Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ "ΕΛΕΝΗ"


File:A Summer Shower, by Charles Edward Perugini.jpg


Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε - σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει άλλου ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' αλλά μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!

ΠΙΝΑΚΑΣ Charles Edward Perugini -A Summer Shower

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Ε Ξ Ο Δ Ο Σ !!

Ε Ξ Ο Δ Ο Σ !!

Τα πολύχρωμα όνειρα, τ' ανθού της νεολαίας,
οι ελπίδες του αύριο, της μελλοντικής γενιάς,
οι οραματισμοί ζωής, μιας 'Ανοιξης αθώας,
σχέδια γοητευτικά, κόκκινα, ερωτικά,
στα μαυρόνερα, στη λάσπη, στα βαθιά του ποταμού,
στα τοξικά απόβλητα, μιας τάξης βιαστών,
βουτήχτηκαν, βυθίστηκαν' η ζωή μες την σκουριά,
την εποχή της σκοτεινότητας, της βίας των αστών.
Έξοδος!! Έξοδος!!

Ιδέες προοδευτικές, διόλου επιθυμητές,
σκέψεις πρωτοποριακές, αλλά όχι συμβατές,
γνώσεις πολυδιάστατες, στο σύστημα μη δεκτές,
αντιλήψεις ανατρεπτικές, πού 'παν όχι στις σκιές,
απαξιώθηκαν ταχιά, πριν ανθίσουν μια φορά,
ξέμειναν μες την σκουριά, άχρηστες παντοτινά,
πνίγηκαν με μια θηλιά, στου βορβόρου τα νερά,
θάφτηκαν στην χωματερή, σαν σκουπίδια της ζωής.
Έξοδος!! Έξοδος!!

Μέσα ενημέρωσης, προκατασκευασμένα,
ν' αποβλακώνουν το μυαλό, προσανατολισμένα,
με κάλπικα λόγια, πλανερά, την αλήθεια αφανίζουν
θρασιά παραπληροφορούν, διαφθείρουν, εκμαυλίζουν,
μ' εικόνες χρωματιστές, τις μάζες τρομοκρατούν,
υποταγμένες, άβουλες, τις συνειδήσεις κρατούν.
Ατέλειωτη η λίστα των δειλών, ατέλειωτη και των τυφλών,
για να ζουν σε φυλακή, χώρια μυαλό, χώρια κορμί.
'Εξοδος!! Έξοδος!!

Κι' όλα τα στρεβλά που παίρνουν, στο μυαλό αποθηκεύουν,
η ζωή ένα μακελιό και προστρέχουν στον Θεό!
Δύσμοιροι και πεινασμένοι' σεις! εξαθλιωμένοι,
νεκροθάφτες των εφήβων' άθλιοι των Αθηνών,
βάλτε θάρρος στην ψυχή και σηκώστε το κορμί,
δεν αντέχεται η φθορά, η ζωή μες την σκιά,
βγάλτε τον φόβο απ' την καρδιά και γεμίστε με φωτιά,
τούτ' η μάχη όλους αφορά και η λύση είναι μια!
Έξοδος!! Έξοδος!!

Η Έξοδος στο Μεσολόγγι οδηγεί!
Σ.Κ.










Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Τ' ΑΣΤΕΡΙ ΤΟΥ ΒΟΡΙΑ




Μεταφορτώθηκε στις 19 Φεβ 2010
Τ' ΑΣΤΕΡΙ ΤΟΥ ΒΟΡΙΑ
ΜΟΥΣΙΚΗ: ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
ΣΤΙΧΟΙ: ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΠΑΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ AMERICA AMERICA ΤΟΥ ΕΛΙΑ ΚΑΖΑΝ
(Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Ριζιώτης & Γιώργος Ρωμανός ( Ντουέτο ) )

Τ' αστέρι του βοριά
θα φέρει ξαστεριά
μα πριν φανεί μέσα από το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ' αγκαλιάσω ξενιτιά

Κι εσύ χαμένη μου Πατρίδα μακρινή
θα μείνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ' άλλη γη

Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,
Τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή

Φεγγάρια μου παλιά
καινούρια μου πουλιά
διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ' το βουνό
για να με δείτε να περνώ
σαν αστραπή στον ουρανό.


THE NORTH STAR
COMPOSER: MANOS HADJIDAKIS
LYRICS: NIKOS GATSOS
SINGING: LAKIS PAPPAS
FROM THE MOVIE: AMERICA AMERICA BY ELIA KAZAN


The northern star
will bring the clear, starry sky
but before the sails appear out of the sea
I will become wave and fire
to embrace you foreign land

and you my lost, distant Country
you'll remain a caress and a wound
before the sun rises in another land

I am now flying to the feast of life
I am now flying to my joy's celebration

My old moons
my new birds
chase the sun and the day over the mountain
to see me cross
the sky like lightning

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Γ ΡΙΤΣΟΣ "Ρωμιοσύνη"

Αποτέλεσμα εικόνας για Γ ΡΙΤΣΟΣ "Ρωμιοσύνη"
 
 
Γ ΡΙΤΣΟΣ "Ρωμιοσύνη"
Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή, σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του, σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Πόσο σ΄αγαπώ...Γιάννης Κούτρας...


Μουσική: Γιάννης Χατζηνάσιος
στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Πόσο σ' αγαπώ

Πόσο σ' αγαπώ
στην άπλα του καλοκαιριού
πόσο σ' αγαπώ
στις γειτονιές του φεγγαριού
πόσο σ' αγαπώ
τις νύχτες που φεγγοβολάς
μέσα στο αίμα μου κυλάς
και με φιλάς.

Πόσο σ' αγαπώ
γι' αυτό το γέλιο ποταμό
πόσο σ' αγαπώ
για τη σιωπή και τον καημό
πόσο σ' αγαπώ
τις νύχτες που φεγγοβολάς
μέσα στο αίμα μου κυλάς
και με φιλάς.

Πόσο σ' αγαπώ
γι' αυτά τα μάτια τα ζεστά
πόσο σ' αγαπώ
στα οδοφράγματα μπροστά
πόσο σ' αγαπώ
τις νύχτες που φεγγοβολάς
μέσα στο αίμα μου κυλάς
και με φιλάς.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ "Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους"

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΙΝΑΚΑΣ Γ ΓΑΙΤΗΣ




















ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ "Η Ιδιοφυΐα του Πλήθους"

Υπάρχει αρκετή προδοσία, μίσος, βία, παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο
για να προμηθεύσει οποιοδήποτε στρατό, οποιαδήποτε μέρα.

Kαι οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του.
Kαι οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη.
Kαι οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη.


Eκείνοι που κηρύττουν θεό, χρειάζονται θεό.
Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη.
Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες,
προσοχή στους γνώστες,
προσοχή σε αυτούς που όλο διαβάζουν βιβλία,
προσοχή σε αυτούς που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια,
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν,
προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να επαινέσουν
γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα,
προσοχή σε αυτούς που βιάζονται να κρίνουν,
φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν,
προσοχή σε αυτούς που ψάχνουν συνεχώς πλήθη
γιατί δεν είναι τίποτα μόνοι τους,
προσοχή στο μέσο άνδρα και τη μέση γυναίκα,
η αγάπη τους είναι μέτρια,
ψάχνει το μέτριο.

Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους,
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει,
να σκοτώσει τον καθένα.
Δεν θέλουν μοναξιά,
δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά,
θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε,

διαφέρει από το δικό τους.

Μη βρισκόμενοι σε θέση να δημιουργήσουν έργα τέχνης,
δεν θα καταλάβουν την τέχνη,
θα εξετάσουν την αποτυχία τους ως δημιουργών,
μόνο ως αποτυχία του κόσμου.
Mη βρισκόμενοι σε θέση να αγαπήσουν πλήρως
θα πιστέψουν ότι και η αγάπη σας είναι ελλιπής,
και τότε θα σας μισήσουν
και το μίσος τους,
θα είναι τέλειο..

Σαν ένα λαμπερό διαμάντι,
σαν ένα μαχαίρι,
σαν ένα βουνό,
σαν μια τίγρη.
Όπως το κώνειο.

Η καλύτερη τέχνη τους…


ΠΙΝΑΚΑΣ Γ ΓΑΙΤΗΣ








Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ "Γένεση"



Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ "Γένεση"
Αυτό το γαρύφαλλο, που κρατώντας το ανάμεσα στα τρία μου δάχτυλα το σηκώνω στο φως, μου μίλησε και παρά τον κοινό νου μου το κατανόησα.
Μι' αλυσίδα από ατέλειωτους γαλαξίες συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στη γη φωταψίες
- το σύμπαν ολόκληρο πήρε μέρος στη γέννηση
αυτού του γαρύφαλλου.
Κι' αυτό που ακούω είναι οι φωνές
των μαστόρων του μέσα του.

Όμορφη και παράξενη πατρίδα Odysseas Elytis.



Αποτέλεσμα εικόνας για πατρίδα
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά

Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
Mένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται

Κάνει να πάρει πέτρα 'τηνε παρατά
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα

Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους

Πέντε μεγάλους βγάνει πάνω τους βαρεί
Να λείψουν απ' τη μέση τους δοξολογεί.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Προς την μητέρα μου* 1874



Προς την μητέρα μου* 1874

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Μάννα μου, εγώμαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι,
οπού το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! Όπου κι αν στραφή, κι αφ’ όπου κι αν περάση,
δε βρίσκει πέτρα να σταθή, κλωνάρι να πλαγιάση.
 
Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ’ αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ’ αφρισμένη,
παλαίβω με τα κύματα, χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκουρα πλην την ευχή σου μόνη

Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μανούλά μου, ν’ αράξω
μές το βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω,
του ροιζικού μου από μακρυά τη θύρα ν’ αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κ’ εκεί ναβρώ τη μοίρά μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ. είναι πολλά σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα φύκια κι’ άμμο.
Είναι κ’ η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη,
π’ αρνήσθηκε την Παναγιά, κι’ όπώλεος δε θαύρη.

Κ’ εκείνη μ’ αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη.
«ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης.
Άλλοι επήραν τον άνθό και σύ τη ρίζα πήρες.
Όντας σ’ έπλασ’ ο θεός δεν είχεν άλλαις μοίραις».

*Reading via Literaria

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Σολωμός Διονύσιος "Η Ελληνίδα μητέρα"

 
Σολωμός Διονύσιος "Η Ελληνίδα μητέρα"

Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου,
αλλά το χέρι δεν είναι που το ’σφιγγε στη νίκη.
Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.
Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.
αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι
αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,
και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.
Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,
που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.
Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,
τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.
Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,
κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.
φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.
Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,
σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου
εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν.
Αλλά το χέρι σου ζωστό πλια στο λαιμό μου γύρω
δε θα ’ναι τότε, αλλά σ’ αυτό τ’ ολεθροφόρο ξίφος.
Της Μοίρας έτσ’ οι δύναμες, όσο τρανές κι αν είναι,
κι αν πέσεις συ στον πόλεμο, μένουν εκείνες, όπως
της κούνιας τα κινήματα που τώρα σε κοιμίζουν.
Μεγάλωσε, μεγάλωσε, μη δίχως μάνα μείνεις.
Θα ζώσει εκείνη το σπαθί μες στο βυζί αποκάτου,
κι εμπρός ! σημαία και σπαθί, ψυχή, ψυχή, και νίκη !
Την ψυχή μέσα μου γρικώ του ποθητού πατρός σου,
και χίλιες, χίλιες γύρω μου ξαστράφτουν Αμαζόνες.
Άντρες, γυναίκες είν’, κανείς δε θα ρωτά στη μάχη.
Κοίτα τους λάκκους ! – αλλά τι μπορείς συ να κοιτάξεις;
Άπειρους λάκκους, άπειρους γεμίζουν οι νεκροί μας.
πέφτουμ’ εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει,
και σ’ όλα ζει τα στήθη μας τούτ’ η πνοή και μόνη,
που φλόγα γίνεται φριχτή καθολικού πολέμου,
που κάθε γη και θάλασσα παντού περιλαβαίνει,
που ζώνει εσέ και σκίρτημα και της κουνιάς σου δίνει.
Σκίρτα, κουνιά, μ’ ευχή χαράς για το καλό που θα ’ρθει !
Γλυκά κι η τύχη μού γελά, γιατί η στιγμή ’ναι τούτη
που τ’ ακριβά σου βλέφαρα σηκώνονται κι αφήνουν
το χαμογέλιο της ματιάς να λάμψει, σ’ όλα τ’ άλλα
αβέβαιο και τρεμάμενο, αλλ’ όχι και σ’ εμένα.
Έλα σ’ εμέ, των σπλάχνων μου γλυκό βλαστάρι. θέλω
για μια στιγμή γοργά ’π’ αυτό το σπίτι να μακρύνω.
θέλω το μέτωπ’ ο καπνός της μάχης να σου ’γγίξει,
πλατιά το στήθος σου, βαθιά, να πνέξει ολέθρου φλόγα.

Μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου (1849-1902), «Διονυσίου Σολωμού τα Ιταλικά ποιήματα», Εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα 1921 – Γ. Καλαματιανού, Μ. Σταθοπούλου-Χριστοφέλλη, Ν. Κοντόπουλου, Ευ. Φωτιάδη, Ηλ. Μηνιάτη «Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄ Λυκείου»,Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1978, σ. 95-96)
Από http://paleochori-lesvos.blogspot.gr/2013_02_01_archive.html

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Κώστας Καρυωτάκης [Είμαστε κάτι...]






Κώστας Καρυωτάκης [Είμαστε κάτι...]

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.


Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.


Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.


Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Γιάννης Ρίτσος - Γεννημένος την Πρωτομαγιά του 1909


Γιάννης Ρίτσος - Γεννημένος την Πρωτομαγιά του 1909

Μὲ τόσα φύλλα

Μὲ τόσα φύλλα σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
Μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

Κάτω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ
προσμένουνε τὴν ὥρα,
προσμένουν νὰ σημάνουν τὴν Ἀνάσταση.

Τοῦτο τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας
Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

ΜΠΗΚΕ Ο ΜΑΗΣ, του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΠΗΚΕ Ο ΜΑΗΣ, του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ


ΜΠΗΚΕ Ο ΜΑΗΣ, του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

“Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα,
και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,
στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,
μεθάει και σκούζει και φρενιάζει
της γυφτουριάς το πανηγύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας.

Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει
το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι
σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,
βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει
κι από την άκρη της την άλλη,
σε μια τριγύρω νερομάννα,
γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.”

(Κ. Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας»
από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»)

Παράξενη πρωτομαγιά

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.·


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη & Μανώλης Μητσιάς Παράξενη πρωτομαγιά μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια ηρθ' ...
youtube.com

Παράξενη πρωτομαγιά μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια ηρθ' ο καιρός του "έχε γεια" τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά σκοτάδι πέφτει και συννεφιά ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές σε κουρασμένες νεκρές ψυχές σε κουρασμένες νεκρές ψυχές. 

 Παράξενη πρωτομαγιά ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση μα της καρδιάς την πυρκαγιά πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει. 

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά σκοτάδι πέφτει και συννεφιά ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές σε κουρασμένες νεκρές ψυχές σε κουρασμένες νεκρές ψυχές. 

Παράξενη πρωτομαγιά μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια ηρθ' ο καιρός του "έχε γεια" τι να την κάνεις πια την περηφάνια. Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.


ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ( 1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1902 - 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1930 )



Αποτέλεσμα εικόνας για "ΣΑΝ ΠΕΘΑΝΩ"
 
ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ( 1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1902 - 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1930 )
 
"ΣΑΝ ΠΕΘΑΝΩ"
 
Θὰ πεθάνω μίαν αὐγούλα μελαγχολικὴ τοῦ Ἀπρίλη,
ὅταν ἀντικρὺ θἀνοίγη μέσ᾿ στὴ γάστρα μου δειλὰ
ἕνα ρόδο - μία ζωούλα. Καὶ θὰ μοῦ κλειστοῦν τὰ χείλη
καὶ θὰ μοῦ κλειστοῦν τὰ μάτια μοναχά τους, σιωπηλά.

Θὰ πεθάνω μίαν αὐγούλα θλιβερὴ σὰν τὴν ζωή μου,
ποὺ ἡ δροσιά της, κόμποι δάκρι θὰ κυλάη πονετικὸ
στὸ ἅγιο χῶμα ποὺ μὲ ρόδα θὰ στολίζῃ τὴ γιορτή μου,
στὸ ἅγιο χῶμα ποὺ θὰ μοῦ εἶνε κρεβατάκι νεκρικό.

Ὅσα ἀγάπησα στὰ χρόνια τῆς ζωῆς μου θὰ σκορπίσουν
καὶ θἀφανιστοῦν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριοῦ.
Ὅσα μ᾿ ἀγαπῆσαν μόνο θἄρθουν νὰ μὲ χαιρετίσουν
καὶ χλωμὰ θὰ μὲ φιλοῦνε σὰν ἀχτίδες φεγγαριοῦ.

Θὰ πεθάνω μίαν αὐγούλα μελαγχολικὴ τοῦ Ἀπρίλη.
Ἡ στερνὴ πνοή μου θἄρθη νὰ στὸ πῆ καὶ τότε πιά,
ὅση σοῦ ἀπομένει ἀγάπη, θἆναι σὰ θαμπὸ καντύλι
- φτωχὴ θύμηση στοῦ τάφου μου τὴν ἀπολησμονιά.
( ΤΙΤΛΟΣ "ΣΑΝ ΠΕΘΑΝΩ" )

Κική Δημουλά "Η απαρηγορία"



Κική Δημουλά "Η απαρηγορία"

Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα;/ διορατικά μυρίζουν
όταν κάτι δεν πάει καλά/ κάτι απογοητεύει πάλι.
Η μεγάλη εβδομάδα,/ όπως στάζει κερί και τάμα
στη θρησκόληπτη ανάμνηση, στην άθεη απουσία.
Η Κυριακή του Νυμφίου,/ όπως αναστατώνει,
βασίζεις δε βασίζεις το Μεγάλο/ στις αφίξεις.
Οι διάφοροι Νυμφίοι,/ που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,
κάποια διήμερη εκδρομή,/ κάποια ευκολότερη θρησκεία/ που την ασπάζονται.
Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεσθημανή
σε κάθε βήμα,/ όπως κατασταλάζεις για το έθιμο
έχουν δεν έχουν ανθίσει οι απορίες.
Οι πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,/περιμένουν αυγά και τσουρέκι.
Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεσθημανή,
τα περιστύλια της υπομονής,
τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις/ τον ετήσιο Ιούδα,
που αργεί να ‘ρθει/ από το ράφτη, απ’ τον κουρέα.
Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις
για να δεχτεί να σε προδίνει ανεξήγητα.
Της καμπάνας η μεγάλη εξάντληση/ κι η απαρηγορία,
ο νηστικός της ήχος/ όπως λιποθυμάει
στα εαρινά αρμόνια/ των καθολικών απογευμάτων.
Οι αργίες,/ οι αργοπορίες,/ οι αγριότητες,
όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.
Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε/ κι έφτιαξε τη ζωή του.
Η Μυροφόρος έλλειψις,/ που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.
Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων/ τη Μεγάλη Εβδομάδα
και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.
Η Αγία Επανάληψη/ η θαυματουργή,/ η αχειροποίητος,
όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,/ θαμμένη/
σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,
σε κάποιο πρόγονό μας μέλλον./ Όπως την πιστεύω.
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ «ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ»

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ «ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ»



ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ «ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ»
Ι
Ἡ θάλασσα εἶναι ἡ μόνη μου ἀγάπη. Γιατί ἔχει τὴν ὄψη τοῦ ἰδανικοῦ. Καὶ τ᾿ ὄνομά της εἶναι ἕνα θαυμαστικό.
Δὲ θυμᾶμαι τὸ πρῶτο ἀντίκρισμά της. Χωρὶς ἄλλο θὰ κατέβαινα ἀπὸ μία κορφή, φέρνοντας ἀγκαλιὲς λουλούδια. Παιδὶ ἀκόμα, ἐσκεπτόμουν τὸ ρυθμὸ τοῦ φλοίσβου της. Ξαπλωμένος στὴν ἀμμουδιά, ἐταξίδευα μὲ τὰ καράβια ποὺ περνοῦσαν. Ἕνας κόσμος γεννιόταν γύρω μου. Οἱ αὖρες μοῦ ἄγγιζαν τὰ μαλλιά. Ἄστραφτε ἡ μέρα στὸ πρόσωπό μου καὶ στὰ χαλίκια. Ὅλα μοῦ ἦταν εὐπρόσδεκτα: ὁ ἥλιος, τὰ λευκὰ σύννεφα, ἡ μακρινὴ βοή της.
Ἀλλὰ ἡ θάλασσα ἐπειδὴ ἤξερε, εἶχε ἀρχίσει τὸ τραγούδι της, τὸ τραγούδι της ποὺ δεσμεύει καὶ παρηγορεῖ.
Εἶδα πολλὰ λιμάνια. Στοιβαγμένες πράσινες βάρκες ἐπήγαιναν δῶθε κεῖθε σὰν εὔθυμοι μικροὶ μαθητές. Κουρασμένα πλοῖα, μὲ ὀνόματα περίεργα, ἐξωτικά, ὕψωναν κάθε πρωὶ τὴ σκιά τους. Ἄνθρωποι σκεφτικοί, ὥριμοι ἀπὸ τὴν ἅλμη, ἀνέβαιναν σταθερὰ τὶς ἀπότομες, κρεμαστὲς σκάλες. Ἄγρια περιστέρια ζυγίζονταν στὶς κεραῖες.
Ὕστερα ἐνύχτωσε. Μιὰ κόκκινη γραμμὴ στὸν ὁρίζοντα, μόλις ἔβρισκε ἀπάντηση στὶς ράχες τῶν μεγάλων, ἀργῶν κυμάτων. Ἐσάλευαν σὰν ἀπὸ κάποια μυστική, ἐσωτερικὴ αἰτία, καὶ ἅπλωναν πλησιάζοντας, γιὰ νὰ σπάσουν ἀπαλά, βουβά. Ὅλα τ᾿ ἄλλα -- ὁ οὐρανός, τὰ βουνὰ ἀντίκρυ, τὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος -- ἕνα τεράστιο μαῦρο παραπέτασμα.
ΙΙ
Ἔζησε κανεὶς θλιβερὰ πράγματα. (Σπίτια μαῦρα, κλειστά. Ἀναιμικά, ἐξόριστα δέντρα τοῦ δρόμου. Ἡ «μαντάμα» μετράει ἀπογοητευμένη τὶς μάρκες της. Στὴν πλατεία οἱ λοῦστροι, κουρασμένοι νὰ κάθονται, σηκώνονται καὶ παίζουν μεταξύ τους. Ὁ νέος νομάρχης, μὲ μονόκλ, ἐπροσφώνησε τοὺς ὑπαλλήλους. Δίπλα ἐξύπνησαν γιὰ νὰ πάρουν τὸ τρένο. Ποτὰ ἀνδρῶν 10 δρ., ποτὰ γυναικῶν 32,50 δρ.) Στὸν ἄνεμο ἀνοίγει ἕνα παράθυρο, κ᾿ ἔρχεται μπροστά μας. Ὅλα ξεχνιοῦνται. Εἶναι ἐκεῖ, ἄσπιλη, ἀπέραντη, αἰώνια. Μὲ τὸ πλατύ της γέλιο σκεπάζει τὴν ἀσχήμια της. Μὲ τὴ βαθύτητά της μυκτηρίζει. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἐμπόρου πεθαμένη καὶ περπατεῖ. Ἡ ψυχὴ τῆς κοσμικῆς κυρίας φορεῖ τὰ πατίνια της. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου λούζεται στὴν ἁγνότητα τῆς θαλάσσης. Βρίσκει ἡ νοσταλγία μας διέξοδο καὶ ὁ πόνος μας τὴν ἔκφρασή του.