Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Ένα συγκλονιστικό παραμύθι για την αγάπη...

Ένα συγκλονιστικό παραμύθι για την αγάπη...
 
Ένα συγκλονιστικό παραμύθι για την αγάπη...
 
Ένα απο τα πιο γλυκά παραμύθια που αξίζει την προσοχή μας... γιατί στα παραμύθια κρύβονται οι μεγαλύτερες αλήθειες της ζωής!

Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα 'μοιαζε μ' όλα τα' άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγ
ε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό...

Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια... Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

- Μπορείς να μ' αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο... Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς...

Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.
- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πα' να πει ν' αγαπηθούμε;
- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πα' να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα...

- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν' αγαπηθούμε πα' να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!...

- Τι ωραίο να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;
- Όχι ακόμα. Γιατί ν' αγαπηθούμε πα' να πει και να 'χουμε κάτι ο ένας απ' τον άλλον. Δώσ' μου λίγο απ' το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι...
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Τώρα ναι αγαπιόμαστε.

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ' την τεράστια ταχύτητα - που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια - έγιναν ένα... Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ' τα σύννεφα...

Και πέρασε καιρός. Να 'τανε χρόνια, να 'τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ' το τρέξιμο.Θα 'θελα να γυρίσω πίσω.
- Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά ...; και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.
- Για μένα είναι. Έπειτα το 'χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν' επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω...

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε...

- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν' αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό...

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

- Εεεεεεε... ωωωωωωωωωωπ... Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρά μόνο σιωπή.

- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.

Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε... με ακούει κανείς;... Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;
Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ' αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να 'βγαινε από μέσα του.

- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!
- Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.
- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.

Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Άκου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που 'χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε...

- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;
- Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου...
- Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει...
- Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου πατούσες, δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη... Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.
Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά... Το σκιουράκι μ' ένα πόδι, κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι' αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ' άλλο.

- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό...
- Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.

Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε...

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα, μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά...

Πλατς!... Και μετά τίποτα...

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ' όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα επάνω στις πληγές του, και του 'βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά...

- Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

Όμως, είδε τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ' αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα...

- Μπορείς να μ' αγαπάς;

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

- Φοβάμαι πως δεν μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά για ν' αγαπήσω...
- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ'τη δικιά μου.
- Όμως ν' αγαπηθούμε πα' να πει να τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια.
- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;
- Ν' αγαπηθούμε πα' να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να 'μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε...

Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ'αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.
Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.
Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά ...
Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ...
Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ...
Θα 'μαστε εμείς...

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε... Ο απόηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων - λένε... Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεν τους ξανάδε..

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ (Σμύρνη, 1 Δεκεμβρίου 1901 — Ακροκόρινθος, 21 Σεπτεμβρίου 1937)αποσπάσματα

….Γιατὶ μὴν τὸ λησμονεῖτε. Ἡ δίκη καὶ ὁ θάνατος τοῦ Σωκράτη δὲν εἶναι ἁπλὸ ἱστορικὸ ἐπεισόδιο τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας τοῦ 399 πΧ. Εἶναι ὑπόθεση παγκόσμια, ὑπόθεση καθολική τοῦ ἀνθρώπου, εἰκόνα καὶ σύμβολο τῆς ἀνθρώπινης μοίρας. Ἔτσι τὴν ἀντιλήφθηκε καὶ τὴν ἀποκάλυψε ὁ Πλάτων. Καὶ ἡ δίκη τοῦ Σωκράτη ἐπαναλαμβάνεται ὡς συμβολικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ, κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ βρεθεῖ μπροστὰ σὲ μεγάλες ἀποφάσεις, ὅσες ρυθμίζουν τὴν τιμὴ καὶ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του. Ὁ καθένας μας θὰ καθίσει καὶ μιὰ καὶ πολλὲς φορές, δικαστὴς ὑπεύθυνος γιὰ νὰ κρίνει ἄν ὁ Σωκράτης ποὺ ζεῖ, ποὺ πρέπει νὰ ζεῖ μέσα μας, μπορεῖ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τῆς ἔρευνας καὶ τοῦ ἐλέγχου. Μὴν ἀκολουθήσετε τοὺς Ἀθηναίους δικαστές, μὴ θελήσετε νὰ τὸν καταδικάσετε μέσα σας σὲ σιωπὴ καὶ θάνατο. Ἄγρυπνα καὶ ἀκοίμητα δυνατὰ καὶ ἐπιβλητικά, ἀφῆστε ν’ ἀντηχεῖ στῆς ψυχῆς σας τὰ βάθη, στὴ σκέψη καὶ στὴν ἀγάπη σας, στὸν πόνο καὶ στὴ δράση σας, ἡ ἀπολλώνια προσταγή… Μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου».

(ἀπόσπασμα ἀπό ὁμιλία στὶς ἀποφοίτους τοῦ ἀμερικανικοῦ κολλεγίου ἀπονομὴ πτυχίων 1932)
Ἰωάννης Συκουτρῆς http://tiestiousia.blogspot.gr/

Ουδέποτε συνήψαμεν γνωριμίαν με την αρχαίαν Eλληνικήν λογοτεχνίαν

Με την αρχαίαν Eλληνικήν λογοτεχνίαν, ως λογοτεχνίαν, ουδέποτε συνεφιλιώθημεν ουδέ συνήψαμεν καν αληθινήν γνωριμίαν. Οι μαθηταί ουδέποτε κατώρθωσαν ν’ ανακαλύψουν τας ωραιότητας εκείνας, τας οποίας απεστήθιζον από το εγχειρίδιον γραμματολογίας, πολύ δε ολιγώτερον να τας αισθανθούν. Και οι διδάσκαλοι των εις τα γυμνάσια δεν ημπορούσαν υπέρ αυτών ούτε να τους διαφωτίσουν ούτε να τους θερμάνουν.
Από τον Όμηρον εμάνθαναν μόνο την ιστορίαν του τρωϊκού πολέμου, άφθονον λεξιλόγιον, ολίγα στοιχεία μετρικής, διά να ποδίζουν – εν κυριολεξία με τα πόδια – τους εξάμετρους, χωρίς να εξυψούνται μέχρι του στοιχειωδέστατου αισθήματος του ρυθμού.
Ποίησιν δεν εμάνθαναν, το αιώνιον ανθρώπινον ούτε. Ο Ησίοδος, που παλαιότερα εδιδάσκετο εις τα γυμνάσια, άφηνεν εις την μνήμην των μαθητών μερικάς ηθικολογίας, ως μόνον καρπόν. Η προφητική μορφή, με την φλογεράν της πιστίν εις την θείαν δικαιοσύνην και την θείαν της αποστολήν ως κήρυκος της κοσμικής τάξεως, του έργου των Ολυμπίων, ουδέ μακρόθεν ανεφάνη εις τον ορίζονταν μαθητών ή διδασκάλων. Ούτε διδασκάλων, ούτε μαθητών η φαντασία κατώρθωνε να ιδή και να αναπαραστήση την αρχαίαν τραγωδίαν ή κωμωδίαν ως θεατρικόν έργον. Και η διαισθητική των ικανότης δεν έφθανεν εις το να αντιληφθή και ζήση την τραγωδίαν, ως τραγικότητα, ως το πρόβλημα της ανθρωπίνης ζωής, που πάντα λύσιν απαιτεί και αιώνια άλυτον μένει, την πάλην μεταξύ της ανθρωπίνης προσπαθείας και της ανθρωπίνης μοίρας, μεταξύ του ιδεώδους και του πραγματικού, του ποθητού και του δυνατού.
Το αποτέλεσμα ήτο, ότι οι μορφωμένοι μας διέβλεπαν εις την γραμματικήν εκμάθησιν της αρχαίας γλώσσης είτε μυστηριώδους τινος και θαυματουργού δυνάμεως πρόσκτησιν, της οποίας η μόνη αξία – εις την αντίληψίν των – ήτο ο κόπος, που κατέβαλλον δι’ αυτήν, και η ευλαβής προσατένισις των άλλων προς τον αποκτήσαντα την γνώσιν αυτήν είτε χάσιμον χρόνου άσκοπον.
Και τα δύο αλλότρια του σκοπού της ανθρωπιστικής παιδείας. Η μεγάλη πλειονότης απέφευγε να ανοίξη κανένα από τους «συγγραφείς», του σχολείου κατόπιν, αφ’ ού δεν είχαν τίποτε να της δώσουν. Όσοι δε τους άνοιγαν και κατόπιν – και ήσαν αρκετοί – εδοκίμαζαν βεβαίως αληθινήν ευφροσύνην από την ανάγνωσίν των, αλλ’ ευφροσύνην, που δημιουργεί αυτή η ενασχόλησις του πνεύματος, ανεξαρτήτως του αντικειμένου της ενασχολήσεως, ανάλογον με την καλαισθητικήν συγκίνησιν του μαθηματικού ενώπιον των ήκιστα αισθητικών εξισώσεών του.
Δι’ άλλους η ευφροσύνη αύτη συνίστατο εις τον αόριστον εκείνον και ασύλληπτον γλυκασμόν της εκτάσεως ενώπιον της «θείας» γλώσσης. Δι’ άλλους συνεχέετο με την ανθρωπίνως ευεξήγητον ηδονικήν αναβίωσιν παιδικών και νεανικών αναμνήσεων. Η ουσία μας παρέμενε ξένη, η επαφή μας ήτο εξωτερική μόνον, ήκιστα προσωπική. Το ανώριμον της ψυχής μας όμμα την επιφάνειαν μόνο ημπορούσε να ιδή, όχι το βάθος.
Η επικοινωνία μας με τους αρχαίους δεν επήγαζεν από μέσα μας• μας προσετίθετο απ’ έξω ως φραγκική μίμησις ή βυζαντινή παράδοσις ή επέκτασις της άλλως βαθύτατα ερριζωμένης εθνικής μας συνειδήσεως…
…Την εικόνα, που παρουσιάζει η επαφή του έθνους μας, ως συνόλου, προς την Αρχαιότητα, επιβεβαιώνει και η επισκόπησις της ιστορίας της φιλολογικής μας επιστήμης. Και εις την σχέσιν της προς τον αρχαίον βίον και εις την επιστημονικήν της παραγωγήν παρέμεινε και αύτη προσηλωμένη εις την γλωσσικήν μορφήν των αρχαίων ελληνικών συγγραμάτων, με γραμματικάς και κριτικάς παρατηρήσεις ή το πολύ σχολιασμένας εκδόσεις περιοριζόμενας απλώς και αποκλειστικώς εις το γλωσσικόν στοιχείον.
Ιωάννης Συκουτρής
Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα από τα επιλεγόμενα στη μετάφραση του Th. Zielinski, “Ημείς και οι αρχαίοι”, Δημητράκος, Αθήνα 1928, σελ. 238-239 και 241 http://thenetwar.com/wp-content/themes/WpAdvNewspaper/images/netwar.jpg

Ο Ιωάννης Συκουτρής ,κορυφαίος φιλόλογος, ήταν Χίος στην καταγωγή, όπως και ο Αδαμάντιος Κοραής, φοίτησε και αυτός στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το εξαιρετικής ποιότητας έργο του, στο οποίο δεσπόζουν οι εκδόσεις και οι εισαγωγές στην Ποιητική του Αριστοτέλη και το Συμπόσιο του Πλάτωνα, αλλά και για την αυτοκτονία του σε νεαρή ηλικία.

Κοτόπιτα με κασέρι και πράσο


Κοτόπιτα με κασέρι και πράσο

για τη γέμιση

1 κοτόπουλο ή 6 μπουτάκια κοτόπουλου
1 κ.γ. μείγμα μπαχαρικών για κοτόπουλο
1 κρεμμύδι ξερό ολόκληρο
1 κ.σ. Βιτάμ
5 πράσα σε ροδέλες
5 φρέσκα κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα
1 ματσάκι άνηθο
1 ματσάκι μαϊντανό
1 κ.γ. μαραθόσπορο ψιλοκομμένο
2 αβγά
11/2 φλ. τριμμένο κασέρι
αλάτι-πιπέρι

για το φύλλο

1 κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 κ.σ. κοφτή αλάτι
1 κ.σ. ξίδι
½ φλ. λιωμένο Βιτάμ
2 με 2,5 κούπες χλιαρό νερό
αλεύρι για το άνοιγμα
3/4 φλ. λιωμένο Βιτάμ για το άλειμμα των φύλλων

Για το φύλλο

Σε μια λεκάνη ανακατεύουμε το αλεύρι με το αλάτι. ανοίγουμε μια λακκουβίτσα στη μέση και ρίχνουμε το λάδι, το ξίδι και λίγο νερό. Ζυμώνουμε προσθέτοντας σταδιακά το νερό. μόλις πάρουμε μια πολύ μαλακιά ζύμη που να μην κολλάει στα δάχτυλα, την πλάθουμε σε μπαλίτσα, την σκεπάζουμε και την αφήνουμε να ξεκουραστεί μια ώρα. Τη χωρίζουμε σε μπαλάκια στο μέγεθος λεμονιού, αλευρώνουμε μια λεία επιφάνεια και ανοίγουμε το φύλλο, αλευρώνοντας πάντα τη ζύμη και από τις δυό πλευρές της.

Για τη γέμιση

Σε μια κατσαρόλα βράζουμε το κοτόπουλο με το μείγμα μπαχαρικών και το κρεμμύδι. Το αφήνουμε να κρυώσει, το ξεκοκκαλίζουμε και το κόβουμε σε μπουκίτσες. σε ένα φαρδύ τηγάνι ζεσταίνουμε το Βιτάμ και σοτάρουμε το πράσο και το μαραθόσπορο μαζί με τα κρεμμυδάκια αφού τα αλατοπιπερώσουμε, ανακατεύοντας συνεχώς σε δυνατή φωτιά μέχρι να μαραθούν. Στο τέλος ρίχνουμε και το κοτόπουλο και συνεχίζουμε για 1-2 λεπτά το σοτάρισμα.

Κατεβάζουμε από τη φωτιά και προσθέτουμε στο μείγμα τον άνηθο και τον μαϊντανό ψιλοκομμένους. Αφήνουμε να κρυώσει η γέμιση και προσθέτουμε τα αβγά, το τυρί και λίγο παραπάνω πιπεράκι. Στο μεταξύ έχουμε ετοιμάσει τη ζύμη για το φύλλο και την έχουμε αφήσει να ξεκουραστεί. Αλείφουμε με λιωμένο Βιτάμ ένα μέτριο ταψί και το στρώνουμε με δυό φύλλα αφού αλείψουμε με Βιτάμ το καθένα. Δεν τα στρώνουμε ομοιόμορφα αλλά με ζάρες, αφού αυτά τα εξογκώματα κάνουν στο τέλος τις νοστιμότερες μπουκιές.


Απλώνουμε ομοιόμορφα τη γέμιση και τη σκεπάζουμε με άλλα δυό φύλλα, επίσης τσαλακωμένα. αλείφουμε με Βιτάμ την επιφάνεια, χαράζουμε την πίτα σε κομμάτια, τη ραντίζουμε με νερό και την ψήνουμε για 1 ώρα περίπου σε ζεστό φούρνο στους 180 βαθμούς μέχρι να ροδίσει.
athinorama.gr