάδα, αλλά κάποιος λογικός ειρμός στη σκέψη, γράφει πάλι στο Πολιτικό Ημερολόγιο: «Συμπεραίνω πως κυβερνιόμαστε από ανθρώπους που είτε δε θέλουν είτε δεν έχουν τη δύναμη να δουν. Χρεοκοπημένους». Από την κριτική του γλυτώνει μόνο ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, για τον οποίο γράφει  ότι με τα νιάτα, το καθαρό μυαλό και την ιδεολογική του αγνότητα έφερε στην πολιτική ζωή αυτό που δεν μπόρεσε να δώσει ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός: έμπνευση και ενθουσιασμό.
Τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά τον κρίνει αυστηρότατα, όπως θα πούμε αργότερα, αν και δεν φαίνεται ότι αμφισβητούσε τον πατριωτισμό του. Θέλοντας ίσως να είναι δίκαιος απέναντί του και αντικειμενικός, δεν διστάζει να παραθέσει όσα είπε στο Υπουργικό Συμβούλιο –αμέσως μετά την απάντησή του στον Ιταλό πρεσβευτή Γκράτσι–, όπως του τα μετέφερε ο Νικολούδης (ο Σεφέρης σημειώνει πως πρόκειται για «στοματική μετάδοση» και δεν μπορεί να είναι ακριβώς τα ίδια του τα λόγια): «Κύριοι, με κατηγόρησαν για δύο πράγματα: πρώτα πως είμαι γερμανόφιλος και δεύτερο πως δεν έχω φαντασία και συναίσθημα, όπως ο Βενιζέλος. Είναι αλήθεια πως ανατράφηκα στη Γερμανία και πως είχα πολλούς δεσμούς σ’ αυτή τη χώρα. Αλλά, όπως μισεί κανείς ένα φίλο που δε στάθηκε στο ύψος της φιλίας του, περισσότερο από έναν αδιάφορο άνθρωπο, έτσι μισώ τώρα τους Γερμανούς. Όσο για το άλλο, είμαι βέβαια Κεφαλλονίτης και το έχω φυσικό να τα βάζω κάτω τα πράγματα και να τα ζυγιάζω. Αλλά είναι στιγμές, που, αφού τα ζυγιάσει κανείς και τα μετρήσει όλα, πρέπει να αφήσει την καρδιά του να υπαγορεύσει την τελειωτική απόφαση. Και η καρδιά μου μού λέγει πως δεν μπορώ να προδώσω μια ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων. Όποιος δεν συμφωνεί μαζί μου μπορεί να παραιτηθεί». Στην ίδια εγγραφή ο Σεφέρης συμπληρώνει: «Ο Νικολούδης μου έλεγε ότι, πριν αρχίσει η δημοσιογραφική επίθεση της Ιταλίας εναντίον μας, νόμισε χρέος του να ρωτήσει τον Μεταξά μήπως θα έπρεπε να σκεφθεί να τα φτιάξει με τους Βουλγάρους κάνοντας μερικές παραχωρήσεις (έξοδος στο Αιγαίο). Ο Μεταξάς αγρίεψε: «Όσο είμαι εγώ πρωθυπουργός, δεν παραχωρώ ούτε μια σπιθαμή ελληνικού εδάφους. Αυτά να τα κάνετε εσείς, όταν καθίσετε σ’ αυτή την καρέκλα».
Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμίσω ότι, με εξαίρεση αυτή την κολακευτική για τον Μεταξά ημερολογιακή εγγραφή, ο Σεφέρης καταφέρεται με δριμύτητα εναντίον του. Στο Χειρόγραφο Σεπτ. ’41 τον κατηγορεί ότι έγινε δικτάτορας με την υποστήριξη του Παλατιού και ότι το καθεστώς που εγκαθίδρυσε είχε απόλυτη αλληλεγγύη με τα φασιστικά καθεστώτα του Βερολίνου και της Ρώμης. Κρίνοντας τη γενικότερη πολιτική του Μεταξά υπό το πρίσμα αυτό και πιστεύοντας ότι η επίθεση των Ιταλών ήταν αποτέλεσμα συμπαιγνίας με το Βερολίνο, θεωρεί ότι το «Όχι» «ήταν –όπως κατά λέξη γράφει– η αντίδραση του ψυχόρμητου του Μεταξά στην προσωπική προσβολή και την απιστία που του είχε κάνει η τροφός του, η Γερμανία». Ψέγει, επίσης, με σκληρά λόγια τον δικτάτορα για το ότι δεν έστειλε στα σπίτια τους, αλλά κράτησε στο περιβάλλον του «όλους τους μέτριους, τους άψυχους, τους μικροκατεργάρηδες, τους ανθρώπους που δεν έχουν μέσα τους παρά μόνο το φόβο της Γερμανίας», όπως κατά λέξη γράφει. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν για τον Σεφέρη ιδεολογικά ανερμάτιστοι και ψυχικά διχασμένοι. Και το αποτέλεσμα φάνηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις.
Αλλά ξαναδίνω το λόγο στον ίδιο: «Όταν η Γερμανία ετοιμαζόταν να πέσει απάνω μας, ενώ ο λαός πολεμούσε τόσο υπέροχα (άλλωστε, ακόμη πολεμάει), η ψυχολογική σύγχυση των ψυχικά διχασμένων που έλεγα ξετραχηλίστηκε. Έτσι, φτάσαμε στα γεγονότα της τελευταίας άνοιξης (εννοεί την άνοιξη του ’41): υπουργοί πανικόβλητοι και σπασμωδικοί, διπλωματία χωρίς ειρμό και χωρίς υπόσταση, στρατηγοί που πρόδωσαν (εννοεί τον Τσολάκογλου), πρωθυπουργοί που αυτοκτονούσαν (εννοεί τον Κορυζή) και, μαζί με όλα αυτά, η ασυγχώρητη, η εγκληματική, η τραγική απώλεια της Κρήτης». Και, λίγο παρακάτω, συνεχίζει για το ίδιο θέμα: «Τα γράφω αυτά, γιατί τώρα, σ’ αυτήν εδώ την ξενιτιά, περισσότερο απ’ όλα με βαραίνει το πάρσιμο της Κρήτης. Ίσως όλα τα άλλα να ήταν μοιραία. Το πάρσιμο της Κρήτης δεν ήταν μοιραίο… Τις μέρες που οι Ιταλοί ήταν στον Αχέροντα, υπήρχαν έμπιστοι του Μεταξά που έλεγαν: «Πόσο μπορούμε να κρατήσουμε; δεκαπέντε μέρες, ένα μήνα; σε λίγο εκεί θα πάμε (δηλ. στην Κρήτη)». Ωστόσο, δεν έγινε καμιά προετοιμασία, τίποτε• κάναμε το αντίθετο. Τέλος Απρίλη, ούτε ο δρόμος από τη Σούδα στα Χανιά δεν ήταν έτοιμος. Χάσαμε τόσους μήνες• όχι• αδιαφορήσαμε –η Κρήτη ήταν το άπιστο νησί, το κλίμα του δεν πήγαινε στο καθεστώς».
Στις ημερολογιακές του εγγραφές –στις οποίες επανέρχομαι– δεν έπαψε σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου να εκφράζει την ενόχληση και την απογοήτευσή του για τη γραφειοκρατική νοοτροπία, την ανικανότητα και την ηττοπάθεια των υπουργών και των στελεχών, με τα οποία συνεργαζόταν. Γράφει, λ.χ., στις 9 Φεβρουαρίου 1941, για τους υπουργούς και τους λοιπούς συνεργάτες του Μεταξά: «… Έτσι που κάνουν θα τα καταστρέψουν όλα. Τους κατέχει ένας ανεκδιήγητος φόβος του Γερμανού. Όπου και να γυρίσεις στους υπουργούς και τα επιτελεία, απελπιστική έλλειψη πνοής».
Ψέγει με σκληρά λόγια την Κυβέρνηση Κορυζή, που ανέλαβε πρωθυπουργός μετά το θάνατο του Μεταξά, επειδή το Υπουργείο Εξωτερικών δεν θέλει να δώσει στη δημοσιότητα την είδηση ότι η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Βουλγαρία –γεγονός βέβαια που αποτελούσε το προοίμιο της επίθεσης κατά της Ελλάδας– από φόβο μήπως προκαλέσει τους Γερμανούς. Στο ημερολόγιο σημειώνει σχετικά μεταξύ άλλων: «Ο κ. Μαυρουδής (Γενικός Γραμματέας στο ΥΠΕΞ) νομίζει ότι κατ’ ουδένα λόγο πρέπει να αρθρογραφήσουμε. Άλλωστε, υπάρχουν διαβεβαιώσεις εκ μέρους των Γερμανών ότι η στάσις των δεν έχει καθόλου αλλάξει απέναντί μας… Αν είναι δυνατόν σήμερα, ύστερα από τόσο αίμα που χύθηκε στο μέτωπο και το θαύμα της ψυχής του ανώνυμου στρατού μας, να υπάρχουν όντα να σου μιλούν και να θέλουν να πιστεύουν στις διαβεβαιώσεις των Γερμανών και στα κούφια λόγια του Φον Πάπεν στην Άγκυρα… Από τις πιο αηδιαστικές μέρες της ζωής μου».
Η απογοήτευση και η αγανάκτησή του κορυφώνονται, όταν στις 23 Απριλίου, φτάνοντας στην Κρήτη –μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας από τους Γερμανούς– μαζί με την βασιλική οικογένεια και την Κυβέρνηση του νέου πρωθυπουργού Εμμ. Τσουδερού, διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει καμιά αμυντική προετοιμασία, κανένα σχέδιο, και ότι «όλα πρέπει να αρχίσουν από το άλφα», όπως κατά λέξη γράφει. Με γλαφυρό τρόπο περιγράφει – σε αλλεπάλληλες ημερολογιακές εγγραφές– την κατάσταση διάλυσης και χάους που επικρατεί στο νησί, για την οποία θεωρεί υπεύθυνους τους Άγγλους, που είχαν αναλάβει την οργάνωση της άμυνας. Εξαίρει τη διάθεση των Κρητικών να αγωνιστούν ως το τέλος –για τους καπεταναίους που κατέβαιναν από τα βουνά γράφει ότι είναι «άλλη ράτσα»–, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει το δίκαιο παράπονό τους ότι η κυβέρνηση του Μεταξά, αφοπλίζοντάς τους, ουσιαστικά εξουδετέρωσε κάθε δυνατότητα αποτελεσματικής αντίστασης του λαϊκού στοιχείου.
Στις 6 Μαΐου 1941 σημειώνει: «Ατμόσφαιρα φευγιού. Κρίμα να μην έχουν έρθει εδώ λίγοι άνθρωποι ζωντανοί σαν τις τόσες χιλιάδες που πήγαν στο μέτωπο. Τέτοια νιάτα και να κρατούν το τιμόνι οι πιο ανάπηροι, οι πιο άψυχοι άνθρωποι που έβγαλε ποτέ ο τόπος. Τι κατάρα». Στις 11 Μαΐου, 4 μέρες πριν από την αναχώρηση της Κυβέρνησης στη Μ. Ανατολή, στην ημερολογιακή του εγγραφή γίνεται πιο συγκεκριμένος και πιο οξύς για το ζήτημα αυτό: «Δεν μπορώ να καταλάβω –γράφει– γιατί ήρθε η Κυβέρνηση εδώ, αφού δεν είχε σκοπό να μείνει. Τώρα, είναι ελεεινό να βλέπει ο κόσμος αυτή την ατμόσφαιρα φυγής. Ζητούμε από έναν πληθυσμό να πάρει ηρωικές αποφάσεις και συνάμα κουρελιάζουμε το ηθικό του με τη στάση μας. Έξω οι διαδόσεις μαίνονται: «Ο βασιλιάς φεύγει», «ο Τσουδερός φεύγει»… Το απόγευμα εκφράζω τις απορίες μου στον Υπουργό Εξωτερικών Παπαδάκη:
– Τι τα θέλεις, μου λέει, εμείς είμαστε Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση δεν μπορεί να μείνει κλειστή μέσα στο φρούριο.

Αλλά όταν το φρούριο αυτό είναι ό,τι έχει απομείνει από τον τόπο; Έτσι, η εθνική υπόθεση γίνεται μια τοπική υπόθεση. Η Κρήτη από Ελεύθερη Ελλάδα, που έμοιαζε να προορίζεται μια στιγμή, γίνεται με τη μοιραία φορά των πραγμάτων μια επαρχία».
Η Κρήτη είναι η μεγάλη αγαπημένη του Σεφέρη, όπως φαίνεται σε όλα τα κείμενα της περιόδου που εξετάζουμε. Στο θρυλικό νησί βλέπει, καταρχήν, να γίνεται πραγματικότητα, μπροστά στο μεγάλο κίνδυνο, το ιδεώδες κάθε πολιτισμένης κοινωνίας: η γεφύρωση του χάσματος των γενεών, η συναδέλφωση γέρων και νέων. Στις 9 Μαΐου σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Προχτές, ένας γέρος καπετάνιος, με μεγάλα πλατιά γένια, γεμάτος ρυτίδες σαν την ελιά, μας έλεγε καθώς μας κοίταζε σαν πολύ νέα παλικάρια:
– Οι νέοι γλυκαίνονται βλέποντας τους γέρους, οι γέροι βλέποντας τους νιούς παρηγοριούνται».
Ας προσθέσω στα προηγούμενα ότι ο Σεφέρης δεν θαυμάζει μόνο τον ηρωισμό των κατοίκων της, αλλά και την ίδια τη φύση της. Στα Χανιά, όπου είχε εγκατασταθεί η υπηρεσία του, και σε στιγμές αναμονής της μεγάλης επίθεσης των Γερμανών, στιγμές χωρίς το θόρυβο των αεροπλάνων και των αλλεπάλληλων συναγερμών, θα μας δώσει, στις 5 Μαΐου 1941, με τρόπο λιτό μιαν εικόνα της ομορφιάς της: «Η θάλασσα από το παράθυρό μου, πέρα, χωρίς κανένα πλεούμενο, είναι έξοχη. Το νησί γεμάτο μυρωδιές από βότανα και λεμονάνθια. Μια αφάνταστη γαλήνη. Δεν το χωρεί ο νους του ανθρώπου πως μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη να πέσει η φωτιά και το σίδερο μέσα σε μια τέτοια κατάνυξη. Έτσι πρέπει να ήταν η Χίος την παραμονή της μεγάλης σφαγής. Έτσι».

Η μνήμη της Κρήτης τον συνοδεύει και στο εξωτερικό. Στις 22 Μαΐου –είναι τώρα στην Αλεξάνδρεια– η μοναδική ημερολογιακή εγγραφή αφορά τη Μεγαλόνησο. «Η Κρήτη• θα μας πάρουν και την Κρήτη. Αγγλικές ειδήσεις: οι Γερμανοί ρίχνουν αδιάκοπα στρατό με αεροπλάνα κι αλεξίπτωτα. Ο πόλεμος έχει φουντώσει στο νησί. Για όνομα του Θεού, πότε θα μπορέσουν οι Άγγλοι να κάνουν κάτι• αργούν, όλο και αργούν. Έχεις κάποτε την εντύπωση πως δεν ξεκίνησαν ακόμη».
Στις 29 Μαΐου, όταν πια όλα έχουν τελειώσει για την Κρήτη, η συντριβή του είναι βαθιά, όπως φαίνεται στην ημερολογιακή εγγραφή: «“Η Κρήτη, μια μεγάλη πληγή. Όλοι μας φταίμε• εσύ, εγώ, η Κυβέρνηση, οι Εγγλέζοι”, έλεγε σήμερα η Μαρώ το μεσημέρι. Είναι αλήθεια• είμαστε όλοι μέσα στο μεγάλο φταίξιμο. Οι Γερμανοί ανακοινώνουν από το σταθμό Αθηνών: “Επειδή σε διάφορα χωριά οι Κρητικοί κακοποίησαν Γερμανούς στρατιωτικούς, όταν δε βρίσκονται οι ένοχοι, θα καίγεται ολόκληρο το χωριό”. Ο Μπραΐμης ήταν άγιος μπροστά τους, κι εμείς τ’ αποσπόρια εκείνων που πολέμησαν τον Μπραΐμη• κολασμένοι».
Την επομένη, 30 Μαΐου 1941, στο ημερολόγιό του θα μας δώσει μερικές πολύ παραστατικές –θα έλεγα «φωτογραφικές»– εικόνες από τη μάχη της Κρήτης: «Στο τραπέζι η Μαρώ μου λέει τη διήγηση ενός Άγγλου αξιωματικού, που γύρισε χθες βράδυ από το Ηράκλειο. Τ’ αλεξίπτωτα μ’ όλα τα χρώματα, πέφτοντας μέσα στο χαλάζι των γερμανικών πολυβόλων. Οι Κρητικοί, άλλοι χωρίς όπλα, άλλοι χωρίς φυσίγγια, πέφτοντας με τα χατζάρια πάνω στον εχθρό: οι Νεοζηλανδοί με την ξιφολόγχη• κι αυτοί χωρίς πολεμοφόδια. Το Ηράκλειο ζωσμένο από παντού• το λιμάνι γεμάτο βουλιαγμένα καράβια και οι Κρητικοί λέγοντας στους Εγγλέζους: “Φύγετε εσείς• εμείς έχουμε τα βουνά”. Τα νοσοκομεία γκρεμισμένα πρώτα-πρώτα από τους βομβαρδισμούς. Γερμανοί αιχμάλωτοι ομολόγησαν πως το έκαναν επίτηδες, σύμφωνα με τις διαταγές, για να ρίξουν το ηθικό του κόσμου. Αφάνταστο μακελειό […]. Πάνω στο καράβι που τον έφερε σκοτώθηκαν 200, κι έχασαν δυο καράβια από τη νηοπομπή. Ο αξιωματικός αυτός άρχισε να κλαίει, όταν του μίλησαν για τους Κρητικούς».
Στις 29 Ιουλίου θα θυμηθεί και πάλι με σπαραγμό το δράμα της Αθήνας, αλλά και της Κρήτης, και θα αναφερθεί με έμφαση στην αναντιστοιχία του ήθους του ελληνικού λαού και της πολιτικής του ηγεσίας: «Πότε θα ησυχάσουμε; Μόλις σταθώ, αισθάνομαι άρρωστος• ένα σωρό μορφές πηδούν μπροστά μου: οι στρατιώτες που ζητιανεύουν μέσα στους δρόμους της Αθήνας, οι Κρητικές γυναίκες, που τις πέρασαν από την Καβάλα για να τις πάνε στη Γερμανία (τετρακόσιες έλεγε ένα τηλεγράφημα τις προάλλες), επειδή πολέμησαν μαζί με τους άντρες τους στο νησί. Οι άνθρωποί μου, οι φίλοι μου, οι δικοί μου. Και είμαι δεμένος χειροπόδαρα εδώ. Δε στάθηκε μεγαλύτερη αδικία για την Ελλάδα• μια από τις μεγαλύτερες αδικίες της ιστορίας της: οι άνθρωποι που την κυβέρνησαν, όταν ανέβηκε τόσο ψηλά».
Στις 26 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου (1941), προσπαθώντας να προσδιορίσει την ιδιαιτερότητα του Ελληνισμού, που τον ταυτίζει με τον ανθρωπισμό, εκφράζει την ελπίδα ότι, επειδή είναι Έλληνας, θα μπορέσει να απαλλαγεί από την αρρώστια του μίσους, έκφραση του οποίου είναι ο πόλεμος που συνταράσσει όλη την οικουμένη. Τις στιγμές αυτές θα ξαναφέρει στη μνήμη του μιαν από τις συνέπειες του εν εξελίξει πολέμου, δηλαδή τη δυστυχία που έχει απλωθεί στη Μεγαλόνησο, και ιδιαίτερα το χαμό μικρών παιδιών. Η δυστυχία αυτή μορφοποιείται στις εικόνες ενός ποιήματος της ημερολογιακής εγγραφής, άγνωστου ευρύτερα, με τίτλο «Κρήτη», από το οποίο διαβάζω τους πρώτους στίχους:
Στενά σοκάκια, χτίσματα λοξά, τώρα που σφύριξαν οι σειρήνες.
Παράθυρα χωρίς ανθρώπινη μορφή, με κάτι ρούχα που στεγνώνουν•
τα παλιά μπαϊράκια.
Τα σπίτια λίγο να σκύψουν ακόμη, θα πέσουν•
όχι πως είναι τόσο χαλασμένα, μόνο
που είναι θεμελιωμένα σε ψυχές παιδιών.
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι και σ’ ένα άλλο γνωστό ποίημα του Σεφέρη, το «Μέρες του Ιουνίου ’41» της συλλογής Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β΄, η Κρήτη είναι και πάλι παρούσα στους στίχους:
Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο
με το παλιό •με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας
λαβωμένο• το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.
Σε χτυπητή αντίθεση με όσα γράφει ο Σεφέρης για την πολιτική ηγεσία του τόπου και τη διπλωματία που ασκείται, απεριόριστος είναι ο θαυμασμός του για τα κατορθώματα του λαού μας στο αλβανικό μέτωπο, την ηρωική του αντίσταση στη γερμανική εισβολή και τη γενικότερη στάση του απέναντι στα προβλήματα που προέκυψαν ως συνέχεια του πολέμου και της Κατοχής. Ο ίδιος αισθάνεται πολύ δυστυχής που δεν μπορεί να βρεθεί στο μέτωπο για λόγους που επανειλημμένα εκθέτει στις Μέρες.
Ζηλεύει τον Γιώργο Θεοτοκά, που αποφάσισε να φύγει για το αλβανικό μέτωπο, και παραθέτει απόσπασμα από γράμμα του έφεδρου ανθυπολοχαγού Οδυσσέα Ελύτη, με το σχόλιο: «Γράφει από την πρώτη γραμμή• τον χαίρομαι και τον ζηλεύω».
Στις 23 Φεβρουαρίου 1941, ενώ μαίνεται ο πόλεμος στο αλβανικό μέτωπο, η μόνη εγγραφή στο ημερολόγιό του είναι τέσσερα πατριωτικά αρχαιοελληνικά ποιήματα, πολύ γνωστά: ένα του Αλκαίου και τρία του Σιμωνίδη.
Στις 7 Μαρτίου, η ημερολογιακή εγγραφή, άκρως εντυπωσιακή, αποκαλύπτει την ψυχική έξαρση και ευφορία, που του προκαλούν οι συνεχείς θριαμβευτικές νίκες του στρατού μας• «Ζούμε μεγάλες ώρες• ο ελληνικός λαός είναι στις μεγάλες του ώρες… Ξεχνάει κανείς πόσο χαμηλά πέφτουμε κάποτε… Όλη η γης, όλη η ιστορία του κόσμου κοιτάζει την Ελλάδα, αυτή τη μικρή γωνιά, αυτό τον ξερό βράχο».
Στις 24 του ίδιου μήνα κι ενώ κάμπτεται η αντίσταση της Γιουγκοσλαβίας και επίκειται η επίθεση των γερμανικών δυνάμεων εναντίον της χώρας μας, γράφει συγκινημένος: «Τώρα, στην παραμονή της μεγάλης στροφής, συλλογίζεται κανείς το βαθύ πόνο τού πολέμου, που είναι εδώ, μέσα μας, στο πλάι μας, σαν ένας αμίλητος σύντροφος από δικό μας αίμα. Συλλογίζεται τον Κρητικό, που του ’κοψαν το πόδι, και, ξανά πάλι, του τό ’κοψαν λίγο παραπάνω, που –για να μη δείξει τον πόνο του– γύρισε το κεφάλι από το άλλο μέρος τραγουδώντας “απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη” σαν ένα λαϊκό μοιρολόι. Συλλογίζεται τον Πατρινό, που έχασε και τα δυο του πόδια και το ’κρυβε από τη γυναίκα του, κι έπειτα, σαν ήρθε να τον δει στο νοσοκομείο, της είπε: “Τώρα κλαις για δυο χαμένα ποδάρια, ενώ αλλιώς θα έκλαιγες για τη λευτεριά σου”».
Στις 6 Απριλίου 1941, εκδηλώνεται η επίθεση των γερμανικών στρατευμάτων. Ο Σεφέρης θα σχολιάσει στο ημερολόγιό του με έξαλλο ενθουσιασμό τις πληροφορίες που έρχονται από το Γενικό Επιτελείο για την επική αντίσταση και τις επιτυχίες των υπερασπιστών των οχυρών μας. «Αυτό που γίνεται στη Μακεδονία –γράφει– ξεπερνά ό,τι έχει γίνει ως σήμερα. Οι δικοί μας πολεμούν με δυνάμεις 10 φορές μεγαλύτερες. Τα μηχανικά μέσα των Γερμανών είναι 100 φορές δυνατότερα από τα δικά μας. Κι όμως, τα κορμιά των Γερμανών σωριάζονται μπροστά μας σαν σακούλια της άμμου».
Στις 15 Απριλίου, η ημερολογιακή εγγραφή του Σεφέρη αποκαλύπτει, για πολλοστή φορά, το χρόνιο «έκζεμα» που τον βασάνιζε, το ότι δηλαδή δεν μπόρεσε να βρεθεί κι αυτός στο μέτωπο: «Ηρωισμοί του μετώπου της Μακεδονίας κυκλοφορούν σαν θρύλοι. Χίλιες φορές καλύτερα να μπορούσα να δώσω το αίμα μου σ’ αυτό τον πόλεμο παρά αυτά που δίνω τώρα».

Νομίζω όμως ότι ο πιο ουσιαστικός έπαινος του ελληνικού λαού και η πιο ηχηρή καταδίκη της πολιτικής υπάρχουν σε μια εγγραφή της 4ης Ιουλίου 1941: «Ξεσκεπάστηκε, με τον απεχθέστερο τρόπο, η απιστία, ο εγωισμός, η μικρότητα και η σύγχυση των πολιτικών, είτε δεξιά είτε αριστερά. Συμφωνίες του Μονάχου και ρωσογερμανική συμφωνία. Ύστερα απ’ αυτά, ποια διπλωματία να πιστέψει κανείς; Και η Ευρώπη έγινε ένα μαντρί από λύκους που ασελγούσαν και πρόβατα πανικόβλητα. Η μόνη εξαίρεση ο ελληνικός λαός: μόνος του, αμόλευτος και τόσο ξεχωριστός από τους άρχοντές του, που διαφέντευαν τις τύχες του».
Κυρίες και κύριοι,
Από τα κείμενα που διάβασα ως τώρα, ένα είναι το συμπέρασμα, άσχετα αν κάποιοι ενδέχεται να διαφωνούν με επιμέρους σημεία τους. Ο διπλωμάτης Σεφέρης, είτε στην Ελλάδα βρισκόταν είτε στο εξωτερικό, παρέμενε μια άγρυπνη συνείδηση, που πονούσε βαθιά για τα προβλήματα του τόπου και αγαπούσε με πάθος τον ελληνικό λαό, αν και ήταν εντελώς απογοητευμένος από την ηγεσία του και πλήρως αποστασιοποιημένος από τις μεθοδεύσεις ή τις σκοπιμότητες της πολιτικής. Ωστόσο, ο ευαίσθητος αυτός άνθρωπος, που έχει γράψει το γνωστό «Όπου κι αν ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει», δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει σε μιαν ιδεατή Ελλάδα, στην καθαρή ιδέα του Ελληνισμού, από την οποία αντλούσε δύναμη, για να επιβιώνει ως πνευματικός δημιουργός.

Τη θέση του αυτή ο Σεφέρης θα την ξεκαθαρίσει ήδη από τον Ιανουάριο του 1938 σε μια βαρυσήμαντη εγγραφή του Πολιτικού Ημερολογίου: «Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει. Η Ελλάδα γίνεται δευτερεύουσα υπόθεση, όταν συλλογίζεται κανείς τον Ελληνισμό. Ό,τι από την Ελλάδα μ’ εμποδίζει να σκεφτώ τον Ελληνισμό, ας καταστραφεί. Αν ήταν δίκαιο να μεγαλώσει ο τόπος αυτός, δεν ήταν για να έχουμε περισσότερους βουλευτές, νομάρχες ή χωροφύλακες• ήταν για να μπορέσει ν’ αναπτυχθεί σε μια γωνιά της γης ο Ελληνισμός –αυτή η ιδέα της ανθρώπινης αξιοσύνης και της ελευθερίας. Δεν πιστεύω σ’ αυτούς τους ανθρώπους που φλυαρούν, ή στους άλλους που δεν ξέρουν τι κάνουν• δεν εννοώ να βουλιάξω μέσα στην απερίγραπτη μιζέρια των χαρακτήρων –πιστεύω σε δυο-τρεις ιδέες, που προχωρούν, και τώρα ακόμη, ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, σ’ αυτή τη γλώσσα. Γι’ αυτές τις δυο-τρεις ιδέες, που πρέπει να ζήσουν εδώ, και μονάχα εδώ θα μπορούσαν να ζήσουν, καθώς τις σκέπτομαι, υπομένω αυτή την αθλιότητα».
Ο Σεφέρης των χρόνων του πολέμου, και ιδιαίτερα της εξορίας, είναι, στο βάθος, ένας πολύ δυστυχισμένος άνθρωπος• όχι μόνο επειδή η νοσταλγία της πατρίδας τού έχει γίνει αβάσταχτη, αλλά και επειδή στο υπηρεσιακό περιβάλλον, μέσα στο οποίο είναι αναγκασμένος να εργάζεται, νιώθει εντελώς απομονωμένος και ξένος, γεγονός που τον γεμίζει απελπισία: «Αν έφυγα από την Ελλάδα –γράφει στο ημερολόγιό του–, το έκανα για να μπορέσω να υπηρετήσω τούτο τον αγώνα, όσο και όπως μπορούσα. Δυστυχώς, βρέθηκα σε μια παρέα, που γρήγορα μ’ εξουδετέρωσε. Όλα αυτά με βασάνισαν πολλές μέρες τώρα, με γέμισαν θλίψη, μ’ απέλπισαν… Κατά βάθος όμως –συνεχίζει σε άλλο σημείο– οι ατυχίες μου αυτές είναι δίκαιες: είμαι τέλεια ξένος από αυτόν τον κόσμο. Είναι σωστό αυτός ο κόσμος να με αποκλείει».
Τα μόνα που τον παρηγορούν και του επιτρέπουν κάποια φυγή από την εφιαλτική πραγματικότητα, είναι η ενασχόλησή του με την ποίηση, η συντροφιά της αγαπημένης του γυναίκας, η πυκνή αλληλογραφία του με φίλους και η αδιάλειπτη επαφή του με τον άφθαρτο κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας. Τα αρχαιοελληνικά κείμενα, και προπάντων οι τραγωδίες του Αισχύλου, γονιμοποιούν συνεχώς τη σκέψη του και τον βοηθούν σε μια «αφ’ υψηλού» θεώρηση του φαινομένου του πολέμου. Το τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν ο μεγάλος τραγικός φαίνεται, προπάντων, σε μια εγγραφή της 13ης Ιουλίου 1941 στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής: «Δεν έχω μαζί παρά μόνο τις τραγωδίες του Αισχύλου […], που είναι ωστόσο αρκετός να γεμίσει κάμποσα χρόνια ζωής».
Κάποτε, όμως, όλη αυτή η ψυχική θύελλα, που τον συντάραξε στα χρόνια της εξορίας του, θα κοπάσει με την απελευθέρωση της χώρας και την επιστροφή του στο λιμάνι του Πειραιά στις 22 Οκτωβρίου 1944. Στο ημερολόγιό του σημειώνει: «Σήμερα κλείνω ακριβώς τριάμισι χρόνια από τότε που έφυγα από τον Πειραιά στις 22 τ’ Απρίλη 1941. Η πιο όμορφη, η πιο αλαφριά μέρα του κόσμου». Ο Σεφέρης ήταν τότε 44 ετών. Του έμεναν ακόμη 27 χρόνια δραστηριότητας και γόνιμης συγγραφικής δουλειάς.
Όπως είπα στην αρχή της διάλεξής μου, για τη σχετική με το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ποίηση του Σεφέρη, θα είμαι πολύ συνοπτικός, περιοριζόμενος σε κάποιες γενικές επισημάνσεις. Μέσα στα χρονικά όρια μιας διάλεξης, θα ήταν ουτοπικό το να επιχειρήσουμε ερμηνευτικές προσεγγίσεις σε μια ποίηση, που εμφανίζεται στο σύνολό της ερμητική, καθώς χρησιμοποιεί γλώσσα πυκνότατη και ένα ολόκληρο πλέγμα συμβολισμών και μεταφορών στηριγμένων στην τεχνική που είχαν διαμορφώσει ο Pound, o Valéry, ο Mallarmé, ο Eliot και άλλοι μεγάλοι ευρωπαίοι ποιητές.
Μολονότι υπαινικτικές ή σαφείς αναφορές στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπάρχουν και σε ποιήματα που γράφτηκαν πριν από την έκρηξή του, ο ποιητής μας επικεντρώνεται στο θέμα αυτό στη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β΄. Τα ποιήματα της επίμαχης συλλογής γράφτηκαν στη διάρκεια του πολέμου και, κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν ένα ημερολόγιο εν πλω, εφόσον ο Σεφέρης την περίοδο εκείνη ήταν σε συνεχή μετακίνηση από το ένα μέρος στο άλλο ακολουθώντας την εξόριστη ελληνική Κυβέρνηση. Τα ποιήματα αυτά είναι συνολικά 13 και καλύπτουν την περίοδο από τον Απρίλιο του 1941 ως τον Οκτώβριο του 1944.
Αποφεύγοντας τις εξειδικευμένες φιλολογικές παρατηρήσεις, πρέπει απλά να τονίσω τούτο. Ο Σεφέρης στη συλλογή αυτή, συνυφαίνοντας ιστορία και μύθο, σταθεροποιείται στην περιοχή του λυρισμού του εμείς και του λυρισμού των όλων, για να θυμηθούμε την παλαμική ορολογία. Γίνεται έτσι ο ποιητής του έθνους, όπως υπογραμμίζει και ο καθηγητής Δημήτρης Δημηρούλης, που εκφράζει όμως ταυτόχρονα τις αγωνίες και τα διλήμματα του ανθρώπου, γενικότερα, της εποχής του. Επίσης, στην επίμαχη συλλογή διακρίνονται δύο από τις κυρίαρχες στάσεις που εντοπίσαμε στις ημερολογιακές του εγγραφές: η απαξίωση της πολιτικής και η απόλυτη καταδίκη του πολέμου.
Αντιπροσωπευτικό της πρώτης στάσης είναι το ποίημα «Θεατρίνοι Μ.Α.» (Μ.Α.=Μέσης Ανατολής). Όπως επισημαίνει σε σχετικό μελέτημά του ο καθηγητής Τάκης Καγιαλής, πρόκειται για κείμενο σατιρικό, που καταγγέλλει την ασυνάρτητη και καιροσκοπική πολιτική των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής κατά τη διάρκεια του πολέμου, κυβερνήσεων, που, κατά τον ποιητή, αποτελούν οιονεί περιοδεύοντες θιάσους. Αποκαλυπτικοί του οξύτατου σατιρικού πνεύματος, που διαρρέει το ποίημα, είναι ιδιαίτερα οι πρώτοι οκτώ στίχοι:
Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά
όμως η μοίρα μας πάντα νικά
και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.
Ως προς τη στάση του Σεφέρη απέναντι στον πόλεμο, τα συναισθήματα που τον διακατέχουν και εδώ είναι η φρίκη και η αποστροφή. Και επειδή αποφεύγει τις εικόνες του ωμού ρεαλισμού, νιώθει την ανάγκη να δικαιολογηθεί:
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται…
Για τον ποιητή μας, ο πόλεμος αντιπροσωπεύει τη μέγιστη ηθική κατάπτωση, θέση που αποτυπώνεται στο ποίημα της συλλογής «Ο Στράτης Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα». Οι στίχοι «Είμαστε όλοι καθώς η Νεκρή Θάλασσα / πολλές οργιές κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου» υπαινίσσονται, νομίζω, το γεγονός ότι στη διάρκεια ενός πολέμου τα άτομα χάνουν κάθε στοιχείο ανθρωπιάς. Οι επόμενοι στίχοι του ποιήματος απτοποιούν τη φρικτή ηθική και συναισθηματική μετάλλαξη:
Στη Νεκρή Θάλασσα
δεν είναι ψάρια
δεν είναι φύκια
μήτε αχινοί
δεν έχει ζωή
…………….
Καρδιά και στόχαση
πήζουν στ’ αλάτι
που είναι πικρό
σμίγουν τον κόσμο
τον ορυχτό.
Ο ποιητής έχει βαθιά συνείδηση του γεγονότος ότι η τραγωδία του πολέμου δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί από την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή την αδυναμία του ανθρώπου να εξουσιάσει τις σκοτεινές και καταστροφικές δυνάμεις που κρύβονται μέσα του, να ισορροπήσει ηθικά και συναισθηματικά. Η απληστία, ο δόλος, η ιδιοτέλεια, που απαριθμούνται ως κύριες αιτίες του πολέμου στο ποίημα Σαλαμίνα της Κύπρος (της συλλογής Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄), είναι όλα συμπτώματα της χαμένης ισορροπίας του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο ποιητής βάζει στα χείλη ενός Βρετανού αντιπλοιάρχου, που σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης, την προσευχή:
Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό•
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης•
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε.
Στο ποίημα «Ο Στρατής ο Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» ο ποιητής υπενθυμίζει την αλήθεια ότι η αγάπη και το μίσος συνυπάρχουν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου από τη στιγμή της δημιουργίας του:
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα…
Στον πόλεμο, η αγάπη συρρικνώνεται και το μίσος, παντοδύναμο πλέον, εκδηλώνεται με όλες τις ολέθριες συνέπειες. Μοναδικός, λοιπόν, τρόπος για την αρμονική συμβίωση των λαών είναι η επίλυση των μεταξύ τους διαφορών με βάση το Λόγο, δηλαδή τη Λογική και την Πειθώ, και τη Δικαιοσύνη, που στην ποίηση του Σεφέρη χρησιμοποιείται όχι μόνο με τη συνήθη έννοια της, αλλά και με την αρχαιοελληνική, όπως αυτή προσδιορίζεται στην πλατωνική φιλοσοφία. Δικαιοσύνη, κατά τον Πλάτωνα, είναι «ομόνοια της ψυχής προς εαυτήν και ευταξία των της ψυχής μερών προς άλληλα». Ο Λόγος, λοιπόν, και η Δικαιοσύνη, έννοιες καθαρά αρχαιοελληνικές, είναι οι προϋποθέσεις για την υλοποίηση του πανανθρώπινου οράματος της ειρήνης.
Αυτό, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει επιστροφή στις αξίες του πνεύματος και δημιουργία ανθρώπων με εσωτερική ενότητα και ισορροπία, που βιώνουν «την ολόκληρον και ομόρρυθμον πνευματικήν ζωήν», όπως έγραφε ο αείμνηστος Ιωάννης Συκουτρής.
Σε όλα τα ποιήματά του ο νομπελίστας ποιητής μας αναζητά εναγώνια τον αληθινό άνθρωπο και ονειρεύεται την επικράτηση της ειρήνης και της αγάπης για την οποία στη «Στέρνα», ένα από τα πνευματικότερα ποιήματά του, απευθύνει την προτροπή:
Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώτα
στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,
ν’ αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστια
πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια
κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.
Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Γι’ αυτό, κυρίες και κύριοι, τις μέρες αυτές που –με αφορμή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης– η σκέψη μας στρέφεται στη συντριβή των δυνάμεων του ολοκληρωτισμού, έπειτα από έναν πόλεμο, που υπήρξε η απαρχή μιας ασύλληπτης σε έκταση τραγωδίας για όλη την ανθρωπότητα και ιδιαίτερα για τη χώρα μας, αξίζει, νομίζω, να θυμηθούμε τις σκέψεις με τις οποίες ο μεγάλος ποιητής μας τελείωσε την ομιλία του στη Στοκχόλμη κατά την απονομή του Βραβείου Νόμπελ το 1963: «Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απάντησή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας θυμηθούμε την απόκριση του Οιδίποδα».
Η ύπαρξη, λοιπόν, αληθινών ανθρώπων είναι η προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός κόσμου που όλοι ονειρευόμαστε και που ο Σεφέρης οραματίστηκε σε κάποιους στίχους αποκαλυπτικούς, παρά την υπαινικτικότητά τους, στίχους με ιδιαίτερη ηχητική ποιότητα:
Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν,
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει.
Λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.
Μολονότι πρόκειται για όραμα ουτοπικό, όραμα που συνεχώς συντρίβεται από την άτεγκτη πραγματικότητα, νομίζω ότι στη σημερινή συγκυρία, περισσότερο παρά ποτέ, είναι επίκαιροι οι στίχοι του Σολωμού:
Γλυκό ’ναι της Παράδεισος να μελετάς τα κάλλη.
https://www.toarkadi.gr/eidika-themata/i-maxi-tis-kritis/16-arthra-keimena-omilies/40-o-v-pagkosmios-