Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσκυνήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσκυνήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019

122 προφητείες του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού


ekklisiaonline.gr
Οι 122 προφητείες του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE

1. "Αυτό μιά μέρα θά γίνη Ρωμαίικο καί καλότυχος όποιος ζήση σέ κείνο τό βασίλειο."
(Συνήθιζε νά λέγη εις διάφορα μέρη τής υποδούλου Ελλάδος, τά οποία μετά ταύτα απηλευθερώθησαν)
2. «Ω ευλογημένο βουνό, πόσες ψυχές γυναικόπαιδα θά σώσης όταν έλθουν τά χαλεπά χρόνια ! «
(Είπε τήν προφητείαν αυτήν εν Σιατίστη καί αλλαχού αντικρύζων τά βουνά, τά οποία κατά τούς χρόνους τής Ελληνικής Επαναστάσεως έγιναν κρησφύγετα τών γυναικοπαίδων).

3. «Καλότυχοι σείς, οι οποίοι ευρέθητε εδώ πάνω εις τά ψηλά βουνά, διότι αυτά θά σάς φυλάξουν από πολλά δεινά. Θά ακούτε καί δέν θά βλέπετε τόν κίνδυνο. Τρείς ώρες ή τρείς μέρες θά υποφέρετε.»
(Ελέχθη είς τήν περιφέρειαν Σιατίστης)
4. «Τό ποθούμενο θά γίνη στήν τρίτη γενεά. Θά τό ιδούν τά εγγόνια σας. «
(Ελέχθη εν Χειμάρρα – Η σπουδαιοτάτη αύτη προφητεία τού Αγίου, η οποία έτρεφε τήν γλυκυτέραν ελπίδα τού υποδούλου Γένους, έλαβε καταπληκτικήν επαλήθευσιν. Διότι οι χρόνοι τής απελευθερώσεως τού Έθνους είναι πράγματι η τρίτη γενεά από τών χρόνων πού προεφήτευσεν αυτήν ό ‘Aγιος, καθόσον, ώς γνωστόν, εκάστη γενεά υπολογίζεται εις 25 έτη)
5. «Θάρθη καιρός νά σάς πάρουν οι εχθροί σας καί τή στάχτη από τή φωτιά, αλλά σείς νά μήν αλλάξετε τήν πίστι σας, όπως θά κάμνουν οί άλλοι. «
(Ελέχθη εν Σιατίστη)
6. Σάς λυπάμαι γιά τήν περηφάνεια, οπού έχετε. Τό ποδάρι μου εδώ δέν θά ξαναπατήση. Καί εάν δέν αφήσετε αυτά τά πράγματα πού κάνετε, τήν αυθαιρεσία καί ληστεία, θά καταστραφήτε. Σέ κείνο τό κλαρί, πού κρεμάτε τά σπαθιά σας, θάρθή μιά μέρα πού θά κρεμάσουν οί γύφτοι τά όργανά τους. «
(Ελέχθη εις τό χωρίον ‘Aγιος Δονάτος Σουλίου)
7. «Θάρθουν οι κόκκινοι σκούφοι κι ύστερα οι ‘Aγγλοι επί 54 χρόνια, καί κατόπιν θά γίνη Ρωμαίικο.»
(Ελέχθη εν Κεφαλληνία περί τής απελευθερώσεως τής Επτανήσου – «Κόκκινοι σκούφοι» ονομάζονται οι Γάλλοι στρατιώται ως εκ τού χρώματος τών καλυμμάτων τής κεφαλής κατά τούς ναπολεοντείους χρόνους. Η προφητεία αύτη εύρε καταπληκτικήν εκπλήρωσιν. Διότι μετά τούς Ενετούς εις τήν Επτάνησον εγκατεστάθησαν οι Γάλλοι, καί μετά τήν αναχώρησιν τούτων ήλθον οι ‘Aγγλοι, τών οποίων η παραμονή διήρκεσε 54 έτη, δηλαδή όσα καί προεφήτευσεν ο ‘Aγιος. Τώ 1810 κατέλαβον ουσιαστικώς οι ‘Aγγλοι τήν Επτάνησον (εκτός τής Κερκύρας, η οποία παρεδόθη τώ 1815 είς τόν Κάμπελλ), καί τώ 1864 παρέδωκαν αυτήν είς τήν Ελλάδα.)
8. «Τά όρια τού Ρωμαίικου θάνε η Βωβούσα (ο ποταμός Αώος) «.
(Ελέχθη εν Παλαιά ‘Aρτη)
9. «Εκείθε θάρθη τό Ρωμαίικο».
(Τήν προφητείαν ταύτην είπεν ο ‘Aγιος εν Πρεβέζη δεικνύων τό μέρος τής Στερεάς, από τό οποίον θά προήρχετο ο στρατός τής ελευθερίας. Ή προφητεία επραγματοποιήθη τώ 1912).
10. «Τά βάσανα είναι ακόμη πολλά. Θυμηθήτε τά λόγια μου · προσεύχεσθε, ενεργείτε καί υπομένετε στερεά. Έως ότου νά κλείση αυτή η πληγή τού πλατάνου, τό χωριό σας θάνε σκλαβωμένο καί δυστυχισμένο».
(Ελέχθη είς Τσαραπλανά, τό σημερινόν Βασιλικόν τής Ηπείρου. Η πληγή τού πλατάνου έκλεισε τώ 1912, έτος απελευθερώσεως τής Ηπείρου)
11. «Πότε θαρθή τό ποθούμενον; » ηρώτησαν τόν ‘Aγιον εις Τσαραπλανά τής Ηπείρου. «Όταν σμίξουν αυτά», απήντησεν ο ‘Aγιος δεικνύων δύο δενδρύλλια.
(Τά δενδρύλλια εμεγάλωσαν, επάχυναν καί έσμιξαν τώ 1912)
12. «Τό ποθούμενον θά έρθη όταν θαρθούν δύο πασχαλιές μαζί».
(Πράγματι τώ 1912 αι εορταί Ευαγγελισμού καί Πάσχα συνέπεσαν)
13. «‘Aμα κλείση τό δένδρον καί κλεισθή μέσα τό παλούκι, τότε θά έλθη τό ποθούμενον. Θά γίνη κάποιο σημάδι καί νά μή φοβηθήτε. Νά πηγαίνετε βασίλεμα ηλιού σ εκείνα τά βουνά (τής Ομάλιας καί τής Μερόπης), όπου θά γλυτώσουν πολλές ψυχές. Μαζί σας μή πάρετε τίποτε, μόνον τίς ψυχές σας νά γλυτώσετε. Καί δέν θά βαστάξη τό κακό περισσότερο από 24 ώρες».
14. «Τά χωριά τού κάμπου θά πάθουν χαλάστρα, ενώ στίς ποδιές τού Κισσάβου θά κοιμηθούν σκλάβοι καί θά ξυπνήσουν ελεύθεροι».
(Ελέχθη εν Λαρίση)
15. «‘Aν τό κυπαρίσσι αυτό ξεραθή από τήν κορυφή, η Ελλάς θά ελευθερωθή· άν ξεραθή από κάτω, δέν θά ελευθερωθή».
(Ελέχθη εν Ζελενίτσα (Πρασιά) τής Ευρυτανίας)
16. «Μέ δυσκολία θάρθη»
(Εννοείται τό ποθούμενον)
17. «Όταν θά ιδήτε τό χιλιάρμενο στήν ‘Aσπρη Θάλασσα, τότε θάρθη».
18. «Οταν θά ιδήτε τό χιλιάρμενο στά ελληνικά νερά, τότε θάρθη».
19. «Όταν θά ιδήτε τό χιλιάρμενο στά ελληνικά ύδατα, τότε θά λυθή τό ζήτημα τής Πόλης»
20. «Θάρθη ξαφνικά. Νά έχετε ένα σακκούλι σιτάρι κρεμασμένο στή θύρα. Αυτό θά σάς εμποδίση φεύγοντας. Μή τό αφήσετε. Νά τό πάρετε μαζί σας, γιά νά φάνε τά παιδια σας».
21. Στήν Αυλώνα θά γίνη χαλασμός. Θά έλθουν στρατεύματα νά ελευθερώσουν τόν τόπο».
22. «Στό Μπουκορμέ θά χυθή πολύ αίμα».
23. «Όταν ακούετε ότι ο πόλεμος άρχισε, τότε κοντά είναι».
24. «Όσα χωριά είναι κοντά σέ δρόμο πολλά θά τραβήξουν».
25. «Η Δρόπολις θά πάθη, διότι ο τόπος είναι γυμνός».
26. «Η Δρόπολις θά είναι γεμάτη στρατεύματα».
27. «Θά χαθή η σοδιά τής χρονιάς από τήν εύφορη Δρόπολι καί – μάνα μου ! – αίμα πολύ πού έχει νά χυθή».
28. «Λάκκοι καί βράχοι στή Δρόπολι θά είναι γεμάτοι φεύγοντας».
(Είς τό αλβανικόν χειρόγραφον, η προφητεία αύτη έχει ώς εξής: «Τά βουνά, οι χαράδρες καί οι κάμποι τής Δρόπολης θά γεμίσουν προσφυγιά»).
29. «Είς τά χωριά Πέπελη σείς άδικα θά φοβάσθε· τίποτε δέν θά πάθετε. Μόνον τά παιδιά σας πού θά είναι στούς δρόμους τά κλαίτε».
30. «Οί αντίχριστοι θά φύγουν, αλλά θάρθουν πάλι· έπειτα θά τούς κυνηγήσετε έως τήν Κόκκινη Μηλιά».
31. «Θαρθή όταν έρθουν δυό καλοκαίρια καί δυό πασχαλιές μαζί».
32. «Ξένος στρατός θά έλθη, Χριστό θά πιστεύη, γλώσσα δέν θά ξέρη …; «.
33. «Θαρθή καί μιά φορά ασκέρι ξένο πού τό Χριστό θά πιστεύη. Αλλά σείς δέν θά τό ξέρετε».
34. «Μέ άλλους θά κοιμηθήτε καί μέ άλλους θά ξημερώσετε».
35. «Θά ιδήτε τρείς φαμίλιες σ΄ένα σπίτι».
36. «Εσείς θά πάτε νά κατοικήσετε αλλού καί άλλοι θάρθουν νά κατοικήσουν σέ σάς».
37. «Θά δήτε 40 άλογα νά τά δένουν σέ ένα παλούκι».
38. «Πολλοί θά χάνωνται από τήν πείνα».
39. «Οι πλούσιοι τά γίνουν πτωχοί καί οι πτωχοί θά πεθάνουν».
40. «Μιά χούφτα μάλαμα μιά χούφτα αλεύρι».
41. » Θά έρθη καιρός πού οι Ρωμιοί θά τρώγωνται αναμεταξύ τους. Εγώ συστήνω ομόνοιαν καί αγάπην».
42. «Θά ιδήτε καί τακτικό στρατό, θά ιδήτε καί ρέμπελο (αντάρτικο)· από αυτούς πολλά θά υποφέρετε».
43. «Θά σάς ζητήσουν τά ντουφέκια· νά έχετε διπλά· νά δώσετε τό ένα καί νά κρατήσετε τό άλλο. Ένα ντουφέκι 100 ψυχές θά γλυτώση».
44. «Θά έρθη καιρός πού θά διευθύνουν τόν κόσμο τά άλαλα καί τά μπάλαλα».
(«Τά άλαλα καί τά μπάλαλα» – Εννοεί τά άψυχα μηχανήματα τών διαφόρων εφευρέσεων. Αυτά αντικατέστησαν καί ολονέν αντικαθιστούν τάς εργατικάς χείρας καί κυριαρχούν εις τήν ζωήν τών ανθρώπων, ώς νεώτερα είδωλα προσκυνούμενα υπό τού υλόφρονος κόσμου.)
45. «Η αιτία τού γενικού πολέμου θά είναι από τή Δαλματία».
46. «Η αιτία τού γενικού πολέμου θάρθη από τή Δαλματία. Πρώτα θά διαμελισθή η Αυστρία καί ύστερα η Τουρκία».
47. «Ο χαλασμός θά γίνη από ένα κασσιδιάρη».
(Η προφητεία εις τό αλβανικόν χειρόγραφον φέρεται ως εξής: «Ο χαλασμός θάρθη από τυφλό καί κασσιδιάρη»)
48. «Θά προσπαθούν νά τό λύσουν μέ τήν πέννα, μά δέν θά μπορούν. 99 φορές μέ τόν πόλεμο καί μιά μέ τήν πέννα».
49. «΄Αν βρεθούν 3 δυνάμεις σύμφωνες, τίποτε δέν θά πάθετε».
50. «΄Αν τό ζήτημα λυθή μέ τόν πόλεμο, θά πάθετε πολλές καταστροφές· σέ τρείς χώρες μιά θά μείνη …; «
51. «Θά έρθη καιρός πού δέν θά ακούτε (=μαθαίνετε) τίποτε».
52. «΄Οτι σάς ζητούν, νά δίνετε· ψυχές μόνον νά γλυτώνετε».
53. «΄Αν βρίσκουν στό δρόμο ασήμι, δέν θά σκύβουν νά τό πάρουν. Γιά ένα όμως αστάχυ θά σκοτώνωνται ποιός νά τό πρωτοπάρη …; «.
54. «Τό κακό θά σάς έρθη από τούς διαβασμένους».
55. «΄Η τρείς μέρες ή τρείς μήνες ή τρία χρόνια θά βαστάξη».
56. «Θάρθη καιρός πού δέν θά υπάρχη αυτή η αρμονία πού είναι σήμερα μεταξύ λαού καί κλήρου».
57. «Οι κληρικοί θά γίνουν οι χειρότεροι καί οι ασεβέστεροι τών όλων».
58. «Στήν Πόλι θά χυθή αίμα πού τριχρονίτικο δαμάλι θά πλέξη (=πλεύση) «.
59. «Καλότυχος όποιος ζήσει μετά τό γενικό πόλεμο. Θά τρώγη μέ ασημένιο κουτάλι …; «.
60. «Μετά τό γενικό πόλεμο θά ζήση ο λύκος μέ τ΄αρνί».
61. «Θάρθη πρώτα ένα ψευτορωμαίικο· νά μή τό πιστέψετε· θά φύγη πίσω».
62. «Θά μαζωχτή τό χιλιάρμενο στό Σκάλωμα (‘Aγιοι Σαράντα) καί θάρθουν κοκκινογέλεκοι, νά πολεμήσουν γιά σάς».
63. «Οί Τούρκοι θά φύγουν, αλλά θά ξανάρθουν πάλι καί θά φθάσουν ώς τά Εξαμίλια. Στό τέλος θά τούς διώξουν είς τήν Κόκκινη Μηλιά. Από τούς Τούρκους τό 1/3 θά σκοτωθή, τό άλλο τρίτο θά βαπτισθή καί μονάχα τό 1/3 θά πάη στήν Κόκκινη Μηλιά».
(«Κόκκινη Μηλιά». Τοποθεσία, τήν οποίαν η φαντασία τών υποδούλων Ελλήνων έθετεν εις τά βάθη τής Μ. Ασίας).
64. «Τόσα πολλά θά γίνουν, πού οι μανάδες θά γεννήσουν πρόωρα από τό φόβο τους».
65. «Ζώα δέν θά μείνουν· θά τά φάνε. Φάτε καί σείς μαζί μ΄αυτούς. Στά Τζουμέρκα θά πάρετε σπόρο».
(Εις τό αλβανικόν χειρόγραφον διαβάζομεν: «΄Αλογα δέν θά μείνουν. Θά πάτε καί σείς μαζί μ΄αυτά. Από τά Τζουμέρκα θά ξαναπιάσετε τή ράτσα τους»)
66. «‘Σπίτια μεγάλα μή κάμνετε. Λιάσες νά κάμνετε νά μή σάς έρχωνται μέσα».
67. «Θά σάς επιβάλουν μεγάλο καί δυσβάστακτο φόρο, αλλά δέν θά προφθάσουν».
68. «Θά βάλουν φόρο στίς κόττες καί στά παράθυρα».
69. «Θά ζητήσουν νά σάς πάρουν καί στρατιώτας. Δέν θά προφθάσουν όμως».
70. «Οι Τούρκοι θά μάθουν τό μυστικό 3 μέρες γρηγορώτερα από τούς Χριστιανούς».
(Τό αλβανικόν χειρόγραφον έχει τήν προφητείαν ως εξής: «Οι Τούρκοι θά τό καταλάβουν τρείς ημέρες γρηγορώτερα από τούς Χριστιανούς»)
71. «΄Οταν ακούσετε ότι ο πόλεμος πιάστηκε από κάτω, τότε κοντά θά είναι».
72. «΄Αν ο πόλεμος πιαστή από κάτω, λίγα θά πάθετε· άν πιαστή από πάνω, θά καταστραφήτε».
73. «Οι βράχοι καί οι λάκκοι θά είναι γεμάτοι κόσμο».
74. «Θάρθη ξαφνικά· ή τό βόιδι στό χωράφι ή τό άλογο στ΄ αλώνι».
75. «Λυπηρόν είναι νά σάς τό ειπώ· σήμερον, αύριον καρτερούμεν δίψες, πείνες μεγάλες πού νά δίδωμεν χιλιάδες φλουριά καί νά μήν ευρίσκωμεν ολίγον ψωμί».
76. «Μετά τόν πόλεμο οι άνθρωποι θά τρέχουν μισή ώρα δρόμο, γιά νά βρίσκουν άνθρωπο καί νά τόν κάμουν αδελφό».
77. «Αμπέλια μή φυτεύετε, διότι θά χαλάσουν καθώς εκείνα στή Δρυϊνούπολι».
78. «Θά γίνη ένα χαρτοβασίλειο, πού θά έχει μέγα μέλλον στήν Ανατολή».
79. «Ο κόσμος τόσον θά πτωχεύση, πού θά ζώνεται μέ κληματσίδες».
80. «Η αιτία θά έλθη από τά Δελειατά».
81. «Η Γαλλία θά ελευθερώση πολλά ελληνικά μέρη καί ιδίως οι Ιταλοί».
82. «Η Γαλλία θά λευτερώση τήν Ελλάδα, τήν Ήπειρο η Ιταλία».
83. «Από τρία μπουγάζια στενά, Κρά, Κράψη καί Μουζίνα, θά περνούν πολλά στρατεύματα γιά τήν Πόλι. Καλόν είναι τά γυναικόπαιδα νά βγούν στά βουνά. Θά σάς ρωτούν άν είναι μακρυά η Πόλι· εσείς νά μή λέτε τήν αλήθεια, διότι θά σάς κακοποιήσουν. Ο στρατός αυτός δέν θά φθάση στήν Πόλι, στή μέση τού δρόμου θά μάθη ότι ο πόλεμος ετελείωσε».
84. «Θά έρθη καιρός, πού θά φέρη γύρες ο διάβολος μέ τό κολοκύθι του».
85. «Θά βλέπετε νά πηγαίνουν άλλοι επάνω καί άλλοι κάτω».
86. «Η λευτεριά θαρθή από κάτω από όπου χύνονται τά νερά».
87. «Από πάνω καί από τή σκάλα χαλασμό μή περιμένετε».
88. «΄Ενα ψωμί θά χαθή τό μισό, καί ένα ολόκληρο».
89. «Θά έρθη καιρός πού μιά γυναίκα θά διώχνη δέκα Τούρκους μέ τή ρόκα».
90. «Τόν Πάπαν νά καταράσθε, διότι αυτός θά είναι η αιτία».
91. «Ο χαλασμός στόν τόπο θά γίνη από ένα όνομα αξιωματούχου …; (δυσανάγνωστον) «.
92. «Πολλά χωριά θά καταστραφούν, οι τρείς χώρες θά γίνουν μία».
93. «Νά έχετε τρείς θύρες· άν σάς πιάσουν τή μιά, νά φύγετε από τήν άλλη».
94. «Πίσω από τή μιά θύρα νά κρυφθή κανείς, γλυτώνει· θά είναι βιαστικό».
95. «Νά παρακαλήτε νά είναι μέρα καί όχι νύκτα, καλοκαίρι καί όχι χειμώνας».
96. «Οι άνθρωποι θά μείνουν πτωχοί, γιατί δέν θάχουν αγάπη στά δένδρα».
97. «Οι άνθρωποι θά μείνουν πτωχοί, γιατί θά γίνουν τεμπέληδες».
98. «Από ψηλά, μέσα από τό λιμάνι θάρθη ο χαλασμός».
99. «Θά σάς ρίξουν παρά πολύ· θά σάς ζητήσουν νά τόν πάρουν πίσω, αλλά δέν θά μπορέσουν».

100. «Εσείς θά σώσετε άλλους καί οι άλλοι εσάς».
101. «Εσείς θά φύγετε απ΄τ΄ αριστερά βουνά· από τή δεξιά μεριά όχι· από τίς σπηλιές μή φοβάστε».
102. «Θαρθή ξαφνικά· τ΄ άλογα θ΄ απομείνουν ζεμένα στίς δουλειές τους καί σείς θά φύγετε».
103. «Θάνε όγδοος αιώνας πού θά γίνουν αυτά». (Δηλαδή κατά την διάρκεια της όγδοης χιλιετίας από τον Αδάμ)
104. «Νά κρυφθήτε ή κοντά στήν πόρτα ή κοντά στήν πλάκα, άν είναι βιαστικό καί γρήγορο».
105. «Πολλά θά συμβούν. Οι πολιτείες θά καταντήσουν σάν μπαράγκες».
106. «Θαρθή καιρός πού θά βγή ο καταραμένος δαίμονας από τό καυκί του».
107. «Θαρθή μιά φορά ένας ψευτοπροφήτης· μή τόν πιστέψετε καί μή τόν χαρήτε. Πάλι θά φύγη καί δέν θά μεταγυρίση».
108. «Θάρθή καιρός πού οι χριστιανοί θά ξεσηκωθούν ο ένας κατά τού άλλου».
109. «Νάχετε τό σταυρό στό μέτωπο, γιά νά σάς γνωρίσουν ότι είσθε χριστιανοί».
110. «Δέν θά φθάση ο στρατός στήν Πόλι· στή μέση τού δρόμου θάρθη τό μαντάτο, ότι έφθασε τό ποθούμενο».
111. «Πήγαινε καί στό δρόμο θ΄ανταμειφθής».
(Ελέχθη εν Δερβιστάνη περί τινος, όστις ειρωνεύθη τόν ΄Αγιον. Ούτος μετ΄ολίγν ετραυματίσθη καθ΄οδόν υπό τινος εχθρού του)

112. «Ειπέ εις τά είδωλα εκείνα νά μήν έρθουν εδώ, αλλά νά γυρίσουν εις τά οπίσω».
(Καθώς ο ΄Αγιος εδίδασκεν εις ΄Ασσον τής Κεφαλληνίας, διέκοψε μίαν στιγμήν τό κηρυγμά του καί απέστειλεν ένα ακροατήν του εις τήν οικίαν τού άρχοντος τού τόπου ειπών τούς λόγους τούτους. Ούτος απελθών εύρε 4 κυρίας τής αριστοκρατίας ασέμνως ενδεδυμένας, αί οποίαι ήσαν έτοιμοι νά έλθουν καί παρακολουθήσουν τό κήρυγμα τού Αγίου)
113. «Φτιάνετε σπίτια τορνευτά καί δέν πρόκειται νά κατοικήσετε σ΄ αυτά».
(Είπε τούς λόγους τούτους ο ‘Aγιος εις ‘Aσσον τής Κεφαλληνίας, όταν μίαν ημέραν διήρχετο πρό μιάς νεοκτίστου οικίας. Μετ΄ ολίγον όλοι οι ιδιοκτήται απέθανον πλήν μιάς μοναχής).
114. «Τό παιδί αυτό θά προκόψη, θά κυβερνήση τήν Ελλάδα καί θά δοξασθή».
(Ελέχθη περί τού Ιωάννου Κωλέττη).

115. «Θά γίνης μεγάλος άνθρωπος, θά κυριεύσης όλη τήν Αρβανιτιά, θά υποτάξης τήν Πρέβεζα, τήν Γάργα, τό Σούλι, τό Δέλβινο, τό Γαρδίκι καί αυτό τό τάχτι τού Κούρτ πασά. Θά αφήσης μεγάλο όνομα στήν οικουμένη. Καί στήν Πόλι θά πάς, μά μέ κόκκινα γένεια. Αυτή είναι η θέλησι τής θείας προνοίας. Ενθυμού όμως είς όλην τήν διάρκειαν τής εξουσίας σου νά αγαπάς καί νά υπερασπίζεσαι τούς χριστιανούς, άν θέλης νά μείνη η εξουσία εις τούς διαδόχους σου».
(Ελέχθη εν Τεπελενίω περί του Αλή πασά)

116. «Θά βγούν πράγματα από τά σχολεία πού ο νούς σας δέν φαντάζεται».
117. «Θά δήτε στόν κάμπο αμάξι χωρίς άλογα νά τρέχη γρηγορώτερα από τόν λαγό».
118. «Θάρθη καιρός πού θά ζωσθή ο τόπος μέ μιά κλωστή».
(Ελέχθη εν ‘Aσσω τής Κεφαλληνίας).

119. «Θαρθή καιρός πού οι άνθρωποι θά ομιλούν από ένα μακρυνό μέρος σέ άλλο, σάν νάνε σέ πλαγινά δωμάτια, π.χ. από τήν Πόλι στή Ρωσία».
120. «Θά δήτε νά πετάνε άνθρωποι στόν ουρανό σάν μαυροπούλια καί νά ρίχνουν φωτιά στόν κόσμο. Όσοι θά ζούν τότε θά τρέξουν στά μνήματα καί θά φωνάξουν: Εβγάτε σείς οι πεθαμένοι νά μπούμε μείς οι ζωντανοί».
(Αι πέντε κατά σειράν προφητείαι (116η – 120ή) του Αγίου αναφέρονται προφανώς εις τάς μεγάλας εφευρέσεις τού αιώνός μας. Τό αμάξι χωρίς άλογα είναι οι σιδηρόδρομοι καί τ΄ αυτοκίνητα. Η κλωστή πού θά ζώση όλον τόν κόσμον είναι τά καλώδια τών τηλεγραφείων. Μέ τάς συσκευάς τής τηλεπικοινωνίας η φωνή ακούεται εξ αποστάσεως χιλιάδων χιλιομέτρων ως νά προήρχετο εκ γειτονικής οικίας. Τά μαυροπούλια, πού θά ρίψουν τό πύρ εις τήν γήν, είναι τά αεροπλάνα τής πολεμικής αεροπορίας. Αυται αί προφητείαι τού αγίου Κοσμά είναι γεγραμμέναι εις τά βιβλία χρόνους πολλούς, αιώνα περίπου πρίν γίνουν αι σχετικαί εφευρέσεις)
121. «Το κακόν θα έλθη μέχρι τόν Σταυρόν και δεν θα μπορέση να πάη κάτω. Μή φοβηθήτε. Μή φύγετε από τα σπίτια σας».
(Ελέχθη εις την περιοχήν Πολυνερίου Γρεβενών. Πράγματι τώ 1940 οι Ιταλοί έφθασαν μέχρι την τοποθεσίαν Σταυρός, όπου είχε κηρύξει ο ΄Αγιος, και εσταμάτησαν)

122. «Όταν θα πέση ο κλώνος (πού είναι στημένος ο Σταυρός), θά γίνη μεγάλο κακόν, που θά έλθη από τό μέρος όπου θα δείξη ο κλώνος· και όταν θα πέση τό δένδρον, θα γίνη ένα μεγαλύτερον κακόν».
Από το βιβλίο «Κοσμάς ο Αιτωλός» του Μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγ. Καντιώτη, εκδ. Ορθοδόξου Ιεραποστολικής Αδελφότητας «Ο Σταυρός».

Στις 18-10 εορτάζουν



choratouaxoritou.gr
Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής Άγιος Μαρίνος ο Γέρων Όσιος Ιουλιανός «ὁ ἐν τῷ Εὐφράτῃ ποταμῷ» Άγια Σ...

Σήμερα...



 

ΣΗΜΕΡΑ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής

Friederiki Christidou προς ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ...........GREEK HISTORY FOREVER
ΣΗΜΕΡΑ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΕΟΡΤΑΖΕΙ 2018 : Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ...ΑΘΑΝΑΤΟΣ


eoniaellhnikhpisti.blogspot.com

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ...ΑΘΑΝΑΤΟΣ - Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΑΥΤΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1904)

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ… 13/10/1904. Θάνατος του Παύλου Μελά .
Ο γενικός αρχηγός των ανταρτικών σωμάτων της Δυτικής Μακεδονίας, Ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας), μετά από πιθανή προδοσία από το Βουλγαρικό Κομιτάτο, κυκλώνεται από τουρκικό απόσπασμα στο χωριό Στάτιστα (Μελάς) Κορεστίων. Μετά από σκληρή μάχη τραυματίζεται σοβαρά και πεθαίνει, ενώ επτά από τους άνδρες του συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Η θυσία του νεαρού αυτού αξιωματικού αποτελεί από τότε σύμβολο του αγώνα για τη σωτηρία της Μακεδονίας.



ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ Η Ζωή και τό Εργο του

Παύλος Μελάς: Δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και τον τόπον μου
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.
Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1.
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής – τότε – Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού – τότε, Εθνικού σήμερα – Κήπου.
«… Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ” αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών …» 2.
Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ” αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση.
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την «Μητέρα Ελλάδα». Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον…
Ο οκτάχρονος – τότε – Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ” αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ” αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει «αντάρτης» στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ).
Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων
Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:» … Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου … Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι” αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει … Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις …» 3.
Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: «… υποταγή στο καθήκον… “Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα…», και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: «…ο Θεός μαζί σου, γιέ μου …».
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές – οι καμπάνες – για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις.
Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:» … Σεβαστέ μου πατέρα … Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον … Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω. Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν … Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ” ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου …» 4.
Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του.
Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.
Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη
Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ). Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α” Συντάγματος Πυροβολικού.
Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!
Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.
Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: » … τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ” ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ” εβοήθησαν …»5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.
Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.
Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του “Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 – της μυστικής δηλαδή οργάνωσης – που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.
Το «βάπτισμα του πυρός» του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον «άτυχο» πόλεμο του 1897
Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη.

Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του «…με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή…».

<iframe title="vimeo-player" src="https://player.vimeo.com/video/187075013" width="640" height="480" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>

Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. «… Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα…» γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, «… από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση…».
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου «… Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου…»
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος. Μέσα από τα επόμενα γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : «… εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)… Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου….», μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: «… Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι … 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι…». Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : «… ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου …», για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : «.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον…». Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: «… Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας …» 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: «… Απεφασίσθη ανακωχή…» (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!
Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά – «… κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας …» – παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία» συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!
Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. “Οπως ομολογεί και ο ίδιος «… πότε ειμαι ευχαριστημένος … διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε …». Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του «… ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου …».
Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. «… ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους …» .
Η 1η αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία
Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, η πρώτη αποστολή του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, ήταν σαν μέλος μιας τετραμελούς ομάδας Αξιωματικών και έγινε με Κυβερνητική εντολή. Οι άδειες που τους δόθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν τις μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους (αντικειμενικός στόχος τους είναι η περιοχή μεταξύ Μοναστηρίου και Καστοριάς όπου δραστηροποιούνται κύρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες), και τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος είναι ΜΙΚΗΣ ΖΕΖΑΣ.
Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα!
Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά να εκτελέσει αυτή την αποστολή. Όπως γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, «… Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Πριν αναχωρήσει, επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί και να πεθάνει αν χρειαστεί, γι΄αυτήν. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια «Ζήτω η Μακεδονία», ξεκινά συγκινημένος για την επικίνδυνη αποστολή του.
Φθάνοντας στον προορισμό του, μετά από ταξίδι μερικών ημερών, αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει σε άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει τους τυραννισμένους Έλληνες από χωριό σε χωριό. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος την εκτέλεση της αποστολής του μέχρις ότου κρυπτογραφική επιστολή του “Ιωνα Δραγούμη τον πληροφορεί για την πρόθεση της Αθήνας, ότι «… Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον…».
Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι σαν Αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως και να αποτύχει ολόκληρη η αποστολή τους, πείθεται με βαριά καρδιά, να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Παύλος ξαναβρίσκεται επιτέλους με την οικογένειά του στην Αθήνα.
Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.
Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. «… Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: «… Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον …».
Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, «… στη μέση με πήρε, παιδιά …». Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: «… Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα …».
Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε «… πονώ!», πότε «… σκοτώστε με!» και πότε τα ονόματα των παιδιών του «… Μίκη, Ζωή!». Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη «… πονώ!» αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..
Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής : «… Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε …» !
Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον “Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του.
Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.

http://computer.gr/melas/  
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ 

Σήμερα...




«οπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως ταξις»

ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ_ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΣ Ο ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

orthodoxia.online
Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος: «Όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις» και στις μέρες μας

Απρίλιος του 1985. Εδώ και πέντε περίπου μήνες ή μικρή Όλγα, δέκα χρόνων με τεράτωμα στον εγκέφαλο υφίσταται μια διαδικασία ακτινοβολιών , προκειμένου να συρρικνωθεί ο μη χειρουργήσιμος όγκος, που τον τελευταίο καιρό την ταλαιπωρεί με ανυπόφορους πόνους και έντονες ζαλάδες.

Οι γονείς της , δύο απλοί άνθρωποι από την Αθήνα. Οι γιατροί στην Ελλάδα από την αρχή φανέρωσαν τη δυσκολία του προβλήματος. Ελπίδα τελευταία, ο Θεός κυρίως και λίγο η Αμερική.
Ενας συγγενής τους από τη Βοστώνη, μεγαλόκαρδα τους προσκαλεί. Εκεί, τους είπε, υπάρχει το καλύτερο νοσοκομείο παίδων στον κόσμο. Μαζεύουν τα αναγκαία, και αμέσως οι ανθρωποι φτάνουν στον τόπο των τελευταίων ελπίδων τους.
Η ιστορία τους γεμάτη ταλαιπωρία και εσωτερική ένταση.Πως επιτρέπει ο Θεός τέτοιες αδικίες . Σε επτά χρόνια γάμου δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν παιδί.
Ανθρωποι απλοί, χωρίς γνώση και ιδιαίτερη ζωή πίστεως. Ενώ έσβηναν οι ελπίδες τους , του χαρίζει ο Θεός ένα κοριτσάκι.

Τον δοξάζουν για το δώρο και περιστρέφουν τη ζωή τους γύρω από αυτό . Γίνεται δεκα χρονών , είναι το μονάκριβο, και άρχιζε να εμφανίζει παράξενα συμπτώματα , έντονους πονοκεφάλους , παραμένουσα δυσφορία. Αρχίζουν οι εξετάσεις και καταλήγουν στη διάγνωση που μόλις την ακούς σου κόβονται τα πόδια , σου σπάει το κεφάλι, σου κομματιάζεται η ψυχή , σου ξεσχίζεται η καρδιά.
Με αυτό το δράμα συνοδό, παρατάνε τις δουλειές τους και φτάνουν ολοι μαζί στην Αμερική , χωρίς να γνωρίζουν πότε , πως και αν ολοι θα γυρίσουν πίσω.
Τους συντρόφευε όμως και απλή αυθεντική , δυνατή πίστη. Εδώ και ενάμιση χρόνο έπεσαν στα χέρια τους κάτι κασσέτες με κηρύγματα που τους αλλαξαν εντελώς προοπτική. Τους πλημμύρισαν με πίστη. Πίστη που βγαίνει από μέσα. Και η απάντηση του Θεού; Όταν δεν πήγαιναν στην εκκλησια , η γέννηση της Ολγας. Μόλις στράφηκαν σε αυτήν, ο καρκίνος .

Γιατί τα κάνει αυτά ο Θεός; Γιατί εκφράζεται όπως δεν θα θέλαμε κανένας και καθόλου; Μήπως τελικά πιστεύουμε σε Θεό που δεν υπάρχει και αγνοούμε τον Θεό της αλήθειας , που πρέπει να ανακαλύψουμε,όπως Αυτος είναι και όχι όπως εμείς τον θέλουμε;
Η Ολγα συνεργάστηκε πολύ καλά με την ομάδα του Dr. John Shillito του καλύτερου ισως ΝευροΟγκολόγου στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης .
Ολοι τους με πολλή αγάπη κατέβαλαν κάθε προσπάθεια –σαν να ήταν η μόνη τους ασθενής για να βοηθήσουν αυτό το κοριτσάκι.
Όλα έδειχναν να προχωρούν ομαλά , μέχρις οτου ξαφνικά έπεσε σε κώμα.

Μια σειρά εξετάσεων κατέδειξε ότι ο ογκος εξαπλώθηκε σε μεγάλη περιοχή του εγκεφάλου. Εχουν εξανεμιστεί και οι τελευταίες ελπίδες . Επίκειται η ανακοίνωση στους γονείς. Πρέπει να ενημερωθούν , ώστε να αποφασίσουν εάν προτιμούν το παιδί να καταλήξει στη βοστώνη και να μεταφέρουν το σώμα του ή να το πάρουν όπως είναι στην Ελλάδα. Βέβαια κάτι τέτοιο , βάσει των διεθνών αεροπορικών συμβάσεων, απαιτεί βεβαίωση από τον γιατρό του Νοσοκομείου ότι σύμφωνα με την ιατρική εκτίμηση δεν πρόκειται να πεθάνει κατά τη διάρκεια της πτήσεως.

Όλα αυτά την Κυριακή 28 Απριλίου Κυριακή των Μυροφόρων. Οι γονείς ακόμη δεν γνωρίζουν τίποτα. Απλά , αγωνιούν και υποψιάζονται το χειρότερο.
Στις 6μμ ο Dr. Shillito θα τους μιλήσει με λεπτομέρειες τέτοιες που θα ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Κανείς από τους Ελληνες εθελοντές του Νοσοκομείου δεν δέχεται να κάνει την μετάφραση στους γονείς. Ολοι το αποφεύγουν . Είναι τόσο δύσκολο και βαρύ να πληροφορούνται από τα χειλη σου οι γονείς ότι το παιδί τους δεν έχει ελπίδα και πεθαίνει!

Τελικά ο κλήρος έπεσε σε μένα. Εγώ είχα ακούσει για το περιστατικό, αλλά δεν είχα ουτε το παιδί ουτε τους γονείς. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς
Δέχτηκα να σηκώσω μαζί τους αυτό το πραγματικά ασήκωτο βάρος , που όμως δεν αντέχεται!
Ανεβαίνω με το ασανσέρ στον όγδοο οροφο,στον όροφο με τα καρκινοπαθή παιδάκια. Νοιώθω πολύ δύσκολα, σφιγμένος, άτονος, ανήσυχος. Βγαίνω στον διάδρομο. Μπαίνω αμήχανα σε έναν θάλαμο με τρία μωράκια σε κούνιες με σωλήνες και χημειοθεραπείες.

Κάποια μικρά παιδάκια , με γυμνά τα κεφαλάκια τους, βλέπουν cartoon στην τηλεόραση και γελούν.
Δίπλα , χωμένη σ έναν καναπέ μια κοπελίτσα , δεκατριών ή δεκατεσσάρων ετών, βυθισμένη σε σκέψεις, κάθεται χαμένη στον κόσμο του αγνώστου.
Δυό πονεμένα εκφραστικά μάτια , με πολύ βαθύ βλέμα, διασταυρώνονται με τα δικά μου. Γιατί αυτά τα παιδιά να βασανίζονται; Γιατί αντί να γλυκαίνονται με το όραμα του μέλλοντος , να γεύονται την πίκρα του νοσοκομειου , τη θλίψη της αμφιβολίας; Γιατί Θεέ μου ;

Μόλις πρίν από λίγα λεπτά , πρίν φθάσω στην είσοδο του Νοσοκομείου , σε ένα πάρκο , είδα μια παρέα μικρών παιδιών να παίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα και οι γονείς τους καμαρωτά έσκαζαν στα γέλια.
Τι τεράστια , τι άδικη , τι ανεξήγητη διαφορα!
Συναντώ τρία άτομα που μιλούν Ελληνικά . Δύο άντρες και μία γυναίκα. Δίχως αμφιβολία οι δύο είναι οι γονείς της Ολγας και ο τρίτος ο Θείος της. Τους πλησιάζω και συστήνομαι. Με ευχαριστούν οι άνθρωποι και πρίν προλάβουμε να πούμε δυό κουβέντες, μας καλούν στο γραφείο του γιατρού.
Το βλέμμα μου πέφτει σε ένα τρίπτυχο με τρείς φωτογραφίες .

Είναι οι κόρες του. Τρεις δροσερές κοπέλες πάνω στο γραφείο του. Αυτός καμαρώνει. Φυσικό και ευλογημένο είναι. Στο διπλανό δωμάτιο, η Ολγα με αλλοιωμένο το προσωπο παλεύει με τον θάνατο. Οι γονείς της λειώνουν.
O γιατρός , μετά από μια σύντομη εισαγωγή , μπαίνει στο θέμα
Η Ολγα όπως γνωρίζετε, έχει έναν όγκο στην Τρίτη κοιλία του εγκεφάλου που δεν χειρουργείται.
Προσπαθήσαμε να τον ακτινοβολησουμε με την ελπίδα ότι θα τον περιορίζαμε αρκετά. Η Ολγα ανταποκρίθηκε πολύ καλά . Τόσο που μας έδωσε ελπίδες .
Δυστυχώς όμως , στο σημείο αυτό οι δυο γονείς τεντώθηκαν –προχθές έπεσε σε βαθύ κώμα από το οποιο καθώς δείχνουν οι εξετάσεις , δεν θα επανέλθει

Ο πατέρας αναλύεται σε λιγμούς. Η μητέρα κρατάει
Δηλαδή γιατρέ, μιλήστε μας πιο ανοιχτά
Κρίνω ότι η Ολγα δεν θα τα καταφέρει , τελειώνει από στιγμή σε στιγμή.
Τι εννοείτε από στιγμή σε στιγμή, γιατρέ; Τόλμησα να ρωτήσω
Εννοώ τώρα που μιλάμε σε λίγες ωρες ισως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Νομίζω ότι, κατά πάσαν πιθανότητα , δεν θα το βγάλει το βράδυ. Θα μπορούσα να σας έδινα ένα θεωρητικό όριο μέχρι και την αυριανή μέρα.
Δηλαδή, γιατρέ, τώρα μόνον ένα θαύμα , λέγει η μητέρα
Νάι μόνο θαύμα , επαναλαμβάνει ο γιατρός

Ο πατέρας συνεχίζει να κλαίει με συγκρατημένους λυγμούς
Γιατρέ , εμείς θα θέλαμε πολύ να σας ευχαριστήσουμε για οσα έχετε κάνει τόσο καιρό για την Ολγίτσα μας, συνεχίζει η μητέρα. Μπορεί να χάνουμε ανθρώπινα τη μάχη , αλλά εμείς ετοιμαζόμαστε για ένα θαύμα. ¨Η παρά τις προβλέψεις σας , να γίνει η κορούλα μας καλά ή να γίνει αγγελούδι στον θρόνο του Θεού. Μικρό θαύμα είναι αυτό; Ξέρετε τι καλό κοριτσάκι που είναι; Εμείς βέβαια προσευχόμαστε με ολη μας τη δύναμη μόνο για το πρώτο. Αυτή είναι η ολιγοπιστία μας. Αν όμως ο Θεός επιτρέψει το δεύτερο, τότε θα το δεχτούμε και αυτό σαν δώρο. Απλά τώρα πρέπει να στραφούμε εξ ολοκλήρου στο Θεό.
Το λάθος είναι ότι έπρεπε να το είχαμε κάνει νωρίτερα. Βλέπετε εμείς πιστέψαμε πρώτα στους γιατρούς και μετά στο Θεό.
Ετσι είναι , η πίστη σας είναι αυτή που τώρα θα σας βοηθήσει , λέγει ο γιατρός

Όχι γιατρέ , δεν βοηθάει η πίστη. Αυτή είναι ανθρωπινη , δικό μας πράγμα. Αυτός που βοηθάει είναι μονον ο ίδιος ο Θεός
Σε όλα αυτά εγω ενας απλός μεταφραστής αλλά και ένας εμβρόντητος ακροατής. Τι δύναμη, τι πίστη είχε αυτή η γυναίκα! Και τούτο , γιατί δεν έδειχνε να είναι ψυχολογικός ο λογος της ουτε κηρυγματικός . Εδειχνε να βγαίνει πηγαία και αυθόρμητα , με χαρακτηριστική λιτότητα και ψυχραιμία, πείθντας ότι ο,τι λέει αντανακλά με διαύγεια τον βαθύτερο κόσμο της. Αξιοπρέπεια, ηρεμία , ευγένεια , ευτοέλεγχος, αληθινότητα έβγαιναν από το στόμα της. Το ίδιο και από τα μάτια της, που τόση ώρα εκφράζουν ελπίδα και δεν έχουν στάξει ουτε ένα δάκρυ.

Βγάινουμε από το γραφείο και κάθομαι μαζί τους να γνωριστούμε κάπως. Τέτοιες ωρες οι άνθρωποι δένονται δυνατά και άμεσα. Εδώ όμως ειχα μπροστά μου κάτι ασυνήθιστα μεγάλο. Η γυναίκα αυτή ητνα απλή αλλά πολύ περιεκτική. Οι λέξεις που έβγαζε το στόμα της είχαν τη δύναμη και την πειστικοτητα ου καρδιακού λόγου. Θαύμασα την εσωτερική της δύναμη οσο τίποτε άλλο.
Με πολλή ζεστασιά με ευχαρίστησαν και χωρίσαμε.

Επρεπε να φύγω. Ειχα μια υποχρέωση. Θα ξαναπερνούσα το βράδυ μετά τις δέκα, με την ελπίδα βέβαια να προλάβω την Ολγα ζωντανή. Κάθε τόσο τηλεφωνούσα στο γραφειο ενημέρωσης να πληροφορηθώ για την καταστασή της.
Είναι 10.30 το βράδυ. Η Ολγα ακόμη κρατάει. Ο κ. Κώστας και η κ. Μαρία οι υπέροχοι αυτοί γονείς , ηρεμοι προετοιμάζονται για όλα , αλλά ελπίζουν και προσεύχονται για το μικρό θαύμα , όπως λένε. Ο θεός που την έφερε στη ζωή –αυτό ηταν το μεγάλο θαύμα –δεν μπορεί να την κρατήσει; Απλά , το πρόβλημα , λενε είναι οι αμαρτίες τους!!!

Στις 11.00 μμ ήλθαν με το ανασέρ τα πτυσσόμενα κρεβάτια για τους συνοδούς, με μαξιλάρια και σεντόνια. Το Νοσοκομείο αυτό είναι εκπληκτικό. Οι κοινωνικές υπηρεσίες του προνοούν για όλα . Πολιτική του Νοσοκομείου είναι οι γονείς να διανυκτερεύουν , όταν το επιθυμούν με τα παιδιά . Οι γονείς της Ολγας όμως δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Προτιμουν να συζητήσουμε λίγο και να αγρυπνούν. Ο γιατρός εξ αλλου ειχε πεί ότι η Ολγα δεν θα την έβγαζε την νύχτα. Η πίστη τους επερίγραπτη. Μιλούσαν για τα θαύματα σαν για απλά και φυσικά γεγονότα. Συζητούσαν για την αιωνιότητα όπως συνήθως κάνουμε για την καθημερινότητα . Το θέλημα του Θεού , οποιο και αν ήταν , θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη ευλογία .
Απλά , στη μία περίπτωση θα το βίωναν ως επέραντη χαρά , ενώ στη δεύτερη ως δια βίου πάλη με την αλήθεια. Το δέυτερο , το δύσκολο , τους φάνταζε πιο αυθεντικό. Το πρώτο, όμως πιο επιθυμητό.

Εμεινα μαζί τους μέχρει τη 1.30 μετα΄τα μεσάνυχτα.
Δεν τους χόρταινα. Στη ζωή μου ειχα συναντήσει πραγματικά πιστούς ανθρώπους. Αλλά τέτοιου ειδους πίστη, όχι μετά τον θάνατο του ανθρωπου τους , πράγμα που μπορει να λειτουργεί και λίγο ψυχολογικά και παρηγορητικά , αλλά ελάχιστες μόλις στιγμές πριν από την προβλεπόμενη εκπνοή του μονάκριβου παιδιού τους , ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που το συναντούσα. Δίπλα η Ολγα εντελώς ακίνητη, σε βαθύ κώμα, δίχως καμία επικοινωνία με αυτόν τον κόσμο.
Ισως σε επικοινωνία με τον άλλο, τον άγνωστο σε μας δικό της κοσμο. Κάπου-κάπου κλεφτές ματιές πάνω στο ανέκφραστο σωματάκι της αναμειγνύουν την πονεμένη απορία με τη λογικά αδικαιολόγητη ελπίδα.
Η Ολγα τελικά εβγαλε τη νύχτα. Η χρονική εκτίμηση του γιατρού απέτυχε. Ποιος ξέρει; Θα μπορούσε να αποτύχει και η ιατρική του γνωμάτευση. Είναι τόσο ωραίο μερικές φορές να διαψεύδεται η επιστήμη!

Το πρωι τηλεφωνώ σε κάποιες κυρίες και μοιράζομαι μαζί τους τις εκπληκτικές εντυπώσεις μου. Τους συνιστώ να κάνουν μία επίσκεψη αφ ενός μεν για συμπαράσταση, αφ ετέρου δε για δική τους ενίσχυση.
Η Ολγα άντεξε και ολόκληρη τη Δευτέρα. Το βράδυ, επιστρέφοντας από την εργασία μου, πέρας ανα τους ξανασυναντήσω. Οι γονείς αποφάσισαν να πάρουν το παιδί στην Ελλάδα να πεθάνει εκεί. Τη Δευτέρα έγιναν ολες οι απαραίτητες διατυπώσεις . Τελικά , κανονίστηκε να φύγει, αν θα ζούσε, την Τετάρτη 1η Μαιου . με την πτήση της Ολυμπιακής από Νέα Υόρκη. Εμεινα πάλι ως αργά , απολαμβάνοντας την απίστευτη χάρι αυτών των ανθρώπων και περιμένοντας την αναχώρηση της Ολγας ειτε με το αεροπλάνο για την Ελλάδα , ειτε με τους αγγέλους για την αιώνια πατρίδα.
Στιγμές έντονες, πολύ αληθινές δίπλα σε έναν κόσμο εμπειρικής πίστεως, απροσμέτρητου μεγέθους
Τριτη 30 Απριλίου το πρωι. Χτυπάει το τηλέφωνό μου. Η μία από τις τρεις κυρίες , με τις οποιες ειχα επικοινωνήσει την προηγουμένη, μόλις έχει μιλήσει με τον πνευματικό της τον γνωστό κ. Πορφύριο. Εχει φήμη προορατικού ανθρώπου. Παγκοσμίως γνωστος . Αγιος ανθρωπος. Βλέπει σε μέρη που δεν λειτουργεί η ανθρωπινη οραση. Της ειπε , λέει, ότι θα κάνει και αυτός την προσευχή του, αλλά να μην τον αφήσουμε μόνο. Και έχει ο θεός . Εύκολο συμπέρασμά της ότι υπάρχει κάποια ελπίδα.

Σε παρακαλώ , της λεω , μην βιαστείς και πείς τίποτα. Αφού ξέρεις την κατάσταση. Ειδα και την αξονική. Το κορίτσι τελειώνει. Απορώ πως ακόμη ζει. Το είδες και εσύ με τα μάτια σου. Καλύτερα να πούμε λίγα και να γίνουν πολλά , παρά να δώσουμε ελπίδες καινα μην γίνει τίποτα της λέω.
Η Ολγα άντεξε και την Τρίτη. Το βράδυ στις 10 περίπου φτάνω για τη συνηθισμένη μου επίσκεψη –φροντιστήριο πίστεως.
Μπαίνω στο δωμάτιο και αντικρύζω ένα ασυνήθιστο για αμερικάνικο νοσοκομείο θέαμα.
Η Ολγα στο κρεβατάκι της, στη γνώριμή μας δική της μακαριότητα.

Ο κ. Κώστας λίγο απόμερα. Η κ. Μαρία, η μητέρα, μαζί με την κ. Βασιλεία, μια εκπληκτική Ελληνοαμερικανίδα εθελόντρια , αληθινή μάνα ολων αυτών των παιδιών, δίπλα –δίπλα διαβάζουν μια άγνωστη σε μένα παράκληση. Εχουν ανάψει θυμίαμα , ακούμποησαν μια εικόνα της παναγίας πάνω στο παιδί, τοποθέτησαν και ένα καντηλάκι και προσεύχονται.
Εγώ κάθομαι ακριβώς δίπλα στην πόρτα. Ο μισός μέσα στον θάλαμο και ο μισός έξω. Με πλησιάζει μια νοσοκόμα η Debbie
Τι κάνουν; Με ρωτάει . Τι είναι αυτό που καπνίζει και μυρίζει; Ανήκουν σε καμμία παραθρησκεία;
Ανατολικός Ορθόδοξος Χριστιανισμός , της απαντώ εμφατικά , μήπως και καταλάβει κάτι από την ανατολική κουλτούρα
Βγαίνει από τον θάλαμο . Μένουμε οι υπόλοιποι. Προσευχές ήξερα πολλές . Αυτά τα λόγια όμως πρώτη φορά τά ακουγα
Σε ένα τέταρτο περίπου τέλειωσαν τα γράμματα
Ειχαν λίγο λαδάκι από την Παναγία της Τήνου και λιγο από την Παναγία την Κανάλα-πρώτη φορά το άκουγα αυτό το ονομα. Σταυρώνουν το μέτωπο, το στήθος, το δεξί και το αριστερό χέρι. Το παιδί ακίνητο. Μόλις σταυρώνουν το αριστερό πόδι, η Ολγα το λυγίζει, το καεβάζει και επαναλαμβάνει ρυθμικά την ίδια κινηση. Τίποτε άλλο. Οι δύο γυναίκες ξεσπούν σε προσευχητικές κραυγές
Παναγία μου , κάνε το θαύμα σου , και σταυροκοπιούνται, φιλώντας το μέτωπο της Ολγας, που όμως παραμένει βυθισμένη κατά τα άλλα στον κόσμο της.
Το παιδί ησυχάζει. Σε λίγη ωρα πλησιάζει η μητέρα
Μας ακούς , Ολγίτσα μου; Ρωτάει
Η Ολγα ελαφρά νεύει καταφατικά
Ανοιξε κοριτσάκι μου , τα μάτια σου
Το κορίτσι τεντώνει σε μια αποτυχημένη προσπάθεια τα μάτια του
Δώσε ένα φιλάκι στην κ. Βασιλεία
Ρυθμικά σαλεύουν τα χειλη της

Εγώ ορθολογίζομαι. Σίγουρα έχουμε την τελευταία αναλαμπή . Ρωτώ την νοσοκόμα αν έχει όλα τα χαρτιά έτοιμα για την επόμενη νοσοκόμα –η βάρδια αλλάζει στις 11 μμ. –γιατί όλα δείχνουν πως σε λίγες στιγμές το παιδί θα αναπαυθεί
Η ώρα περνάει . Η Ολγα επανήλθε στην προηγούμενη κατάσταση. Πλήρης σιωπή και ακινησία απόλυτη απουσία επικοινωνίας και αντανακλαστικών.
Κανείς δεν τολμά να την ταράξει. Περασμένα μεσάνυχτα. Η κ. Μαρία δεν κρατιέται, σκύβει και φιλάει το κοριτσάκι της στο μέτωπο.
Αυτό σαν κάπως να ανταποκρίνεται. Μάλλον είναι της φαντασίας μας.
Οι γυναίνες είναι σίγουρες ότι κάτι έχει αλλάξει.
Ο κ. Κώστας συγκινημένος παρακολουθει την κατάσταση με απορία. Εγώ πάλι ορθολογίζομαι.
Τίποτε δεν μου βγάζει από το μυαλό ότι στην καλύτερη περίπτωση μιλάμε για μικροαναβολές . Το παιδί στην ουσία έχει τελειώσει. Δεν έχω την παραμικρή ελπίδα . Η κ. Βασιλεία μου λεει πως δεν εχω πίστη. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να χει δίκιο
Ο γιατρός έλεγε πως η Ολγα θα τελειώσει το βράδυ της Κυριακής . Βρισκόμαστε στην Τετάρτη και το κορίτσι σταδιακά, αν και διακριτικά, αφήνει κάποιες ασαφείς ανάσες ζωής και επικοινωνίας. Και μας χωρίζει στους πιστεύοντες που ελπιζουν για ζωή και στους σκεπτόμενους που περιμένουν τον θάνατο.
Εγώ ζώ στην κρυάδα των δεύτερων και με παρέα τη λογική μου αποχαιρετώ την οικογένεια για την Ελλάδα .
Ένα ειδικό ιατρικό όχημα μεταφέρει το παιδί στη Νέα Υόρκη στην κατάσταση που περιγράψαμε.
Συνοδεία νοσοκόμου θα μεταφερθεί με το κρεβατάκι του στην Ελλάδα. Εκεί αποφασίστηκε να ….πεθάνει
Την Παρασκευή τηλεφωνούμε σε κάποιο τηλέφωνο που μας έδωσαν να μάθουμε τά νέα. Η Ολγα, λένε, σταδιακά βελτιώνεται, αλλά είναι ακόμη σε λήθαργο
Απλά , κάπως επικοινωνεί. Θα κάνουν εξετάσεις το Σάββατο.

Κανονίσαμε τηλεφωνική επικοινωνία την Τρίτη, δέκα μέρες μετά την οριστική διάγτνωση του επικείμενου θανάτου .
Προσπαθούμε ατέλειωτες φορές να τους βρούμε . Καμία απάντηση. Υποθέτουμε ότι η Ολγα τελείωσε και οι γονείς της πήγαν στο χωριό να τη θάψουν αι κάπως να ξεκουραστούν. Υστερα από άλλες δύο εβδομάδες , βρίσκουμε έναν παπά , και της διαβάζουμε ένα τρισάγιο…από την καρδιά μας
Πέρασε ο Μαιος , πέρασε ο Ιούνιος , μπήκε και ο Ιούλιος. Καμία πληροφορία δεν άλλαξε το σκηνικό.
Ηλθαν άλλα παιδιάκια στο Νοσοκομείο από την Ελλάδα , ανάλογες εντάσεις , ανάμεικτη η χαρά μεον πόνο σε καθημερινή βάση.
Δευτέρα 8 Ιουλίου
Μόλις εφθασα στην Αθήνα από το Λονδίνο. Σκέφθηκα να δοκιμάσω να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Παίρνω και την κ. Μαρία και τον κ. Κώστα. Μπορεί να έχουν επιστρέψει
Ποιος είναι, παρακαλώ; Ακούγεται μια λεπτή παιδική φωνούλα από την άλλη μεριά του καλωδίου
Ποια είσαι εσύ, ρωτώ αιφνιδιασμένος
Ειμαι η Ολγίτσα , απαντά η παιδική φωνή
Η Ολγίτσα; Ποια Ολγίτσα ξαναρωτώ αμήχανα
Μου λέει πλήρες το ονομά της και με αρκετή σπιρτάδα εκφράζει με επιτυχία την υποχία της για την ταυτότητά μου. Η Παναγίτσα λέει, έκανε το θαύμα της και με προσκαλεί να πάω στο σπίτι τους για να της κάνω ερωτήσεις στη Γεωγραφία , στην Αριθμητική κλπ Προσκαλεί εμένα αυτή, της οποίας εγώ βιάστηκα να κάνω και το τρισάγιο. Για την ψυχή της…
Ζητώ τη μητέρα της στο τηλέφωνο
«Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών!» μου λέει με την καρδιά της η κ. Μαρία
Κλείνω το τηλέφωνο και φεύγω. Κατ ευθείαν στο σπίτι. Μού ανοίγει την πόρτα ένα χαριτωμένο κοριτσάκι.
Ειχαν αρχίσει να φυτρώνουν τα μαλλάκια της

Ηταν λιγο υπερκινητική , αλλά εκφραστική και ολοζώντανη. Της έκανα και τις ερωτήσεις που μου ζήτησε. Απαντούσε χαριτωμένα.
Ενοιωθα να παίζω μαζί της. Ενοιωθα να με εχει προδώσει και ο ορθολογισμός μου. Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα . Προηγουμένως πίστευα αυτό που δεν έβλεπα
Η ζωή της Ολγας αποτελεί το ισχυρότερο ως τώρα ράπιστμα της ολιγοπιστίας μου
Εχουν περάσει εικοσι πέντε χρόνια. Η Ολγα εχει τελειώσει το Πανεπιστήμιο , δίνει χαρά και σοφία στους γονεις της , εχει αποκτήσει και μικρότερη αδελφή, εχει γίνει ολόκληρη κοπέλα, εχει διαψεύσει τους καλύτερους επιστήμονες στον κόσμο, εχει ξεσχίσει και τη λογική και την εμπειρία των στατιστικών και των αισθήσεων εχει επιβεβαιώσει ότι «οπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως ταξις» και στις μέρες μας

Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος
orthodoxia.online - Δείτε όλα τα άρθρα μας ΕΔΩ orthodoxia.online