Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

Μωσαϊκό: ΣΑΡΛ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ "Αλμπατρος"

Μωσαϊκό: ΣΑΡΛ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ "Αλμπατρος": ΤΑ ΡΑΝΤΙΣΜΕΝΑ(Ομάδα καλλιτεχνικών, λογοτεχνικών, αναζητήσεων) . 5 Νοεμβρίου ΣΑΡΛ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ "Αλμπατρος" ...
Η εικόνα ίσως περιέχει: πουλί, ουρανός, ωκεανός, νερό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Μωσαϊκό: Α.ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ "Γιατὶ βαθιά μου δόξασα"

Μωσαϊκό: Α.ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ "Γιατὶ βαθιά μου δόξασα": ΤΑ ΡΑΝΤΙΣΜΕΝΑ(Ομάδα καλλιτεχνικών, λογοτεχνικών, αναζητήσεων) . 5 Νοεμβρίου   Α.ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ "Γιατὶ βαθιά μου δόξασα&quo...
Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, ωκεανός, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες, φύση και νερό

Μωσαϊκό: Το φύλλο της λεύκας

Μωσαϊκό: Το φύλλο της λεύκας: ΤΑ ΡΑΝΤΙΣΜΕΝΑ(Ομάδα καλλιτεχνικών, λογοτεχνικών, αναζητήσεων) . 5 Νοεμβρίου Το φύλλο της λεύκας Έτρεμε τόσο που το πήρε ο...
Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, ουρανός, φύση και υπαίθριες δραστηριότητες

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ ( 1860 - 10 Νοεμβρίου 1938 )

 
homouniversalisgr.blogspot.com
Ο Γεώργιος Στρατήγης ( 1860 - 10 Νοεμβρίου 1938 ) ήταν Έλληνας…
 
Ο Γεώργιος Στρατήγης ( 1860 - 10 Νοεμβρίου 1938 ) ήταν Έλληνας δικηγόρος και σπουδαίος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.
Γεννήθηκε στις Σπέτσες. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια στο Βερολίνο και Παρίσι. Άσκησε το δικηγορικό του επάγγελμα στον Πειραιά και στην Αλεξάνδρεια. Η εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων σημειώθηκε πολύ νωρίς. Σε ηλικία μόλις 18 ετών εξέδωσε μελέτη "Περί της Θείας Κωμωδίας του Δάντη", ενώ από 16 ετών άρχισε να συγγράφει ποιήματα τα οποία δημοσιεύονταν στο "Μη χάνεσαι" του Γαβριηλίδη. Τα ποιήματά του αυτά αργότερα περιελήφθησαν στη ποιητική συλλογή με τον τίτλο "Ροδοδάφναι".
Το 1886 δημοσίευσε σε μετάφραση τον "Φάουστ" του Γκαίτε. Επίσης μετέφρασε το "Όνειρο Θερινής νυκτός" του Σαίξπηρ και τον "Συρανό ντε Μπερζεράκ" του Ροστάν, στη δημοτική, όπου και ανεβάστηκαν στην ελληνική θεατρική σκηνή. Πρωτότυπα επίσης έργα του (δράματα) είναι: "Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος" και "Αρχίλοχος". Το 1892 το έργο του "Έρως και Ψυχή", γραμμένο στη καθαρεύουσα, έλαβε το πρώτο βραβείο στο Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Το 1896 δημοσίευσε "Το βιβλίο της ψυχής" που αποτελεί συλλογή πρωτότυπων διηγημάτων, και αργότερα τις ποιητικές του συλλογές "Τραγούδια του σπιτιού" και "Τι λεν τα κύματα".

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 
Ματρόζος
αφηγηματικό ποίημα

Ο Ματρόζος Σπετσιώτης αγωνιστής, που χάρισε αφειδώλευτα τα πάντα στην πατρίδα, τελείωνε τώρα την ζωή του φτωχός και αγνοημένος, ενώ οι πρώην ναύτες του είχαν γίνει καπεταναίοι στα βασιλικά καράβια και ο παλιός συμπολεμιστής του Κωνσταντίνος Κανάρης ήταν υπουργός. Αυτόν, λοιπόν, τον Κανάρη -του οποίου την ζωή είχε γλυτώσει κοντά στην Τένεδο- πηγαίνει να συνάντηση ο γέρο Ματρόζος στην Αθήνα.

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ' τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ' ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν δεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που 'χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου λέγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

"Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ' αποθάνω",
στο τέλος πάντα μου 'λεγε μ' εν' αναστεναγμό,
"Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ' εύρετε μια μέρα από την πείνα...

Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ' τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή του έσωσα μια μέρα
απ' έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ' εκείνον που 'χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη".

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ' απ' το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

"Εδώ τι θέλεις, γέροντα?" ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. "Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής?". "Ποιος Κωνσταντής?". "Αυτός... ο Ψαριανός".
"Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!".

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ' τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού:
"Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!".

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να 'ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε* τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

"Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή?" σε λίγο του φωνάζει,
"γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!...".
"Ποιος το 'λπιζε να δει ποτές", ο γέροντας στενάζει,
"τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!...".
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

"Ποιος είσαι, καπετάνο μου? Και ποιο 'ναι το νησί σου?",
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
"πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ' της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη?
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη?"

Απ' έξω απ' την Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ' την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια...
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ...
Χρόνος δεν ήταν που 'καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα...

Απ' έξω απ' την Τένεδο, θυμάσαι? Μια φρεγάδα
σ' έβαλε εμπρός μ' αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ' οχτώ βατσέλα πίσω της* εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους... επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ' αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρωνώ από μακριά... κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ' εξώρκιζαν να φύγουμε* τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε* επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες... δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και "όρτσα! μάινα τα πανιά!" φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες... μ' αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε* η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: "Τι κάνεις καπετάνο?"
Κι εγώ τους λέω: "Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω...".

Και σου πετώ τη γούμενα... και δένεις το μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε* θυμάσαι? Σου φωνάζω,
"Πρώτος απ' όλους ν' ανεβείς", μα δεν μ' ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν' ανεβούν... έσκυψα κι απ' τα μαλλιά σ' αδράζω,
και σ' έσωσα κι εφύγαμε... μα δάκρυα βλέπω χύνεις!...".

"Ματρόζε μου!" δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ' άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.


Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880: Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, I. Πολέμης, K. Παλαμάς (στο κέντρο) και Γ. Σουρής. Γ. Ροϊλός, Οι ποιητές (π. 1919).

❀❀❀❀
 
συνέχεια
 

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

Μωσαϊκό: ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ

Μωσαϊκό: ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ: ΤΑ ΡΑΝΤΙΣΜΕΝΑ(Ομάδα καλλιτεχνικών, λογοτεχνικών, αναζητήσεων) ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ Θα ξεχάσω ποτέ της σκλαβιάς το χειμ...
Χαράλαμπος Στέφος

(Για την Έλλη Παππά)


homouniversalisgr.blogspot.com
(Για την Έλλη Παππά)

Τα βήματά σου αργά , μελαγχολικά
σ΄ έφεραν ως εδώ,
αποκαμωμένη απ’ τους αγώνες σου,
οδηγημένη από το όραμα της ελεύθερης πατρίδας!
Κι αγνάντεψες έναν κόσμο
που κινδυνεύει να εκραγεί,
γιατί, σαν κόπασαν τα μίση,
περίσσεψε η απληστία,
και επιτήδειοι, με στρατιώτες τα συμφέροντα,
πολεμούν να νικήσουν το πνεύμα εκείνων
που αντιμάχονται τον πλούτο!
Ελλάδα των Ελλήνων της Έλλης!
Έλλη των Ελλήνων της Ελλάδας!
Ποια να’ σαι άραγε εσύ που διαδηλώνεις,
εσύ, που πήρες τη ζωή στα σοβαρά,
θύμα ,στα θύματα ενός θύτη
που υπονόμευσε τα θεμέλια της πατρίδας,
των ανθρώπων της,
της ανθρωπότητας !
Η βία το καταφύγιό του
σ’ έναν κόσμο
που δεν ακολουθεί τα βήματά σου,
σα γράφεις συνθήματα, στίχους,
ειρμούς μέσα στα δύσκολα.
Όλες οι σοφιστείες, των εγκεφαλικών
τάχα ανθρώπων, έρχονται στο μυαλό σου
ατόφιες ,σαν και τώρα που μιλάς για το παρελθόν!
Τι να σκεφτώ!
Την τύχη σου, που σ’ έφερε μπροστά στη σύλληψη,
στη φυλακή,
αλλά άξιζε ,γιατί κυοφορούσες μια ζωή,
σε πείσμα της κατάρας που δεν έλεγε να σβήσει.
Και τώρα να,
27-10-2009
διαβάζω το όνομά σου στην εφημερίδα
ως παρελθόν ,ως ανίκητο παρελθόν,
που δε θα σβήσει,
γιατί του ονείρου σου η φλόγα
υψώθηκε νωρίς πάνω απ’ τα κεφάλια των αδίστακτων,
φώτισε τον ουρανό ,και φωτίστηκε το άστρο σου,
που αιώνες θα κινείται
στην ίδια τροχιά της νίκης και της ελπίδας
μέσα απ’ το επέκεινα ,μέσα απ’ τα λόγια μας ,
που θα μιλούν για σένα:
«Όμορφη η ζωή μα και αφόρητη
όταν την κοιτάξεις κατάματα
με τα «όχι» και τα «μη»
που σε κάνουν περίεργο, σχεδόν καχύποπτο
απέναντι στο ίδιο το όνειρό σου ,
καχύποπτο στην αυθεντία
που θέλει την καταπίεση
ως μέσο ανάδειξης της ικανότητας
να εξουσιάζει».
Έτσι δάμασες τα δύσκολα ,τις δήθεν αυθεντίες,
ορμήνεψες τους αλλοστρατημένους
και μας έφερες ως εκεί,
που χαράζει η ελευθερία,
που φωτίζει άπλετα ο ήλιος,
που οι λαοί καταλαβαίνουν τι θα πει αυτό που έλεγες:
«κοινωνικοπολιτική χειραφέτηση»!

Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια τα 15α Καβάφεια

 

ekalexandria.org
 

Τα 15α Καβάφεια θα πραγματοποιηθούν φέτος από 1 έως 3 Οκτωβρίου, σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια. Ένας θεσμός που ξεκίνησε το 1991, με σκοπό να αναδείξει την προσφορά του έργου των Αιγυπτίων λογοτεχνών στην ελληνική ποίηση και λογοτεχνία, με τον αείμνηστο Κωστή Μοσκώφ να βάζει τότε το «θεμέλιο λίθο» της διοργάνωσης.

Μία εξαιρετικά σημαντικής διοργάνωσης που αναλαμβάνουν το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού από κοινού με το Υπουργείο Πολιτισμού της Αιγύπτου, υπό την αιγίδα της Ελληνικής Πρεσβείας στο Κάιρο και της περίφημης Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης.

Φέτος, όπως σε κάθε διοργάνωση, κατά την πρώτη ημέρα των Καβαφείων, την 1η Οκτωβρίου, θα απονεμηθούν τα λογοτεχνικά βραβεία Καβάφη σε μεγάλη εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην Όπερα του Καΐρου, κατά την οποία θα πραγματοποιηθεί μία συναυλία του Κώστα Θωμαΐδη και της Ρίτας Αντωνοπούλου, σε μελοποιημένη ελληνική ποίηση, με περισσότερα έργα να αντλούνται από το έργο Καβάφη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ίδια εκδήλωση θα συμμετάσχει και το αιγυπτιακό μουσικό συγκρότημα Χάλιντ Σαμς, το οποίο επίσης θα αποδώσει τραγούδια εμπνευσμένα από μεταφρασμένα έργα Ελλήνων ποιητών.

Την επομένη, 2 Οκτωβρίου, αναμένεται να ξεκινήσουν στην Αλεξάνδρεια, στο Μέγαρο της Βιβλιοθήκης, οι εργασίες του Συμποσίου των Καβαφείων που θα διαρκέσουν δύο ημέρες με εισηγήσεις ειδικών της ποίησης και της λογοτεχνίας.

Παράλληλα, θα πραγματοποιηθούν και τα εγκαίνια της φωτογραφικής έκθεσης της Μαρίας Στέφωσης με τίτλο: «Κρυφή Μνήμη – Το Αβερώφειο Γυμνάσιο Αλεξάνδρειας».

Οι εργασίες των 15ων Καβαφείων θα ολοκληρωθούν στην Αλεξάνδρεια με συναυλία που θα δώσει ο Κώστας Γανωτής, ερμηνεύοντας μελοποιημένη ελληνική ποίηση.    

 

Νίκος Καββαδίας

 
newsone.gr
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Ματζουρίας, από γονείς Κεφαλονίτες. Όταν ήταν πολύ μικρός η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, για μερικά χρόνια έζησαν στην Κεφαλονιά και μετά στον Πειραιά. Το 1929 ο Καββαδίας πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγο αργότερα μπάρκαρε ναύτης σε φορτηγό. Τον «Άγιο Νικόλαο».
Ταξίδεψε για μερικά χρόνια, θέλοντας να γίνει καπετάνιος, μα έχοντας χάσει καιρό με τις περιπλανήσεις του, αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Με μια διακοπή για να πολεμήσει στην Αλβανία, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το 1944 και μετά ταξίδεψε αδιάκοπα σε όλο τον κόσμο, μέχρι τον Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες αργότερα, θα φύγει από εγκεφαλικό επεισόδιο στο νοσοκομείο, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.

Ο Νίκος Καββαδίας ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του….
Ας τον γνωρίσουμε μέσα από το έργο του..
«Θυμάμαι την πρώτη μου αναχώρηση μ’ ένα μεγάλο ποστάλε. Τη στιγμή εκείνη που πραγματοποιούσα το λαμπρότερον όνειρό μου, ήμουνα γιομάτος αμφιβολία και φόβο. Θυμάμαι την κωμικοτραγικήν αρρώστια της θάλασσας, που για καιρό με βασάνιζε. Έπειτα τις αφίξεις στα χαρούμενα λιμάνια της Μεσογείου. Η Μαρσίλλια, η Νεάπολις, η Μπαρτσελόνα, οι βαμμένες γυναίκες των μπαρ, οι συχνές αναχωρήσεις, οι γυναίκες που ταξιδεύουνε, οι αποχαιρετισμοί, τα δάκρυα, οι σβησμένοι λυγμοί και τα μαντίλια, που ανεμίζονταν μ’ είχαν τόσο μαγέψει, ώστε να σβηστεί κάθε αμφιβολία και φόβος που είχε γεννηθεί μέσα μου.

Ύστερα στα μαύρα, σαν πένθιμα, φορτηγά. Δεν υπάρχει θλιβερότερη αναχώρηση, και η ζωή μέσα σ’ αυτά είναι πένθιμη. Η σιγή που βασιλεύει είναι βασανιστική.
Εδώ μέσα στα φορτηγά δεν μιλούν ποτέ δυνατά. Οι πλώρες είναι πάντα σκοτεινές, γεμάτες βαριά μυρωδιά, και μοιάζουν σαν μεγάλα κελιά φυλακών.
(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)»

συνεχεια
 https://www.newsone.gr/paraxena/nikos-kavvadias-ektos-apo-ti-mana-ke-ton-patera-sou-kanis-de-se-niazete-pragmatika/