Πέμπτη 3 Μαΐου 2018

Γεωτρόπιο 4

Το Σινικό Τείχος 

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή 

Ανκόνα  Η πύλη της Δύσης

Η Γεωργία στο Νεπάλ 

Το Ταζ Μαχάλ στην Ινδία 

Η παλαιότερη σωζόμενη πύλη του Άμστερνταμ

 




































































Για μεγέθυνση πατάτε ροδάκι και ανοίγει νέα καρτέλα με φακό +-
Το Σινικό Τείχος 
Η Μεγάλη του Γένους Σχολή
Ανκόνα Η πύλη της Δύσης
Η Γεωργία στο Νεπάλ
Το Ταζ Μαχάλ στην Ινδία
Η παλαιότερη σωζόμενη πύλη του Άμστερνταμ
                                             
τεύχος 74

Η σημασία του πάσσου στην κουζίνα

Αποτέλεσμα εικόνας για Η σημασία του πάσσου στην κουζίνα
Η σημασία του πάσσου στην κουζίνα

Ο χώρος της κουζίνας ανέκαθεν αποτελούσε το βασίλειο κάθε νοικοκυράς. Διακόσμηση, εργονομία και οικιακός εξοπλισμός συνδυάζονται αρμονικά σήμερα προσφέροντας αποτελέσματα υψηλής τεχνολογικής διάθεσης και αισθητικού μεγαλείου.

Αντικείμενα, κατασκευές και βοηθητικοί χώροι αντιμετωπίζονται ως κομμάτια διακοσμητικού ενδιαφέροντος που εκτός από τη σύνθεση και τη συμβολή τους στο σύνολο, διακρίνονται για την ομορφιά και την ιδιαιτερότητα τους ακόμη και ως αυτοτελείς μονάδες.

Όταν ο χώρος της κουζίνας είναι μεγάλος πρέπει να γίνεται απόλυτη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων του με μελέτη δημιουργίας κατάλληλων γωνιών ή προεκτάσεων της και σε άλλους χώρους εντάσσοντας εύκολα στο εσωτερικό της διάφορες δραστηριότητες και χρήσεις. Μια από αυτές τις χρήσεις είναι και η ανάγκη γωνιάς πρόχειρου φαγητού, σνακ ή πρωινού.

Η κάλυψη αυτής της ανάγκης καλύπτεται ιδανικά με τη δημιουργία ενός πάσσου που αν σχεδιαστεί σωστά θα δίνει τη δυνατότητα ενός γρήγορου σερβιρίσματος πρόχειρου γεύματος για μεγαλύτερη ευκολία. Στόχος της δημιουργίας ενός πάσσου δεν αποτελεί αποκλειστικά το design μα πάνω απ’ όλα η λειτουργικότητα του καθώς δύναται να εξυπηρετήσει πολλαπλές ανάγκες.

Σε κουζίνες μικρού μεγέθους που γειτονεύουν άμεσα ή έμμεσα με το χώρο της τραπεζαρίας υπάρχει η ανάγκη σύνδεσης των δύο χώρων ώστε να περιοριστούν οι άσκοπες μετακινήσεις και τα μικροατυχήματα που προκύπτουν κατά τη μεταφορά των σερβίτσιων και του φαγητού κάθε φορά που είμαστε φορτωμένοι με πιατέλες και δίσκους. Για την εξυπηρέτηση αυτής της σύνδεσης πρωτοεφαρμόστηκε η δημιουργία του πάσσου.

Περιγράφοντας την πιο απλή λειτουργία του έχει τη μορφή εσωτερικού παραθύρου μεταξύ κουζίνας και τραπεζαρίας. Στην ποδιά του έχει ένα πάγκο μήκους περίπου 60εκ. ο οποίος προεξέχει ισομερώς και στους δύο χώρους. Τα φύλλα του παραθύρου μπορούν να είναι από διαφανές, ημιδιαφανές ή αδιαφανές υλικό ανάλογα με το επιθυμητό στυλ διακόσμησης που θέλουμε να αποδώσουμε στο χώρο. Εναλλακτική, σύγχρονη μορφή αποτελεί και το άνοιγμα στο μέσο του διαχωριστικού τοίχου με χρήση πάγκου-πάσσου, με ύψος 30-40εκ. ώστε να εξυπηρετεί το πέρασμα αντικειμένων από τον ένα χώρο στον άλλο.

Όταν πρόκειται να ετοιμάσουμε το τραπέζι και βρισκόμαστε στην κουζίνα, ακουμπάμε όλα τα σερβίτσια (πορσελάνες, κρύσταλλα) στον πάγκο του πάσσου. Κατόπιν μεταφερόμαστε στο χώρο της τραπεζαρίας για μία και μόνο φορά στρώνοντας εύκολα το τραπέζι έχοντας τα πάντα δίπλα μας. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να πηγαινοερχόμαστε στην κουζίνα αφού οτιδήποτε χρειαζόμαστε κατά τη διάρκεια του γεύματος μπορούν να βρίσκονται συγκεντρωμένα εκ των προτέρων στο άκρως λειτουργικό μας πάσσο. Είναι λοιπόν φανερή η ιδιαίτερα πρακτική αξία του, γι’ αυτό και αυτή του η μορφή εφαρμόζεται ολοένα και πιο πολύ.

Εκτός από την απλή, κοινή παρουσία του, το πάσσο μπορεί να έχει τη μορφή ολόκληρου συστήματος ντουλαπιών, συρταριών, ραφιών και παραθύρου, ψηλό, εκτεινόμενο μέχρι την οροφή ή χαμηλότερο χωρίζοντας κουζίνα και τραπεζαρία-καθιστικό δίχως την ύπαρξη σταθερού τοίχου. Πέρα από την πρακτική του αξία δημιουργεί όμορφα στυλ διακόσμησης σε τραπεζαρία και καθιστικό.

Από την πλευρά της κουζίνας αποτελεί μέρος του αρμονικού συνόλου της με ντουλάπια και διακόσμηση ανάλογη του ύφους της, ενώ από την πλευρά του καθιστικού μπορεί να επενδυθεί με ξύλο, γυάλινα ανοιχτά ράφια, περίτεχνες γύψινες διακοσμήσεις (ανοίγματα με κρυφό φωτισμό) καθώς και με διαμπερή ράφια-βιτρίνες που είναι προσβάσιμα και από τους δυο χώρους.

Η κουζίνα με πάσσο-νησίδα χρησιμοποιείται κυρίως σε μικρούς χώρους που υπάρχει αντικατάσταση του κλασικού τραπεζιού από μια αυτόνομη κατασκευή που διευκολύνει και εξυπηρετεί πρόχειρα γεύματα, πρωινά σνακ και καφέ. Συνοδεύεται συνήθως από χαμηλά ή ψηλά σκαμπό ή όμορφες καρέκλες τύπου μπαρ.

Στο πάσσο μπορεί να γίνει επίσης εφαρμογή νεροχύτη, εστιών και συστήματα αποθηκευτικών χώρων. Μια τέτοιου είδους αυτόνομη κατασκευή σε έναν ανοιχτό χώρο δίνει τη δυνατότητα της οπτικής επαφής με τους καλεσμένους που βρίσκονται στο δωμάτιο που γειτονεύει με την κουζίνα οριοθετώντας με σαφήνεια το χώρο προετοιμασίας του φαγητού.

Πρακτικού και διακοσμητικού ενδιαφέροντος κατασκευή με πολλαπλές χρήσεις που εξυπηρετούν την καθημερινή ανάγκη του φαγητού, το πάσσο μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο βοηθό στο χώρο της κουζίνας σας. Μελετήστε τη δημιουργία του και απολαύστε τις ευκολίες που σας προσφέρει η λειτουργία του διαμορφώνοντας το είδος της μορφής του ανάλογα με τις δικές σας και της ανάγκες του χώρου σας εξυπηρετώντας ιδανικά τη διαδικασία του σερβιρίσματος. Οι βοηθητικές κατασκευές χρησιμοποιούνται ως πρεσβευτές της απόλυτα έξυπνης εκμετάλλευσης ενός χώρου. Μήπως έφτασε και για εσάς η ώρα να φερθείτε έξυπνα;


Μαρία Μπάτσαλα
Διακοσμήτρια εσωτερικών και εξωτερικών χώρων

4myhouse.gr

ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ του Δημήτρη Γραμμένου *

πηγή: http://www.onestory.gr/post/30790916468

ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ

του Δημήτρη Γραμμένου *
.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό υπόγειο. Μόνο που το υπόγειο αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Το υπόγειο αυτό ονειρευόταν. Μα, θα μου πείτε τώρα, τι μπορεί να ονειρεύεται ένα υπόγειο; Ε, λοιπόν, πολλά και διάφορα. Αλλά για να καταλάβετε καλύτερα τα όνειρά του, θα πρέπει μάλλον να σας πω πρώτα δυο-τρία πραγματάκια γι’ αυτό.
Το υπόγειο της ιστορίας μας ήταν ένα μικρό – όχι πάνω από είκοσι τετραγωνικά – δωματιάκι, στη βάση μιας παλιάς, πενταόροφης πολυκατοικίας στην πιο κακόφημη συνοικία της πόλης. Για να είμαι ακριβής, ήταν ένα ημι-υπόγειο, ή τουλάχιστον έτσι το διαφήμιζαν οι ιδιοκτήτες του στις μικρές αγγελίες, αφού ψηλά, εκεί όπου ένας από τους τέσσερις γκρίζους τοίχους του συναντούσε το ταβάνι, υπήρχε ένα μακρόστενο παραθυράκι με κοντούλικα σκουριασμένα κάγκελα. Στην είσοδό του, μια ηλικιωμένη πόρτα κρατιόταν με το ζόρι στους ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες της, και, σαν ιδιότροπη γεροντοκόρη, φρόντιζε να κρατά καλά τις αποστάσεις της από το βρώμικο τσιμεντένιο πάτωμα, αφήνοντας ένα κενό τουλάχιστον δέκα εκατοστών. Εδώ ίσως πρέπει να αναφέρω ότι το πάτωμα δεν είχε πάντοτε αυτά τα χάλια. Στα νιάτα του ήταν καλυμμένο από πολύχρωμα πλαστικά πλακάκια, μα τώρα είχαν ξεκολλήσει τόσα πολλά που έμοιαζε με παράξενη σκακιέρα σχεδιασμένη από κάποιον μοντέρνο καλλιτέχνη. Σε μια γωνιά, απέναντι από την πόρτα, ήταν στριμωγμένο το μπάνιο. Ένα τετράγωνο κουτί από γυψοσανίδα, όχι πολύ μεγαλύτερο από μια δίφυλλη ντουλάπα. Εκεί βρισκόταν και η μοναδική – για όλες τις χρήσεις – βρύση του δωματίου, αφού κουζίνα δεν υπήρχε. Ο νεροχύτης, ο οποίος είχε προ πολλού εγκαταλείψει άνανδρα το πόστο του, είχε αντικατασταθεί από έναν στραβοκομμένο γκαζοτενεκέ που κρεμόταν πάνω από την πάλαι ποτέ λευκή και νυν κιτρινισμένη γυμνή λεκάνη της τουαλέτας.
Άθλιο, θλιβερό, χάλια, απαίσιο… Αυτές είναι μόνο λίγες από τις λέξεις που αναφωνούσαν μόλις το έβλεπαν οι υποψήφιοι ενοικιαστές. Πολύ το πλήγωναν το μικρό υπόγειο όλες αυτές οι άσχημες κουβέντες. Πιο πολύ κι από το σαράκι που του κατέτρωγε μέρα με τη μέρα τα σωθικά κι από τα βρωμερά ποντίκια που τρυπούσαν κάθε τόσο τα ντουβάρια του για να φτιάξουν τις φωλιές του.
Κι επειδή ήταν έτσι όπως ήταν, τον πιο πολύ καιρό τον περνούσε ολομόναχο. Σπάνια βρισκόταν κάποιος που θα έμενε, έστω και για κάνα-δυο μήνες, μέσα του για να του κάνει λίγη παρέα. Στην πρώτη ευκαιρία, ή μόλις έφτιαχνε έστω και λίγο ο καιρός, όλοι έφευγαν. Έτσι, το υπόγειο είχε πολύ ησυχία – που εδώ που τα λέμε δεν του άρεσε καθόλου – και όλο τον απαραίτητο χρόνο στη διάθεσή του για να ονειρεύεται. Και δε χρειαζόταν καν να κλείσει τα μάτια του. Ήταν τόσο σκοτεινό και ανήλιαγο που συνήθως δε μπορούσε να δει ούτε τη μύτη του. Μόνο λίγες φορές, σπάνια – πολύ σπάνια, ξεθάρρευε κάποια περίεργη ηλιαχτίδα κι έμπαινε στο εσωτερικό του. Τότε, μόλις το υπόγειο φωτιζόταν, έβλεπε τα χάλια του και μελαγχολούσε για μέρες. Μελαγχολούσε τόσο πολύ που ξεχνούσε ακόμα και να ονειρευτεί.
Τα πρώτα χρόνια, του άρεσε να ονειρεύεται ότι ήταν ρετιρέ. Ένα μεγάλο διαμπερές ρετιρέ στον εικοστό πρώτο όροφο μιας πανάκριβης πολυκατοικίας, στα δυτικά προάστια. Μέσα του έμενε κάποιος πολύ διάσημος ζωγράφος και είχε γεμίσει τους τοίχους του με υπέροχους πίνακες, ή μια ντίβα του κινηματογράφου που το είχε στολίσει με καλλιτεχνικές φωτογραφίες της και χρυσά βραβεία, ή , καμιά φορά, και οι δυο μαζί γιατί είχαν στο μεταξύ γνωριστεί και είχαν γίνει ζευγάρι.
Μετά από μερικά χρόνια όμως, το μικρό υπόγειο βαρέθηκε αυτό το όνειρο κι έψαξε να βρει άλλα. Άρχισε λοιπόν να παρακολουθεί μέσα από τα κάγκελα του παραθύρου τα παπούτσια των λιγοστών περαστικών που περνούσαν από το σπασμένο πεζοδρόμιο. Συνήθως βέβαια τα παπούτσια ήταν λερωμένα και φθαρμένα κι αυτό δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια για ονειροπολήσεις. Που και που όμως περνούσε κάποιο καλογυαλισμένο ζευγάρι ανδρικά σκαρπίνια ή τίποτα ολοκαίνουργα γυναικεία γοβάκια που έκαναν τη φαντασία του να οργιάζει. Τι δεξιώσεις, τι γκαλά, τι απίστευτα πάρτι γινόταν στα όνειρά του. Πότε είχε σαλόνι με πάτωμα από σπάνιο μάρμαρο και πιάνο με ουρά, πότε αίθουσα χορού με ξύλινο παρκέ και πότε βεράντα με θέα τη θάλασσα, το πάρκο ή την κεντρική πλατεία. Μια φορά, είχε σταθεί έξω από το παράθυρο ένας μικρός ζητιάνος που γρατζουνούσε αδέξια ένα μισοδιαλυμένου βιολί. Εκείνο το βράδυ το υπόγειο είχε μετατραπεί σε υπέρλαμπρο θέατρο με αμέτρητα λαμπιόνια που σειόταν από το βροντερό χειροκρότημα των θεατών. 
Κάποιον χειμώνα, ένα γέρικο καναρίνι το ‘σκασε από το κλουβί του και βρήκε καταφύγιο στο υπόγειο. Για τρεις ολόκληρες μέρες, κάθε φορά που άκουγε το κελάηδημα του πουλιού, το υπόγειο γινόταν λιβάδι καταπράσινο, πνιγμένο από πολύχρωμα λουλούδια και ψηλά δέντρα γεμάτα ζωή και λαχταριστούς καρπούς. Την τέταρτη μέρα όμως, το καναρίνι έπαψε να κελαηδά και να πεταρίζει και ν’ ανασαίνει. Και το υπόγειο πέρασε όλον τον υπόλοιπο χειμώνα δίχως ούτε ένα τοσοδά ονειράκι. 
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, το υπόγειο έμαθε να χρειάζεται όλο και πιο λίγα για να ονειρευτεί. Έτσι, όταν η υγρασία ζωγράφιζε περίεργα σχέδια στους τοίχους, αυτό ονειρευόταν ότι είχε έρθει ένα τσούρμο παιδιά με κόκκινα μάγουλα γεμάτα φακίδες και χαμογελαστά πρόσωπα και με τα κέρινα κραγιόνια τους το στόλισαν για να του δείξουν την αγάπη τους. Ακόμη και τότε που χάλασε η βρύση κι άρχισε να στάζει ρυθμικά πάνω στο γκαζοτενεκέ, πολύ το είχε ευχαριστηθεί. Φανταζόταν ότι χτυπούσε αδιάκοπα κόσμος την πόρτα του, που στο όνειρό του ήταν στιβαρή και βαριά, φτιαγμένη από μασίφ δρύινο ξύλο με όμορφες σκαλισμένες φιγούρες. Γιατί, μόνο μια τέτοια πόρτα άρμοζε σ’ ένα σημαντικό δωμάτιο σαν κι αυτό – δεν ήταν και πολύ σίγουρο βέβαια τι ακριβώς ήταν, αλλά μάλλον κάποιο υπουργείο ή ίσως και το σπίτι του Δημάρχου, αφού ο κόσμος έκανε ατελείωτες ουρές, λαχταρώντας πως και πως να περάσει στο εσωτερικό του.
Τέλος, υπήρχε το όνειρο της Κυριακής! Κάποιες Κυριακές, όταν είχε τα κέφια του, το υπόγειο φορούσε τα καλά του και γινόταν ένας μεγαλοπρεπής ναός – όχι πάντα της ίδιας θρησκείας, μερικές φορές και πολλών διαφορετικών ταυτόχρονα! Οι πολυάριθμοι πιστοί προσέρχονταν με ευλάβεια κι έμπαιναν μέσα του με χαμηλωμένο το κεφάλι, ψιθυρίζοντας προσευχές, παρακλήσεις και συγνώμες. Κάποιοι έβγαζαν πρώτα τα παπούτσια τους, κάποιοι άλλοι έκαναν το σταυρό τους, μερικοί κάθονταν σε περίεργες στάσεις πάνω στο ξύλινο πάτωμα, ενώ άλλοι έφερναν μαζί τους πολύτιμα δώρα κι αφιερώματα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τους πηχτούς αρωματισμένους καπνούς και τα ζεστά χνώτα του πλήθους. Το καθαρό χρυσάφι στις τοιχογραφίες, τα εικονίσματα ή τα αγάλματα, ανάλογα με την περίσταση, λαμπύριζε σα χιλιάδες αστέρια στο αντιφέγγισμα των αμέτρητων κεριών.
Βέβαια, όπως σας είπα και πιο πριν, το υπόγειο δεν ήταν πάντα μόνο του. Ορισμένες – λίγες – φορές, υπήρχαν άνθρωποι που έμεναν εκεί. Μόνο που αυτοί δεν το έκαναν ποτέ να ονειρεύεται. Ποιος ξέρει άραγε γιατί. Ίσως επειδή ήταν βρώμικοι και άσχημοι. Ή ίσως πάλι γιατί ήταν ταλαιπωρημένοι – πιο πολύ και από το ίδιο. Ή ακόμη κι επειδή συνήθως δεν ήθελαν να το βλέπουν. Κι έτσι δεν ήθελε να τους βλέπει ούτε κι αυτό. Ναι, ναι αυτό ήταν βέβαιο. Προτιμούσε να είναι μόνο του.
Έτσι λοιπόν πάνω-κάτω περνούσαν τα χρόνια του. Πότε γεμάτα όνειρα, πότε βουτηγμένα στη μελαγχολία και πότε εντελώς κενά. Όπως περίπου περνάν και τα χρόνια των ανθρώπων. 
Μέχρι εκείνη τη μέρα. Τη μέρα που η πόρτα του γκρεμίστηκε μονομιάς κι έπεσε στο πάτωμα σηκώνοντας ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης. Το υπόγειο ούρλιαξε από πόνο καθώς ένιωσε ένα κομμάτι του να ξεριζώνεται. Με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και οργής είδε δυο πλάσματα – που όμοια τους δεν είχε ξαναδεί – να περνάνε το κατώφλι του. Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι – μα όχι σαν αυτά που συνήθιζαν να μένουν εκεί. Ήταν νέα και όμορφα, πολύ όμορφα και ,καθώς ξεπρόβαλαν μέσα από το σύννεφο, έμοιαζαν με αγγελούδια που κατέβηκαν για λίγο στη Γη. Το δωμάτιο τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρευόταν. Όχι, όχι ήταν αλήθεια. Και δεν ήταν και Κυριακή.
«Τώρα γιατί το έκανες αυτό ρε μαλάκα; Κάποιος μπορεί να μας άκουσε,» είπε θυμωμένο το κορίτσι.
«Μην ανησυχείς, μωρό μου. Δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, το έχω ψάξει. Το κτίριο είναι εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια» απάντησε το αγόρι κι άναψε ένα κλεφτοφάναρο. 
«Εδώ λοιπόν θα ζήσουμε το όνειρό μας!» είπε χαρούμενα το κορίτσι εξετάζοντας τον άδειο χώρο στο μισοσκόταδο.
Το υπόγειο δε μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Πρώτη φορά μιλούσε κάποιος με τρυφερά λόγια γι’ αυτό. Αυτό ήταν αρκετό για ν’ αρχίσει να ονειρεύεται, μα το καθυστερούσε όσο πιο πολύ γινόταν, γιατί – για πρώτη φορά στη ζωή του – δεν ήθελε να χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα.
Το κορίτσι ξεκούμπωσε νωχελικά την μπλούζα του, μένοντας γυμνό από τη μέση και πάνω. Το αγόρι έβγαλε το μπουφάν του και το άπλωσε στο πάτωμα. Το κορίτσι κάθισε πάνω κι ακούμπησε την πλάτη του στον κρύο τοίχο. Το υπόγειο αναρίγησε στο άγγιγμα της μαλακής επιδερμίδας. Το αγόρι κάθισε δίπλα στο κορίτσι και το πήρε αγκαλιά. «Είσαι έτοιμη για το ταξίδι μας;» του ψιθύρισε στ’ αυτί. Το κορίτσι έγνεψε ναι και φιλήθηκαν στο στόμα. Ύστερα, το αγόρι ψηλάφισε την τσέπη του μπουφάν κι έβγαλε κάτι από μέσα. Το υπόγειο δεν ήξερε τι ήταν αυτό, μα είδε καθαρά ότι το κάρφωσε πρώτα στο χέρι του κοριτσιού κι ύστερα στο δικό του. Και μετά έγινε σιωπή.
«Πετάω, μωρό μου, πετάω! Με βλέπεις;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε το αγόρι.
«Ναι αγάπη μου, δίπλα σου είμαι! Και είναι υπέροχα! Για κοίτα… Κοίτα πόσο όμορφα είναι όλα από εδώ ψηλά! Σαν όνειρο, το δικό μας όνειρο!» απάντησε εκστασιασμένο το κορίτσι.
«Θεέ μου, δεν το πιστεύω! Ονειρεύονται!» σκέφτηκε ενθουσιασμένο το υπόγειο. «Επιτέλους από εδώ και μπρος δε θα ονειρεύομαι μόνο.» Έκλεισε λοιπόν κι αυτό τα μάτια και τους ακολούθησε στ’ όνειρό τους.
Εκείνο το βράδυ, οι τρεις τους ταξίδεψαν σε απίστευτα μέρη, όπου το δωμάτιο άλλαζε συνεχώς μορφή και σχήμα, σαν τις πολύχρωμες εικόνες στα καλειδοσκόπια των μικρών παιδιών. Πότε γινόταν παλάτι, πότε παραδεισένιο νησί, πότε έναστρος ουρανός, μέχρι και διαστημόπλοιο έγινε!
Το επόμενο πρωί, το δωμάτιο ξύπνησε πρώτο. Όταν αντίκρισε τα δυο παιδιά να κοιμούνται αγκαλιασμένα πάνω στο μπουφάν, δάκρυσε από συγκίνηση. Τι νύχτα κι αυτή! Τώρα πια, δεν έβλεπε την ώρα που θα ξυπνούσαν, για να ονειρευτεί ξανά μαζί τους. Μέχρι και το μικρό του παραθυράκι του προσπάθησε να τεντώσει όσο πιο πολύ μπορούσε μπας και τρύπωνε καμιά ηλιαχτίδα να τους ξυπνήσει μια ώρα αρχύτερα. Η μέρα όμως έξω ήταν μουντή και μαύρη. Έτσι λοιπόν, δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιμένει.
«ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΕΚΚΕΝΩΣΤΕ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ!» ακούστηκε να ουρλιάζει μια βραχνή φωνή μέσα από μια ντουντούκα. «ΣΕ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ!»
Το υπόγειο δε μπορούσε να καταλάβει τι είχε κάνει και του φώναζαν έτσι άγρια πρωί-πρωί, αλλά στην αρχή χάρηκε γιατί σκέφτηκε ότι η φασαρία θα ξυπνούσε τα παιδιά.
«ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ!», ακούστηκε ξανά η φωνή.
Τα παιδιά παρέμειναν ασάλευτα στη θέση τους. 
«ΕΞΗΝΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ!», στρίγκλισε η ντουντούκα.
Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το υπόγειο θυμήθηκε ξαφνικά το καναρίνι κι αισθάνθηκε ένα κόμπο να του δένει το λαιμό.
«ΠΕΝΤΕ… ΤΕΣΣΕΡΑ…ΤΡΙΑ…ΔΥΟ…ΕΝΑ!»
Η σιδερένια μπάλα χτύπησε με δύναμη την πολυκατοικία. Το υπόγειο ένιωσε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια του. Ακολούθησε κι άλλο χτύπημα. Ένας μεγάλος σωρός από μπάζα έπεσε με φόρα πάνω στην πλάτη του. Το υπόγειο έβαλε τα δυνατά του για να τα κρατήσει μακριά από τα παιδιά, αλλά τα χρόνια του δε βοηθούσαν. Στο τρίτο χτύπημα ένιωσε τις δυνάμεις του να το εγκαταλείπουν. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια κι αφέθηκε στη μοίρα του…
Το επόμενο χτύπημα μετέτρεψε το υπόγειο σε μια άμορφη μάζα που άρχισε να πέφτει σαν γκρίζα βροχή πάνω στα σώματα των παιδιών. Μα, καθώς έπεφτε, το υπόγειο άνοιξε διάπλατα τα χέρια του σε μιαν απέραντη αγκαλιά κι έκρυψε βαθιά μέσα στα στήθη του τα δυο παιδιά. Και τότε, προς μεγάλη του έκπληξη, ανακάλυψε ότι αυτό ήταν τελικά που ονειρευόταν πραγματικά να γίνει σε όλη του τη ζωή!
.
O Δημήτρης Γραμμένος γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σήμερα ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης και εργάζεται ως Ερευνητής στο Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Δεν είναι συγγραφέας. Απλά κάποιες στιγμές χρησιμοποιεί λευκές σελίδες χαρτιού για να μαζεύει όνειρα, ελπίδες και συναισθήματά του πριν πέσουν στο πάτωμα… Από τις εκδόσεις Άγκυρα κυκλοφορεί το εικονογραφημένο παραμύθι του με τίτλο «H συναυλία των χρωμάτων».
[ blog ] [ facebook ] [ cv ] [ e-mail ]

Κεφτέδες με όσπρια


Για μεγέθυνση πατάτε ροδάκι και ανοίγει νέα καρτέλα με φακό +-
Από ένθετο του ΖΑΠΙΝΓΚ
Πολίτικα νηστίσιμα
από την Μίμα Καρβούνη

έλα πάρε μου τη λύπη



Στίχοι: Νίκος Καρύδης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Είσαι ένα περιστέρι
που πετάς στον ουρανό
πάμε να βρούμε ένα αστέρι
σε ένα κόσμο μακρινό

Έλα να βρούμε ένα αστέρι
που πετά ψηλά ψηλά στον ουρανό

Είσαι ένα καρδιοχτύπι
μου 'χεις κόψει τα φτερά
έλα πάρε μου τη λύπη
έλα δωσ' μου τη χαρά

Είσαι ένα καρδιοχτύπι
μου 'χεις κόψει τα φτερά

Τα γαρίφαλα σου μέτρα
σ' αγαπώ όσο κανείς
κάνω την καρδιά μου πέτρα
και προσμένω να φανείς

Έλα και σε περιμένω
στη γωνιά του δρόμου να φανείς

Stixoi: Nikoa Karudhs
Mousikh: ManoS Xatzidakhs

Eisai ena peristeri
pou petas ston ourano
pame na vroume ena asteri
se ena kosmo makrino

Ela na vroyme ena asteri
pou peta pshla ston ourano

Eisai ena kardioxtupi
mou xeis kopsei ta ftera
ela pare mou th luph
ela dws mou th xara

Eisai ena kardioxtypi
mou xeis kopsei ta ftera

Ta garifala sou metra
sagapw oso kaneis
kanw th kardia mou petra
kai prosmenw na faneis

Ela kai se perimenw
sth gwnia tou dromou na faneis

«Τα ιερά όπλα των Ελλήνων»

ΕΧΕΤΛΟΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΙΕΡΑΤΕΙΩΝ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
«Τα ιερά όπλα των Ελλήνων» Κωνσταντίνου Ποταμιάνου.

ΤΑ ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

…Πέραν όμως τούτων, τα οποία σαφώς είναι υπερφυσικά και μοναδικά συμβάντα στην φοβερή εκείνη μάχη, που κατέληξε στην συντριβή των βαρβάρων, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι στη μάχη του Μαραθώνος έλαβε μέρος και ένας άλλος άγνωστος ήρωας, ο λεγόμενος «Έχετλος ή Εχετλαίος». Ο Παυσανίας στα «Αττικά» αναφέρει: «Υπάρχει και η παράδοση πως στη μάχη συνέβη να λάβει μέρος και κάποιος που έμοιαζε με αγρότη στην εμφάνιση και στην περιβολή. Αυτός σκότωσε πολλούς από τους βαρβάρους με ένα αλέτρι και όταν η μάχη ετελείωσε εξαφανίστηκε. Όταν οι Αθηναίοι ερώτησαν σχετικά, ο θεός δεν χρησμοδότησε γι΄ αυτόν τίποτε περισσότερο από το ότι πρέπει να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο»….
Τι συμβαίνει λοιπόν στην παράδοξη αυτή περίπτωση; Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι λογικώς αδύνατον να πήρε ένας οιοσδήποτε κοινός άνθρωπος ένα άροτρο και να πήγε να πολεμήσει τους Πέρσες. «αν όμως συσχετίσουμε την φειδωλή και όντως λιτή απάντηση του μαντείου των Δελφών προς τους Αθηναίους που το ρώτησαν σχετικώς, με το γεγονός της παραδόξου εμφανίσεως και κατόπιν εξαφανίσεως του άγνωστου αυτού ήρωος και της χρήσεως του περιέργου όπλου απ΄αυτόν οδηγούμεθα στο εξής συμπέρασμα: Δεν πρόκειται για κοινό άνθρωπο, ούτε για κάποιο άροτρο, αλλά για κάποια ανθρωπόμορφη μηχανή (ρομπότ) που κτυπούσε με το περίεγο όπλο του τους Πέρσες. Το όπλο δε που χρησιμοποιούσε ήταν ασφαλώς κάποιο μυστικό ιερό όπλο, το οποίο είχε σχήμα παρόμοιο με εκείνο του αρότρου και ήταν πολύ δραστικό και αποτελεσματικό, επρόκειτο δε κατά πάσα πιθανότητα, για ένα αρτιότατο από τεχνολογικής απόψεως όπλο.
Όσον δε αφορά στο όνομα Έχετλος ή Εχετλαΐος αυτό το όνομα κατά την προσωπική μου άποψι περικλείει μυστηριακή συμβολική σημασία και πιστεύω ότι ευρισκόμεθα μπροστά από μια περίπτωση χρήσεως ιερού όπλου συνδεομένου άμεσα με τα ελληνικά μυστήρια και το οποίο συμβολικά αναφέρεται με το όνομα «άροτρον». Το όνομα του ήρωος Έχετλος ή Εχετλαΐος προέρχεται από την εχέτλη, δηλαδή τη λαβή του αρότρου, παραστάσεις δε του ήρωος αυτού ανευρίσκονται κυρίως σε τυρρηνικά οικοδομήματα.

Θα πρέπει δε να επισημανθεί, ότι, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος (ΣΤ, 117), συνέβη και ένα ακόμη περίεργο περιστατικό, η εμφάνισις ενός γιγαντιαίου φαντάσματος Πέρσου οπλίτου που εφόνευε και ετύφλωνε Έλληνες: «Ο Αθηναίος Επίζηλος του Κουφαγόρα, ενώ πολεμούσε με γενναιότητα σώμα προς σώμα, έχασε την όραση του, χωρίς να τραυματιστεί πουθενά στο σώμα του, ούτε από κοντά, ούτε από μακριά και από τότε έμεινε τυφλός σε όλη του τη ζωή. Για το πάθημα του αυτό άκουσα να λέγεται το εξής: Του φάνηκε πως είδε αντίκρυ του ένα οπλίτη, πολύ μεγαλόσωμο, που τα γένια του κάλυπταν την ασπίδα του άντρα (άνδρα οι δοκέειν οπλίτην αντιστήναι μέγαν του το γένειον την ασπίδα πάσα σκιάζειν) το φάντασμα αυτό πέρασε δίπλα του χωρίς να τον αγγίξει, αλλά σκότωσε τον διπλανό του».

Από το βιβλίο «Τα ιερά όπλα των Ελλήνων» Κωνσταντίνου Ποταμιάνου.

Σήμερα 4/5

Αποτέλεσμα εικόνας για loyloydia


Στη Γαύδο...το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης!!!


http://epistrofi-sti-fysi.blogspot.gr/2013/04/blog-post_26.html

Στη Γαύδο...το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης!!!


Η Γαύδος είναι ένα μικρό νησί το οποίο υπάγεται στο νομό Χανίων και στην περιφέρεια Κρήτης. Είναι το νοτιότερο ελληνικό και ταυτόχρονα ευρωπαϊκό άκρο με πληθυσμό 98 κατοίκων στην απογραφή του 2001. Η κοντινότερη κρητική κωμόπολη στη Γαύδο είναι τα Σφακιά, στο νομό Χανίων.



Η Γαύδος ήταν κατοικημένη από τη Νεολιθική εποχή. Το νησί έχει ταυτιστεί με την Ωγυγία, όπου η Καλυψώ κρατούσε τον Οδυσσέα αιχμάλωτο. Αρχαιολογικές έρευνες έχουν τεκμηριώσει πως η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε παρουσία στο νησί. Οι Ρωμαίοι έκαναν κατάχρηση της χλωρίδας του νησιού, προκαλώντας έτσι μια διαδικασία αποσάρθρωσης που συνεχίζεται ως σήμερα.
Ο Απόστολος Παύλος πέρασε από την υπήνεμη πλευρά του νησιού, κατά τη διάρκεια του τελικού ταξιδιού του προς τη Ρώμη. Αφού εγκατέλειψε την Κρήτη, μια καταιγίδα, έβγαλε το πλοίο του εκτός πορείας, με αποτέλεσμα να περάσει δίπλα από τη Γαύδο. Το γεγονός αυτό έχει καταγραφεί στις Πράξεις 27:16.
Η Γαύδος είναι το ονειρεμένο νησί όπου ναυάγησε ο Οδυσσέας τον υποδέχτηκε η Καλυψώ, το αραξοβόλι των ταξιδιωτών, των εμπόρων της Αφρικής και των πειρατών, ο τόπος μέθεξης χιλιάδων αναχωρητών του καλοκαιριού.
Η Γαύδος αποτελεί στολίδι μοναδικό στην Νότια Ευρώπη, μακρυά από τον πολύβουο «πολιτισμένο» κόσμο, με άγρια ομορφιά, με πεντακάθαρα γαλάζια νερά, με ονειρεμένες ανατολές, με μαγευτικές δύσεις, με σαγηνευτικές ακρογιαλιές και παραλίες, και κέδρα που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα. Ένα νησί με μεγάλες ομορφιές που μπορεί κανείς να τις ανακαλύψει και να τις απολαύσει εάν είναι διατεθημένος να αφήσει για λίγο τη ραστώνη στην εκτεταμένη αμμουδιά του Σαρακίνικου και την παραλία του Αγιάννη και περπατήσει ή στο εσωτερικό του νησιού ή σε άλλους παρθένους τόπους και δυσπρόσιτες παραλίες.
Ο Λαύρακας, ο Πύργος και ο Ποταμός στην Γαύδο, είναι μερικές από τις πολλές μικρές αμμώδεις παραλίες που μπορείτε να επισκευθείτε στην Γαύδο μόνο με τα πόδια. Γεμάτες δέντρα για να προσφέρουν σκιά και θαλπωρή στους επισκέπτες της Γαύδου που επιλέγουν για να τις επισκεφτούν. 
Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι λίγοι και το νησί ηλεκτροδοτείται αξιοποιώντας την ηλιακή ενέργεια. Στον Καραβέ βρίσκεται το λιμάνι του νησιού. Θα βρείτε ακόμα πέντε οικισμούς: το Καστρί, όπου λειτουργούν αγροτικό ιατρείο και σχολείο, το Σαρακήνικο, με τη βασική τουριστική υποδομή του νησιού, δωμάτια και ταβέρνες, τον Αϊ-Γιάννη, την Άμπελο και τα Βατσιανά. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν ενοικιαζόμενα δωμάτια και στην παραλία του Κόρφου. Μαζί με τη γειτονική Γαυδοπούλα, αποτελεί σταθμό μεταναστευτικών πουλιών, καθώς και καταφύγιο για τα απειλούμενα είδη της μεσογειακής φώκιας και της χελώνας Caretta caretta.
  Στη Γαύδο μπορείτε να φτάσετε από την Παλαιόχωρα, τη Σούγια, τον Πλακιά και τη Χώρα Σφακίων. 

Το είδαμε στο Όμορφα ταξίδια

Σήμερα ... 3/5

Αποτέλεσμα εικόνας για loyloydia



Το Παραμύθι χωρίς όνομα


Penelope Delta.jpg
Το Παραμύθι χωρίς όνομα είναι το δεύτερο παιδικό βιβλίο της Ελληνίδας συγγραφέως Πηνελόπης Δέλτα. Δημοσιεύθηκε το έτος 1910. Τον ίδιο τίτλο έχει και το θεατρικό έργο του θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη που βασίζεται πάνω σε αυτό το βιβλίο.
Ιστορικό πλαίσιο, είδος και πρότυπα

Το έργο αυτό εκδόθηκε σε μια ιστορική χρονική στιγμή που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ήταν έτοιμο να υιοθετήσει τα
διδάγματά του. Κατά το 1910 η Ελλάδα βρισκόταν σε φάση αναδιοργάνωσης, καθώς είχε αρχίσει το έργο της Αναθεωρητικής Βουλής και η χώρα προσπαθούσε να μεγιστοποιήσει τα μαθήματα από τον Πόλεμο του 1897. Το 1897 είχε βιωθεί τραυματικά από το έθνος (παρότι η Κρήτη απέκτησε αυτονομία έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και αφύπνισε την κοινή γνώμη για την ανάγκη αλλαγών, με αποτέλεσμα το Κίνημα στο Γουδί το 1909. Με το αίτημα του κινήματος αυτού για αναδιοργάνωση συντάχθηκε αμέσως και η Πηνελόπη Δέλτα, η οποία ακόμα τότε δεν είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα, αλλά ζούσε στην Αλεξάνδρεια και στη Δυτική Ευρώπη με την οικογένειά της (ήρθε στην Ελλάδα το 1916). Συνεπώς, το Παραμύθι χωρίς όνομα γράφτηκε μακριά από την Ελλάδα και με μία τελείως ιδεατή εικόνα της στον νου της συγγραφέως του.

Πρόκειται για ένα παραμύθι με φιλοσοφικά στοιχεία, αλληγορικό και ηθικό περιεχόμενο, και διδακτικό τόνο. Ακολουθεί τα προτεσταντικά πρότυπα, κυρίως τα αγγλικά και τα αμερικανικά ηθικοπλαστικά έργα της νεανικής λογοτεχνίας του τέλους του 19ου αιώνα, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται και στην επίδραση που είχαν στην παιδική ηλικία της συγγραφέως οι δυτικοευρωπαίες γκουβερνάντες της.
Περίληψη της πλοκής

Τα γεγονότα της ιστορίας συμβαίνουν σε μια φανταστική χώρα, που ονομάζεται «Χώρα των Μοιρολάτρων» (ο τόνος σκόπιμα στο «-λά-»). Βασιλιάς της χώρας αυτής είναι ο Αστόχαστος (ή «Ασυλλόγιστος» στις πρώτες εκδόσεις του έργου) και βασίλισσα η Παλάβω. Ο γιος τους ονομάζεται Συνετός και οι κόρες τους Ζήλιω, Πικρόχολη και Ειρηνούλα. Η ιστορία αρχίζει όταν ο Αστόχαστος έχει οδηγήσει τη χώρα του στην απόλυτη κατάρρευση, στην οικονομική χρεοκοπία και στην αδυναμία επιβιώσεως, ενώ οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον τόπο τους. Σε τέτοιο σημείο έχει φθάσει η κατάπτωση του κράτους, ώστε το εγκαταλείπει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός παίρνοντας μαζί του ό,τι είχε απομείνει στο δημόσιο ταμείο. Το κράτος επιβιώνει μόνο χάρη στην οικονομική βοήθεια από τα γειτονικά βασίλεια, όπου βασιλεύουν ο «Εξάδελφος Βασιλιάς» και ο «Θείος Βασιλιάς». Μέχρι που μία ημέρα, αντί για την επόμενη «δόση» της οικονομικής βοήθειας φθάνει ένα καλάθι που περιέχει μία γαϊδουροκεφαλή...

Αυτά όλα προκαλούν τη θλίψη αλλά και την αγανάκτηση του Βασιλόπουλου, του Συνετού, που αποφασίζει να πάρει τη μικρότερη αδελφή του και να ξενιτευτεί. Το αποτρέπει όμως η κυρα-Φρόνηση, την οποία συναντά τυχαία, και η οποία τον πείθει να μείνει, να γνωρίσει από κοντά τον λαό του και να αγωνισθεί για την αναδιοργάνωση του κράτους. Αυτό και γίνεται, η προσπάθεια όμως για αναδιοργάνωση φέρνει τον Συνετό σε σύγκρουση με τους αξιωματούχους και όσους άλλους εκμεταλλεύονταν το «μπάχαλο» που είχε προκαλέσει η διοίκηση του πατέρα του για το προσωπικό τους συμφέρον. Ο Δικαστής, που ανήκει σε αυτή την κατηγορία, φεύγει από τη χώρα και πείθει τον Θείο Βασιλιά να εκστρατεύσει εναντίον της χώρας του Αστόχαστου με τη βεβαιότητα ότι θα την κατακτήσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Ο Συνετός ωστόσο κατορθώνει να εμπνεύσει πίστη και εμπιστοσύνη στον λαό του, ο οποίος εξεγείρεται σαν ένας άνθρωπος και, πολεμώντας με θάρρος και ενθουσιασμό, κατατροπώνει τον εισβολέα. Αμέσως μετά αρχίζει η αναδιοργάνωση του κράτους με την επιμέλεια της κυρα-Φρόνησης.

Αναγνωρίζοντας ο Αστόχαστος τα όσα πέτυχε ο γιος του, υποχρεώνεται να τον ανακηρύξει βασιλιά της Χώρας των Μοιρολάτρων.
Εκδοτική ιστορία

Το βιβλίο αριθμεί 25 εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα, όλες από τον εκδοτικό οίκο «Βιβλιοπωλείον της Εστίας - Ι.Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.». Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από την πρώτη έκδοση, η 25η έκδοση του 2010 είναι συμπληρωμένη με επίμετρο της Μαρίζας Ντεκάστρο και χρονολόγιο από τον Αλ. Π. Ζάννα. Μαζί με αυτά, το βιβλίο έχει 260 σελίδες. Απο τις αρχές του 2012 το βιβλίο κυκλοφορεί και απο τις εκδόσεις ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ με καλλιτεχνική εικονογράφηση του Γ. Στεφανίδη.
Το θεατρικό έργο

Το βιβλίο της Δέλτα δραματοποιήθηκε σε ομότιτλο θεατρικό έργο κατά πολύ ικανοποιητικό τρόπο από τον θεατρικό συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη το έτος 1959. Το έργο αυτό πρωτοπαίχθηκε, μετά από επιλογή του Καμπανέλλη, από τον θίασο «Νέο Θέατρο» των Βασίλη Διαμαντόπουλου - Μαρίας Αλκαίου τον χειμώνα 1959-1960.


http://el.wikipedia.org/wiki/Παραμύθι_χωρίς_όνομα

Δημοφιλείς αναρτήσεις