Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Η Ημέρα της Μητέρας


  ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ  στις Μανούλες του κόσμου!


Μάνα! ... δεν βρίσκεται λέξη καμμία νάχει στον ήχο της τόσο αρμονία...


Γιορτή της Μητέρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τούρτα προς τιμήν της Γιορτής της Μητέρας
Η γιορτή της μητέρας ή Ημέρα της Μητέρας είναι κινητή εορτή προς τιμήν της μητέρας και γιορτάζεται κάθε χρόνο την δεύτερη Κυριακή του μήνα Μάη.
Εγκαθιδρύθηκε τον 20ό αιώνα και προέρχεται από το αγγλικό και το αμερικάνικο κίνημα των γυναικών. Η Αμερικανίδα Ann Maria Reeves Jarvis διοργάνωσε για πρώτη φορά το 1865 ένα κίνημα με το όνομα Mothers Friendships Day και συναντήσεις με το όνομα Mothers Day Meetings, κατά τις οποίες οι μητέρες αντάλλασσαν απόψεις και εμπειρίες.[1] Το 1870 η Julia Ward Howe διοργάνωσε μια εκδήλωση φιλειρηνικής συγκέντρωσης μητέρων με το σλόγκαν peace and motherhood με σκοπό, τα παιδιά να μην στέλνονται στον πόλεμο.[2]
                                  --------------------                                                            
πηγή: http://elenimamanou.blogspot.com/2012/04/blog-post_106.html


 

   Η Μανούλα

Ποιος την κούνια μας κουνάει,
όταν είμαστε μικράκια;
Ποιος χαμογελά στο πλάι
Και γλυκά μας λέει λογάκια
και τον ύπνο προσκαλεί
Η μαμά μας η καλή.
.......................................
Τα μαλλιά μας ποιος χτενίζει;
Ποιος μας καμαρώνει, αλήθεια;
Ποιος παιχνίδια μας χαρίζει;
Ποιος μας λέει τα παραμύθια
στη φωτίτσα μας σιμά;
Η γλυκεία μας η μαμά.
..................................
Κι όταν κάποτε ένα στόμα
κάτι με θυμό μας λέει,
κι όταν παρακούμε ακόμα,
ποιος πονεί και σιγοκλαίει
κι έχει πίκρα στην καρδιά;
Πάντα η μάννα μας, παιδιά.

 Στέλιος Σπεράντσας




--------------------------------------

Ο γιος γράφει ποίημα στη μητέρα του

6 Votes
Εχω ξαναγράψει πως μοιράζομαι τη ζωή μου με έναν “κρυφό” ποιητή. Που γράφει παρορμητικά και έντονα μια στις τόσες, όταν κάποιο σφοδρό συναίσθημα τον συνεπάρει και δεν μπορεί παρά να το βάλει στο χαρτί για να το εκφράσει. Το ποίημα που ακολουθεί γράφτηκε πρόσφατα μετά από συνάντηση με την υπερήλικη μανούλα του, που ζει κάπου 300+ χιλιόμετρα μακριά μας και η νοητική της μνήμη της πια την έχει προδώσει. Εχει όμως “ζωντανά και άγρυπνα τα μάτια της ψυχής” της, που πάντα αναγνωρίζουν τα παιδιά της κι ας μην τα θυμάται πια το κουρασμένο μυαλό:
Mάνα και γιος από τον εμπνευσμένο φακό του Μassimo Tranquillo, flickr
Mάνα και γιος από τον εμπνευσμένο φακό του Μassimo Tranquillo, flickr

Ενα ποίημα του Κωνσταντίνου
Πήρα την πρώτη την πνοή
απ΄το δικό σου το φιλί

κι άρχισα ν΄αναπνέω.
Μου  κράτησες το χέρι  απαλά
και μου ‘δειξες να περπατώ

κι εγώ τους δρόμους πήρα.
Μετά χτυπούσα κι έκλαιγα

κι ήσουν εκεί

χάδι, χαμόγελο, παρηγοριά

και το κουράγιο ένιωσα.
Να συλλαβίζω μ΄έμαθες
δίχως φωνές, με υπομονή.

Τώρα βιβλία γράφω.
Σε ταξίδια ονειρικά,
πολύχρωμα, φανταστικά,

με παραμύθια μ΄ έβαλες.

Και ταξιδεύω ακόμα.

Κι έγινε όμορφη η ζωή.
Και η κουζίνα σου
κόσμος μαγικός

χρωματιστοί ατμοί
βάζα μ΄αρώματα και χρώματα.
Τώρα με τους δικούς μου

τους ατμούς παλεύω.
Σ΄αγκάλιασα

σε φίλησα

σου’ πα “χρόνια πολλά”

κι είχα το ίδιο χάδι.
Σ΄ευχαριστώ.

Σ΄ευχαριστώ γι΄αυτό που έγινα
.

                                              --------------------------------------


Μάνα κράζει το παιδάκι



''Μάνα'' κράζει το παιδάκι,
''Μάνα'' ο νιος και ''Μάνα'' ο γέρος,
''Μάνα'' ακούς σε κάθε μέρος,

α ! τι όνομα γλυκό ,

Τη χαρά σου και τη λύπη
με τη μάνα τη μοιράζεις,
ποθητά την αγκαλιάζεις,
δεν της κρύβεις μυστικό.

Εις τον κόσμον άλλο πλάσμα
δεν θα βρεις να σε μαντεύει,
σαν τη μάνα που λατρεύει,
σαν τη μάνα που πονεί.

Την υγειά της, τη ζωή της,
όλα η μάνα τ' αψηφάει
για το τέκνο π' αγαπάει,
για το τέκνο που φιλεί.

'Όπου τρέχεις, πάντα η μάνα
με το νου σε συντροφεύει,
σε προσμένει, σε γυρεύει σ
μ' ανυπόμονη καρδιά.

Κι αν σκληρός εσύ φαρμάκια
την ποτίζεις την καημένη,
πάντα η μάνα σ' α ' πανταίνει
με τα ολόθερμα φιλιά.

Δυστυχής όποιος τη χάνει
'0 καημός είναι μεγάλος
Σαν τη μάνα δεν είν' άλλος
εις τον κόσμο Θησαυρός.

Κι' όποιος μάνα πια δεν έχει,
''Μάνα'' κράζει στ' όνειρό του.
πάντα ''Μάνα'' στον καημό του
είν' ο μόνος στεναγμός !

Γεωργίου Μαρτινέλλη



0 Γάλλος ποιητής Ιωάννης Ρισπέν έγραψε ένα ποίημα με Θέμα τον έξης συγκινητικό μύθο: Μιά μητέρα αγαπούσε υπερβολικά το μονάκριβο υιό της, μέχρι αυτοθυσίας. Κάποτε ο υιός της, όταν μεγάλωσε, αιχμαλωτίστηκε τόσο πολύ από τα Θέλγητρα μιά πονηρής γυναίκας, ώστε του ζήτησε να διακόψει κάθε σχέση με τη μητέρα του και μάλιστα να την σφάξει και να φέρει την καρδιά της σ' αυτήν, για να της αποδείξει έτσι την αφοσίωσή του. Ο νέος κατελφήφΘη από φρίκη, διότι δεν μπορούσε να φαντασθεί τέτοια εγκληματική πράξη. Αλλά στο τέλος υπέκυψε. Και διέπραξε το φρικτό έγκλημα. Και ενώ κρατούσε στα χέρια του την καρδιά της μάνας του και έτρεχε να την προσφέρει στην πονηρή γυναίκα, ως δείγμα της αφοσίωσής του, σκόνταψε έπεσε κάτω και μαζί του κύλησε κατά γης και ή καρδιά της μάνας του. Και τότε ή καρδιά, με στοργή και τρυφερότητά, μίλησε και του ψιθύρισε:
«Μήπως κτύπησες παιδί μου;».

                                                                            
Η καρδιά της μάνας
                                                                                      
Ένα παιδί μοναχοπαίδι αγόρι,
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη
- Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, τα παιδιά,
μ' αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου
της μάνας σου να φέρεις την καρδιά
να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος τη μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει,
και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.
Κυλάει ο γιος και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.

Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
- Εχτύπησες αγόρι μου; και κλαίει..
(J.Rispen)

...............................................

Χρόνια πολλά μάνα μου!
Χρόνια πολλά μανούλες!


Εικόνες ενός Μέτοικου της Φιλιώς Μόρφη

 http://www.onestory.gr/post/22890553944 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΝΟΣ ΜΕΤΟΙΚΟΥ

της Φιλιώς Μόρφη *
.
Στάθηκε στη μέση του δωματίου. Φρεσκοβαμμένο αλλά άχρωμο. Άχρωμες και οι σκέψεις του. Ένα δωμάτιο νοικιασμένο και ξένο. Ξένος κι αυτός σ’ αυτή τη νέα γη. Αναστέναξε βαθιά και άνοιξε το παράθυρο που ήταν μπροστά του. Η πόλη του χάρισε μια μικρή καρτ ποστάλ σαν να ήθελε να τον καλοπιάσει. Ένας γκρίζος δρόμος, κάμποσες στέγες και ταράτσες με απλωμένα ρούχα και ηλιακούς θερμοσίφωνες, το θάμβος ενός βουνού πέρα, μακριά κι ευτυχώς μπόλικος ανέφελος ουρανός. Στάθηκε να κοιτά για ένα ή δύο λεπτά με μια έκφραση ενόχλησης και απορίας μαζί. Ένοιωσε πως η πόλη τον κοιτούσε ειρωνικά και σαν να του έλεγε «τώρα μου ανήκεις» διψώντας για νέο αίμα, όπως κάθε πόλη κι εκείνος θύμωσε γιατί φοβήθηκε πως η πόλη είχε δίκιο. Εκτός αυτού ποτέ δεν ήθελε ν’ ανήκει σε κανέναν και σε τίποτα.
Η σκέψη ότι δεν θα μείνει εκεί για πάντα του πρόσφερε ένα ίχνος ευφορίας για την συνέχεια. Ύστερα η σκέψη ότι αυτή η πόλη μπορεί να έκρυβε κάποιο δώρο για ‘κείνον του προκάλεσε εγρήγορση. Να τελειώνει με το σπίτι να βγει έξω, να περπατήσει, να ανακαλύψει.
Κοίταξε προσεκτικά το χώρο, τα λιγοστά του έπιπλα και τις κούτες στο πάτωμα. Είχε κιόλας αποφασίσει τη θέση κάθε πράγματος. Η πρώτη του κίνηση ήταν ν’ ανοίξει την κούτα που έγραφε ‘ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ-ΔΙΑΦΟΡΑ’. Την άνοιξε γρήγορα και σύντομα το ραδιόφωνο θα έπαιρνε ζωή από την πρίζα δίπλα απ’ το πάσο της κουζίνας. Στριφογύριζε με τ ‘ακροδάχτυλά του το κουμπί του tuning, στριφογύριζαν οι ακατάληπτοι ήχοι στο μυαλό του, στριφογύριζαν τα μάτια του στο δωμάτιο και οι σκέψεις του γύρω απ’ το τίποτα.
Ανάμεσα στους ήχους ξεχώρισε τη φωνή του Τάκη Μπίνη και σταμάτησε ν’ ακούσει ‘το δίχτυ’. Τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο του και το άναψε σχεδόν ευλαβικά. Εξέπνεε κιόλας τον καπνό από μέσα του και σαν τον καπνό θολά του ήρθαν στο μυαλό οι νύχτες στο ρεμπετάδικο που τις ξενυχτούσε Παρασκευές και Σάββατα με φίλους. Οι φίλοι του. Από παιδιά μαζί, πάντα μαζί. Γύρω από ένα τραπέζι σε κάθε ευκαιρία στο ρεμπετάδικο, στα σπίτια, στην πλατεία.
«Τη μέρα είναι σήμερα; Πέμπτη. Παρασκευή αύριο.» Μονολογούσε. Η πρώτη Παρασκευή χωρίς εκείνους. Τα μάτια του έπαψαν να κοιτούν για λίγο και τώρα έβλεπε με την καρδιά. Πιο καθαρά, ακόμα πιο καθαρά άρχισαν να ρέουν οι εικόνες σαν αίμα στις φλέβες γρήγορα. Βρέθηκε στο τραπέζι και τους κοιτούσε όλους, έναν - έναν. Τα πρόσωπα με κάθε λεπτομέρεια, οι κινήσεις των χεριών πάνω απ’ το τραπέζι και μετά από λίγο οι φωνές τους και τα γέλια τους κάλυψαν τον Τάκη Μπίνη και για μια στιγμή αισθάνθηκε σαν να κατέβασε μόλις μέσα του μια γουλιά κόκκινο, στυφό κρασί. Είχε πιει τόσο από αυτό που η γεύση είχε, πια, πλημμυρίσει τους νευρώνες του εγκεφάλου του.
Το άχρωμο δωμάτιο δεν υπήρχε πια. Ούτε οι κούτες στο πάτωμα, ούτε, ακόμα, το ανοιχτό παράθυρο. Ο χρόνος είχε αλλάξει σχετικότητα και η Στέλλα Χασκίλ τον πήγε σε ‘ακρογιαλιές δειλινά’ τότε που μαζί με τον πατέρα του κι εκείνη την γέρικη βάρκα με το όνομα ‘σεργιάνι’ αφήναν πίσω τους ήπια απόνερα στο γυρισμό από κάποια βόλτα. Οι μόνες στιγμές με τον πατέρα του. Στιγμές που ήταν μόνο οι δυο τους για να τα πούνε. Να θυμηθούνε την μητέρα του, να καταστρώσουν σχέδια για το μέλλον. Τότε που ο πατέρας του τού μάθαινε όλα τ’ ακτωνύμια του κόλπου που τους αγκάλιαζε ολόγυρα και τα έλεγε πάντα ενθουσιασμένος και περήφανος που τα ήξερε, που τα θυμόταν όλα και που σε όλα περπάτησαν τα πόδια του απ’ όταν ήταν παιδί. Στα χέρια του σαν να ένοιωσε τα τραχιά ξύλινα κουπιά, σαν να άκουσε τους ανεπαίσθητους παφλασμούς του νερού, σαν να άστραψε μπροστά του το γέλιο του πατέρα του μέσα απ’ τα γκρίζα γένια, σαν να μύρισε το τσίπουρο στην ανάσα του. Μετά είδε εκείνη. Πάντα στη σκέψη του έρχεται φορώντας το ίδιο φόρεμα. Μπλε με άσπρες μαργαρίτες. Όλο και την πλησιάζουν με τη βάρκα στον μικρό μόλο. Μόλις μύρισε το άρωμα από τα μαλλιά της καθώς εκείνη έσκυψε ν’ αρπάξει το σχοινί για να δέσουν. Μόλις την άκουσε να λέει «καλώς τους».
Κοίταξε έξω. Το φως λιγόστευε και τα χρώματα άλλαζαν. Κοίταξε μέσα. Του φάνηκε περίεργο που είχε καταφέρει να τακτοποιήσει ένα σωρό πράγματα χωρίς να είναι καν εκεί. Γέλασε δυνατά. Έπεσε άτσαλα πάνω στον καναπέ, κοίταξε το ραδιόφωνο κι εκείνο του απάντησε με Βάρναλη.
‘Οι μοιραίοι’ ξεπρόβαλαν ένας - ένας μέσα απ’ το λαρύγγι του Μπιθικώτση. Σαν να έβγαιναν από σπηλιά, φιγούρες σκυφτές σχηματίστηκαν στο μυαλό του και ανάμεσά τους είδε τον εαυτό του και κόμπιασε κάτι στο στήθος του στη σκέψη πως μπορεί να είναι κι αυτός ένας μοιραίος. Τους είδε τους μοιραίους να τον κοιτούν μέσα στο ημίφως του υπογείου που μύριζε μούχλα και αρρωστημένα χνώτα. Τον κοιτούσαν με κενό και απώλεια μέσα από τα γερασμένα τους μάτια στεκάμενοι μέσα σε φθαρμένα και ρυπαρά ρούχα σαν σκιάχτρα. Σαν όρθιοι νεκροί που δεν έζησαν ποτέ, ακίνητοι σαν είδωλα σε ασπρόμαυρη φωτογραφία του προπερασμένου αιώνα. Τόσο κοντά του. Ένας απ’ αυτούς; Θα μπορούσε ποτέ; Όλη του η πνοή συσσωρεύτηκε στο στέρνο του σαν μαύρο σύννεφο κι έγινε βαρίδι μολυβένιο που ανέβαινε στον λαιμό του να τον πνίξει.
Όλα του τ’ αγγεία και οι φλέβες έδωσαν μάχη με τη στιγμή. Πετάχτηκε όρθιος. Με τα νεύρα των δαχτύλων του σαν σύρματα πείραξε το κουμπί του tuning και η βελόνα στο παλιό ραδιόφωνο γύρισε σαν τρελή πυξίδα. Μετά βρέθηκε κάτω απ’ το ντουζ και το ζεστό νερό τον τύλιξε ολόκληρο. Πρώτη φορά, του φάνηκε, εκτίμησε τόσο το νερό και το μόνο που σκέφτηκε ήταν πως θα ήθελε να μπορεί να ξεπλένει και το μυαλό του. Φαντάστηκε πως το νερό εισχώρησε στο κρανίο του και άρχισε να παρασέρνει με ορμή γκρίζες και μαύρες σκέψεις κι έπαιρνε εκδίκηση καθώς τις έβλεπε να χάνονται για πάντα στο σιφόνι. Μετά απολάμβανε. Ένοιωθε τη θερμοκρασία του νερού, το μύριζε, το άκουγε να ρέει ελεύθερο και χαμογελούσε μέσα από τις αρωματισμένες φουσκάλες του αφρόλουτρου.
Σε λίγο θα άφηνε τα αποτυπώματα από τις βρεγμένες του πατούσες πάνω στα παλιά σανίδια. Άνοιξε τη βαλίτσα του και διάλεξε τ’ αγαπημένα του ρούχα. Αισθάνθηκε καινούργιος. Κλείνοντας την πόρτα το ραδιόφωνο έπαιζε μια διαφήμιση για μια θεατρική παράσταση. ‘Η αυλή των θαυμάτων’.
Ο γκρίζος δρόμος απλωνόταν τώρα μπροστά του. Σε λίγο θα τον κατάπιναν τα γρήγορα βήματα του και θα τον λιγόστευαν. Άφησε πίσω του όσα έβλεπε απ’ το παράθυρό του βιαστικός να βρεθεί στην καρδιά της νέας πόλης να μπερδευτεί με τους άλλους και να γνωρίσει το χρώμα της, τη μυρωδιά της, τους ήχους της, να ψάξει να βρει την ιδιαιτερότητά της, έτσι όπως έκανε και με τις γυναίκες. Σαν βέλος που στοχεύει διάνα στο κέντρο δεν άργησε να μπει μέσα της. Πίνοντας μπύρα στο λιμάνι αποφάσισε κιόλας το χρώμα της. Σέπια. Μετά από λίγο τη μυρωδιά της. Κάτι ανάμεσα σε ξύλο και φασκόμηλο με νότες θάλασσας. Ο ήχος της. Το σφύριγμα που ακούγεται στο τραγούδι με την Χαρούλα Αλεξίου ‘ κι εγώ σαν πόλη ’. Αυτές οι σκέψεις σχημάτισαν στο πρόσωπό του ένα γλυκό χαμόγελο. Η ιδιαιτερότητά της. Αυτή φοβήθηκε πως θα την βρει όταν κάποτε φύγει από την πόλη. Έτσι όπως έκανε και με τις γυναίκες.
Φανερά ανάλαφρος ξεκίνησε την επιστροφή του για το σπίτι. Εδώ και ώρα τον είχε συνεπάρει η επιθυμία να κοιμηθεί ήσυχος μετά από μέρες κούρασης. Θα κοιμόταν όμορφα. Το μυαλό του είχε αδειάσει από τ’ άχρηστα όπως τα συρτάρια του στο παλιό του σπίτι. Στο λιμάνι αποφάσισε να χρωματίζει τις σκέψεις του από ’δω και μπρος. Στη γειτονιά του έφτασε γρήγορα χαζεύοντας εδώ κι εκεί. Η ματιά του σταμάτησε σε μια ξύλινη ταμπέλα που κρεμόταν με σχοινιά από ένα γέρικο δέντρο. ‘ Η αυλή των θαυμάτων’ έγραφε. Πλησιάζοντας είδε από κάτω της να ξεκινά ένα σοκάκι. Χώθηκε μέσα και οδηγήθηκε σε μια αυλή. Μια τετράγωνη αυλή στρωμένη με χαλίκια, περιτριγυρισμένη από τους ψηλούς τοίχους τριών πέτρινων κτιρίων. Παντού γλάστρες με λουλούδια και παρτέρια. Στο κέντρο της ένα δεντράκι κι από κάτω ακριβώς ένα αυτοσχέδιο μακρόστενο τραπέζι αποτελούμενο από μια παλιά ξύλινη πόρτα και ζωγραφισμένα τσιμεντολίθια στις δύο πλευρές για να την συγκρατούν στο κατάλληλο ύψος. Δυο πάγκοι απλοί, μακρόστενοι και ξύλινοι στεκόταν δίπλα στο τραπέζι από δω κι από κει καλυμμένοι με πολύχρωμες κουρελούδες. Απ’ το δέντρο κρεμόταν με χρωματιστές κορδέλες διάφορα φαναράκια με φλογίτσες μέσα τους να λικνίζονται τρεμάμενες, έτοιμες να σβήσουν. Πάνω στο τραπέζι δυο ποτήρια άδεια κι ένα μπουκάλι από κρασί. Ευθεία μπροστά του από μια πόρτα ορθάνοιχτη έβγαινε ένα θαμπό γαλαζοπράσινο φως και εκεί μέσα στο φως ξεχώρισε, μετά από λίγο, μια σιλουέτα μέσα σ’ ένα αραχνοΰφαντο φουστάνι. Έμοιαζε με νεράιδα η γυναίκα που πέρασε το κατώφλι της πόρτας και τον πλησίαζε τώρα χαμογελώντας.
«Την Ζωή ψάχνεις;» τον ρώτησε
Και μόνη της απάντησε
«Δεν θ’ αργήσει να ’ρθει»
Στάθηκε να την κοιτά.
Στο σπίτι, οι αδερφοί Κατσιμίχα σκορπούσαν ‘παλιά καλοκαίρια’ μέσα απ’ το ραδιόφωνο. Από το παράθυρο που είχε μείνει ανοιχτό, βγήκε το τραγούδι και σκέπασε την πόλη. Η πόλη μαγεμένη μοίραζε τα δώρα της.
.
Η Φιλιώ Μόρφη γεννήθηκε το 1980 στον Λαύκο Νοτίου Πηλίου και απλά της αρέσει να γράφει.
[ facebook ] [ e-mail ]

 σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα , αντιγραφή,  επικόλληση πάνω.

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Ακροβατώντας στο όριο

πηγή : εφημερίδα  TA NEA   -  Διαδρομές  23-11-2001
Επιμέλεια: Γιάννηs Ντρενογιάννηs

....Τα όρια που δημιουργεί το φυσικό τοπίο είναι πάντοτε σεβαστά από όλους, και τούτο δεν γίνεται τυχαία. ΄Ενας γκρεμός, η κοίτη ενός ορμητικού ποταμού, είναι σαφή όρια στο χώρο, που είναι πολύ επικίνδυνο να τα υπερβείς. Κατά κάποιο τρόπο, η ύπαρξη ορίων συνδυάζεται με την επικινδυνότητα. Άλλοι μπορούν να πετάξουν από το γκρεμό με αιωρόπτερο και άλλοι δεν τολμούν να τον πλησιάσουν. Ακόμα όμως και για τον αιωροπτεριστή υπάρχει όριο. Άν τα αέρια ρεύματα δεν βοηθούν, ο γκρεμός αυτός είναι πολύ επικίνδυνος....Χιλιάδες οριακά σημεία υπάρχουν στο χώρο και καλό θα είναι να τα αναγνωρίζουμε. Οριακό σημείο είναι ακόμα και η πόρτα που μπαίνεις στην εκκλησία. Οριοθετεί τη νοητή γραμμή ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που στις περισσότερες εισόδους εκκλησιών -αλλά και σπιτιών- θα δούμε σκαλιστά σύμβολα -παραστάσεις αποτροπής- στο υπέρθυρο. Σε τούτο το κομμάτι διάλεξα μόνο τέσσερα από τα οριακά σημεία που έχω συναντήσει στην πατρίδα μας.Δεν είναι τυχαίο πως δυο από αυτά βρίσκονται πάνω στη γραμμή των συνόρων.... Και στα τέσσερα αυτά σημεία νιώθεις πως φτάνεις κάπου και από εκεί δεν έχει συνέχεια....θα πρέπει να επιστρέψεις...


Δρακόλιμνη - Γράμμος  Για να φτάσεις στη Δρακόλιμνη του Γράμμου  πρέπει να περπατήσεις μέχρι τα 2.350 μέτρα, ακολουθώντας ένα δυσδιάκριτο μονοπάτι, είτε από τη Γράμμοστα είτε από την Αετομηλίτσα. Χωρισμένη στα δύο η Δρακόλιμνη του Γράμμου βρίσκεται πάνω στο νοητό όριο που χωρίζει την Ελλάδα από την Αλβανία, αλλά δεν είναι αυτό που σου κόβει την ανάσα...ουτε η τρομερή θέα... ούτε η αίσθηση ότι αν πάρεις λάθος κατεύθυνση θα βρεθείς σε άλλη χώρα!  Είναι η ψυχή σου που αγγίζει το όριο κι η φαντασία σου που ζωντανεύει τους μύθους και θρύλους για το στοιχειό του Γράμμου. Ετούτη η λίμνη είναι γεμάτη δρακάκια (τρίτωνες), βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο, έχει νερό όλο το χρόνο και είναι αρκετά βαθιά. Θεωρείται η μεγαλύτερη από τις δρακολίμνες στην Ελλάδα, αλλά και η πλέον δυσπρόσιτη και άγνωστη. Λένε λοιπόν ότι το στοιχειό του Γράμμου βρισκόταν πιο κάτω, προς τη μεριά της Αετομηλίτσας, κοντά στο χωριό, κρατούσε τον τόπο να μην πέφτει Τρείς μάγισσες  Γραμμοστιάνες το έκλεψανμια νύχτα για να το φέρουν στο τόπο τους να   στεριώσει. Ανηφορίζοντας έκαναν μια στάση και το στοιχειό δάκρυσε. Έτσι έγινε  η Δρακόλιμνη της  Σκρίτζας  (πιο κάτω προς Αετομηλίτσα) Τελικά οι μάγισσες το έφεραν εδώ επάνω.   Η Γράμμοστα στέριωσε,αλλά η Αετομηλίτσα όχι  (πολλές κατολισθήσεις λόγω  διάβρωσης,αποτέλεσμα της υπερβόσκησης)....


Ακροταίναρο

Με αργά βήματα προχωρώ σε ένα λαξευτό πέτρινο λούκι πολλών μέτρων. Ακολουθώ τη ροή του που οδηγεί στη θάλασσα, σε έναν μικρό ήσυχο όρμο με βράχια τριγύρω. Ένας ψαράς λύνει τη βάρκα του για να βγεί στ' ανοιχτά, γυρίζει, με κοιτάει,τον χαιρετώ και χαμογελάει. "Είναι μακριά η σπηλιά του Άδη;" τον ρωτώ και εκείνος μου απαντά : "'Όχι πολύ, αλλά δεν έχει και τίποτε σπουδαίο να δείς".   Περπατώ επάνω σε ένα αρχαίο ψυχοπομπείο και ομολογώ   πως αισθάνομαι περίεργα. Οι πύλες του Άδη δεν είναι μακριά, μα ο βαρκάρης δεν δέχεται να με πάει μέχρις εκεί.Όλα τα παραπάνω μπορεί να ακούγονται μακάβρια, αλλά σκηνοθετούν απλά ένα ταξίδι που κάποτε όλοι θα ακολουθήσουμε... είτε το θέλουμε, είτε όχι.  Βρίσκομαι στο Πόρτο- Στέρνες, στην άκρη του ακρωτηρίου Ταίναρο, και περπατάω σ' αυτόν τον αρχαίο λαξευτό διάδρομο που οι ιστορικοί λένε πως ήταν ψυχοπομπείο. Από εδώ κατέβαιναν οι "ταχυδρόμοι" και έπαιρναν τον "περαματάρη" τον μακάβριο βαρκάρη για τον κάτω  κόσμο!
Είναι πραγματικά ασύλληπτο πως ετούτο το σημείο της Ελλάδας σε υποβάλλει από τα φυσικά του χαρακτηριστικά και μόνο. Το τέλος του δρόμου κοιτάει τη θάλασσα. μπροστά σου ακριβώς βρίσκεται ο μικρός θολωτός ναός των Αγίων Ασωμάτων, αριστερά είναι το λιμανάκι που δένουν τις βάρκες και δεξιά ξεκινάει το μονοπάτι για το φάρο του Ταίναρου...για το τέλος του δρόμου. Όλα δένουν με τα βράχια, το υγρό στοιχείο και τον αέρα που συνήθως εδώ είναι δυνατός αυτή την εποχή. Δεν είσαι στη μέση του τίποτα, δεν έχεις φτάσει στο τέλος του κόσμου , κι όμως έτσι αισθάνεσαι.

Ψαράδες-Πρέσπα
Απ΄όπου κι αν φτάνει κανείς στην Πρέσπα (δηλ.την περιοχή που καταλαμβάνουν οι δυο λίμνες και η γή γύρω απ' αυτές) έχει την αίσθηση ότι... φτάνει. Ότι δε γίνεται να προχωρήσει άλλο, δεν έχει πού αλλού να πάει. Φτάνει στην άκρη της ελληνικής γής, μια άκρη που δεν είναι άκρη και -κυρίως- δεν είναι γή. μια νοητή ευθεία μέσα στα νερά της Μεγάλης Πρέσπας μόνο καταχρηστικά μπορεί να θεωρηθεί σίγουρο. Απ' αυτό όμως το ακαθόριστο όριο πρέπει να ξεκινήσει κανείς την περιήγηση στην Πρέσπα. Εδώ ο χρόνος μετράει στα τυφλά όσο ο επισκέπτης παίζει κρυφτό με
την ελληνική του συνείδηση και την οικολογική του ευαισθησία.
Αφού περάσουμε τον δίαυλο ανάμεσα στις δύο λίμνες στη θέση Κούλια, όπου βρίσκεται και το στρατιωτικό φυλάκιο, ανηφορίζουμε προς το ύψωμα που είναι γεμάτο από αιωνόβια κέδρα και στη συνέχεια κατηφορίζουμε για το τελευταίο χωριό του δρόμου... για το τέλος του.
Οι Ψαράδες, όπως δηλώνει και το όνομά τους (παλιά λεγόταν Νίβιστα), ήταν και είναι ένα ψαροχώρι χωμένο σε έναν φυσικό όρμο της Μεγάλης Πρέσπας.
Ενδιαφέρουσα παραμένει η αρχιτεκτονική των σπιτιών των Ψαράδων, γι' αυτό έχει ανακηρυχθεί παραδοσιακός οικισμός. Στις μέρες μας το εισόδημα των κατοίκων συμπληρώνεται από τον τουρισμό και δεν είναι παράξενο να δείτε λεωφορεία με ημερήσιους επισκέπτες να πλημμυρίζουν τον γύρω χώρο. Ελάχιστοι από αυτούς θα νοικιάσουν μια βάρκα για να δούν τα περίφημα ασκηταριά στους βράχους, και ακόμα πιο λίγοι θα παρατηρήσουν ότι τα μικρόσωμα μοσχάρια που βόσκουν ελεύθερα γύρω από τη λίμνη αποτελούν μια σπάνια ράτσα. Όλοι όμως θα αισθανθούν πως ο υγρός όγκος της λίμνης αποτελεί ένα οριακό σημείο, όχι μόνο στο χάρτη, αλλά και στην καρδιά τους.

                                                                    Μπελόη-Φαράγγι του Βίκου

Όταν προσεγγίσεις την άκρη του πέτρινου τείχους που δημιουργούν οι πλαγές του φαραγγιού του Βίκου, βλέπεις πως έχεις φτάσει σε  ένα όριο. Μπροστά σου ανοίγεται ένα βαθύ χάσμα, μια απίστευτη όσο και γιγάντια χαραγματιά, που δημιουργήθηκε τουλάχιστον τριάντα εκατομμύρια χρόνια πιο πριν, όταν σημειώνονταν τεράστιες γεωλογικές αλλαγές στον κόσμο.
Δεν χρειάζεται να έχεις υψοφοβία για να "κοκκαλώσεις" στη θέση σου. Το σφίξιμο στη καρδιά και το στομάχι είναι δεδομένο ενώ το δικό σου μέγεθος μπροστά του είναι ασήμαντο. Τοπ ύψος των βράχων της Τύμφης(Γκαμήλα) και του Στούρου, (των βουνών που στέκονται θυμωμένα το ένα απέναντι στο άλλο), ξεπερνά τα 700 μέτρα , ενώ σε μερικά σημεία νομίζεις ότι αγγίζει το ένα το άλλο.
Δύο είναι τα εντυπωσιακότερα σημεία θέας του ελληνικού Γκράν - Κάνιον .  Το ένα είναι πάνω από το χωριό Μονοδέντρι και αναφέρεται ως θέση "Οξυά".Η πρόσβαση είναι εύκολη και πηγαίνεις  μέχρι εκεί με το αυτοκίνητο.  Για να φτάσεις όμως στη θέση  Μπελόη   χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια, αλλά το σημείο αυτό είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό κατά την προσωπική μου άποψη. Το χωριό στο οποίο πρέπει πρώτα να φτάσεις είναι το Βραδέτο και ο πρόσφατος ασφαλτόδρομος αποτελεί την εύκολη λύση. Η ωραιότερη διαδρομή όμως ξεκινάει λίγο πιο έξω από το Καπέσοβο και σκαρφαλώνει τη φημισμένη πέτρινη "Σκάλα του Βραδέτου" Σε μια ώρα είσαι στο Βραδέτο και ακολουθώντας τις ταμπέλες φτάνεις (έπειτα από δυο χιλιόμετρα απόσταση από το χωριό) στο σημείο που ξεκινάει το      μονοπάτι για τη Μπελόη. Πάνω στα πέτρινα βάθρα που οριοθετούν τη διαδρομή σου, περπατάς για 20 λεπτά περίπου. Κανέναν σημάδι δε σου δείχνει που πρόκειται να φτάσεις...το φαράγγι μοιάζει αόρατο. Την ώρα όμως που θα αγγίξεις το μικρό πέτρινο μπαλκόνι, το ξάφνιασμα είναι τόσο άμεσο, όσο και οι λέξεις που θα ψιθυρίσεις... "Χριστέ μου!"

Καφενείο "Ο κόσμος": 10 πράγματα που πρέπει να είστε σε θέση να πείτε ό...

Καφενείο "Ο κόσμος": 10 πράγματα που πρέπει να είστε σε θέση να πείτε ό...: 1. Ακολούθησα την καρδιά μου και την διαίσθησή μου.  2. Είπα όσα είχα ανάγκη να πω.  3. Έκανα όσα είχα ανάγκη να κάνω.  4. Έκανα τ...


 
1. Ακολούθησα την καρδιά μου και την διαίσθησή μου. 
2. Είπα όσα είχα ανάγκη να πω. 
3. Έκανα όσα είχα ανάγκη να κάνω. 
4. Έκανα την διαφορά. 
5. Ξέρω τι είναι αληθινή αγάπη. 
6. Είμαι ευτυχισμένος και ευγνώμων. 
7. Είμαι περήφανος για τον εαυτό μου. 
8. Έγινα η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. 
9. Έχω συγχωρέσει όσους με πλήγωσαν. 
10. Δεν μετανιώνω για τίποτα.

Η μικρή συμμορία του Σάκη Αθανασιάδη

http://www.onestory.gr/post/22612088947

_Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ

του Σάκη Αθανασιάδη *
.
Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των δέντρων λύγιζαν σαν πελώρια χέρια, γυμνά σαν αγάλματα από την πρώτη πάχνη του φθινόπωρου. Στο βάδισμά τους σάρωναν ξερά χόρτα που τα έπαιρνε ο βοριάς και τα ταξίδευε στη θάλασσα. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους το ακούραστο μάτι του ήλιου έσπερνε κίτρινο.
Φορούσαν κασκόλ και βαριά πανωφόρια, τα μικρά κορμιά τους έδειχναν σαν πάνινες μπάλες. Μέσα Νοέμβρη και ο ήλιος ήταν ανίκανος να τους ζεστάνει. Η λάμψη του μια αυταπάτη θερμότητας. Μόνο το έντονο φως του έμενε, τόσο πολύ που αν το έκοβες σε φέτες και το έκανες εξαγωγή σαν Ελλάδα θα γινόσουν πλούσιος.
Με τις ανάσες τους ζέσταιναν τα χέρια μιλώντας μεταξύ τους συνωμοτικά κι ανέβαιναν όλο και περισσότερο το ύψωμα. Λαχανιασμένοι, αλλά και σίγουροι πως η αποστολή τους άξιζε κάθε θυσία. Στις χούφτες τους κρατούσαν θρίαμβο, μα άφηναν τα χαμόγελα για αργότερα, όταν η αποστολή θα τελείωνε.
Φτάνοντας στο στόχο τους μαζεύτηκαν όλοι πίσω από ένα τοίχο, για να ξεκουραστούν. Με τα μάτια τους έψαξαν τη γύρω περιοχή, δεν υπήρχε κανείς.
«Περιμένετε, θα πάω εγώ» φώναξε ο Κώστας και προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα του μικρού ναού.
«Πρόσεχε να μην αφήσεις αποτυπώματα» τους φώναξαν οι άλλοι που έμειναν πίσω.
«Είμαστε τυχεροί, είναι ξεκλείδωτα» είπε λίγο πριν χαθεί μέσα στο εκκλησάκι.
Στάθηκαν όλοι ακίνητοι για ένα λεπτό, ένα λεπτό που έμοιαζε αιώνας, περιμένοντας την τιμωρία από τον ουρανό. Αφού δεν έγινε τίποτε άρχισαν να πανηγυρίζουν.
«Το δάχτυλό σου τρέχει ακόμη αίμα» είπε με συμπόνια ο Παύλος στο φίλο του καθώς άφηναν πίσω τους το εκκλησάκι.
«Το τρύπησα αρκετά» του απάντησε ο Κώστας φέρνοντας το πληγωμένο δάχτυλο στο στόμα, για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Πάμε στα αμπέλια να κρυφτούμε κι από εκεί να βλέπουμε τον κόσμο όταν φτάσει» ακούστηκε να λέει ο Δημήτρης που ήταν ο μικρότερος της παρέας, σηκώνοντας ψηλά τα βαριά κιάλια του πατέρα του που είχε μαζί. 
Οι σφεντόνες χτυπούσαν στο στήθος τους καθώς άρχισαν να τρέχουν. Τα πρώτα δέντρα τους έκρυψαν στις σκιές τους. Τα είχαν καταφέρει και κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, σίγουρα ήταν ανίκητοι σαν τους ήρωες στα βιβλιαράκια που διάβαζαν. Ήταν ο Μπλέκ, ο Ζαγκόρ, ο Όμπραξ και ο Κάπτεν Μάρκ.
Η μικρή συμμορία ξεχύθηκε στα αμπέλια αναζητώντας κάποιο πουλί να χτυπήσει με τις σφεντόνες της. Ο Παύλος, ο Κώστας, ο Δημήτρης και ο Τάσος, όλοι κάτω από δώδεκα χρονών. Ρουφούσαν τις ιστορίες από τα κόμικς που διάβαζαν και αγωνίζονταν να ξεπεράσουν τους ήρωές τους. Η παιδική τους άγνοια τους απαγόρευε να δουν οτιδήποτε άλλο πέρα από τη χαρά της περιπέτειας, αν και η τιμωρία δεν τους ήταν καθόλου άγνωστη. Η βέργα του δασκάλου παρέμενε μια μόνιμη απειλή. Τα καλοκαίρια που αυτός ο φόβος δεν υπήρχε γύριζαν πάνω κάτω στο χωριό από το πρωί ως το βράδυ και λειτουργούσαν σαν μια μυστική οργάνωση. Με αρχηγό, υπαρχηγό και μέλη.
Με κοντά παντελόνια έτρεχαν στις γειτονιές σημαδεύοντας με τις σφεντόνες τους εκτός από πουλιά και τζαμαρίες. Μερικές φορές έλυναν από τη βοσκή γαιδάρους τους καβαλούσαν κι έτρεχαν στους χωματόδρομους. Το ποτάμι ήταν το μόνο εμπόδιο που έφραζε την πορεία τους. Από τα αγαπημένα παιχνίδια των μικρών φίλων ήταν τα εμπόδια στους περαστικούς. Κρυμμένοι στην άκρη του δρόμου περίμεναν το θύμα τους και μόλις πλησίαζε στο σημείο της ενέδρας τραβούσαν ένα μακρύ σύρμα και ο περαστικός έπεφτε κάτω σα να τον χαστούκιζε ο θεός. Μετά χάνονταν στο σκοτάδι.
Οι μεγάλες απώλειες από χτυπήματα και σχισμένα ρούχα υπήρχαν στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με τις άλλες γειτονιές. Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα, όποια ομάδα έχανε μοίραζε κλωτσιές στα τυφλά κι έτσι η μάχη σώμα με σώμα άρχιζε. Συμμαθητές δεν υπήρχαν, μονάχα αντίπαλοι κι έπρεπε να συντριβούν με κάθε τρόπο.
Κουρασμένοι κάθισαν στη ρίζα ενός δέντρου να μετρήσουν τα πουλιά που είχαν χτυπήσει. Ο Κώστας έλειπε, τον έψαχναν με τα μάτια τους. Ξαφνικά από μακριά άκουσαν τη φωνή του.
«Παιδιά ελάτε…»
Την ώρα που είχαν σκαρφαλώσει σε μια αμυγδαλιά ακούστηκε από το χωριό η καμπάνα της εκκλησίας.
«Ξεκινάνε. Σε μια ώρα θα έχουν φτάσει. Μαζέψτε γρήγορα τα αμύγδαλα να βρούμε ένα σημείο να βλέπουμε καλύτερα» μουρμούρισε ο Κώστας.
Οι χωρικοί βάδιζαν αμίλητοι, τα πόδια τους είχαν το βάρος παρατημένων. Η σκόνη έσμιγε με τα χνώτα τους, αδιαμαρτύρητα έγλυφαν την κόκκινη λάσπη. Κανείς δεν θα ήθελε να κρατήσει στη μνήμη του όλα αυτά τα σκαμμένα απ’ τον μόχθο πρόσωπα, όλοι ήθελαν να τα πετάξουν μακριά σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το ανθρώπινο ποτάμι ανέβαινε με δυσκολία το λόφο. Οι περισσότεροι περπατούσαν έχοντας το κεφάλι σκυμμένο προς τη γη λες και ήθελαν να παρατήσουν την κούρασή τους στο χώμα και να ελευθερωθούν. Πίσω του η κατακίτρινη από την ξηρασία πεδιάδα, δεκάδες χωριά και στο βάθος ο Αξιός ποταμός που το λιγοστό νερό του έφτανε ίσα-ίσα να ξεδιψάσουν τα κοπάδια με τα ζώα.
Θα μπορούσε ο θεός να δώσει εντολή στα σύννεφα να φέρουν βροχή κι όλη αυτή η λύπη να μετατραπεί σε χαρά; Κανείς δεν ήθελε να το συζητήσει με τον διπλανό του. Η τελευταία τους ελπίδα ήταν ο θεός και σε αυτόν έτρεχαν σήμερα. Χωρίς μεγάλη πίστη.
Ο παπάς του χωριού οδηγούσε την πορεία. Ο βοριάς έπαιζε με το άσαρκο κορμί του, συχνά του σήκωνε το ράσο, του έκρυβε το πρόσωπο κι έπεφτε καταγής, αλλά αυτός πεισματικά αγνοούσε όλα τα εμπόδια και συνέχιζε την πορεία.
Όταν έφτασε έξω από το εκκλησάκι στάθηκε ακίνητος. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε άκεφα τον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του προς τον κόσμο, μασούλισε μερικές λέξεις που κόλλησαν στα χείλη του και χαμογέλασε λυπημένα.
«Παρακαλώ να περιμένετε όλοι εδώ και να κάνετε απόλυτη ησυχία. Θα πάω μέσα να προσευχηθώ και να φέρω έξω την εικόνα» είπε στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία.
Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα είχε έρθει στη μακεδονική γη μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη που κατέκλισαν τα γύρω χωριά και επέβαλαν μια σιωπηλή κυριαρχία στον ντόπιο πληθυσμό καθώς τον βρήκαν αφανισμένο από το ανελέητο κυνηγητό των Βουλγάρων και των Τούρκων. Άλλοτε η εικόνα έκλαιγε κι άλλοτε ακούγονταν ήχοι από το πουθενά. Μερικές γυναίκες έλεγαν πως γέννησαν, ενώ ο γιατρός τους τις είχε βγάλει στείρες, όταν στον ύπνο τους είδαν την εικόνα του αγίου.
Από την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ο παπάς πεσμένος στα γόνατά του να προσεύχεται. Ο κόσμος άρχιζε να μουρμουρίζει για την καθυστέρηση. Αν ήσουν ξένος θα έτρεχες να φύγεις μακριά και να πετάξεις όλη τη λύπη που μάζεψες στο ύψωμα, αλλά σε αυτή τη λιτανεία δεν υπήρχαν ξένοι. Μονάχα οι απελπισμένοι χωρικοί και η μικρή συμμορία που είχε σκαρφαλώσει στα κλαδιά μιας μουριάς και παρατηρούσε με τα κιάλια αυτά που συνέβαιναν στο εκκλησάκι ελπίζοντας το αίμα που έτρεξε από το χέρι του Κώστα να μη πήγαινε χαμένο.
Ξαφνικά ο παπάς σηκώθηκε όρθιος. Πλησίασε την βαριά ξύλινη εικόνα και την πήρε στην αγκαλιά του σαν μωρό, κατόπιν έμεινε ακίνητος. Τα μάτια του βούρκωσαν, το ράσο του βρέχονταν από τα δάκρυα. Με αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς την έξοδο αγνοώντας τις σκόρπιες φωνές και τον κόσμο που τον κύκλωνε. Έσπρωξε μερικούς κι ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Χωρίς να μιλήσει έκλεισε τα μάτια λες και οι εικόνες στη μνήμη του άρχισαν να λιγοστεύουν ή πως είχε ναυαγήσει σε κάποια θάλασσα κι έψαχνε τρόπο να σωθεί.
Σκούπισε τα υγρά του μάγουλα, αφήνοντας να περάσει ένα λεπτό αιώνιας σιωπής. Τέλος, έστρεψε την εικόνα προς το μέρος των χωρικών και τη σήκωσε ψηλά.
«Αυτή είναι η φωνή του θεού. Το αίμα που τρέχει εδώ σήμερα από την εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα. Οι αμαρτίες μας είναι τόσες πολλές που ο θεός μας έστειλε ένα σημάδι για να βρούμε την αγάπη στην ψυχή μας» τα χέρια του έτρεμαν από τη συγκίνηση και ανίκανος για μια ακόμη φορά να κρύψει την συντριβή του, κάθισε στη πέτρα.
Το πλήθος γονάτισε. Χαμήλωσε τα μάτια στη γη κι άρχισε να προσεύχεται.
Ο παπάς σηκώθηκε ξανά όρθιος. Έμοιαζε σαν να γύριζε στο παρόν μετά από ένα μακρινό και κοπιαστικό ταξίδι.
«Θα κάνουμε αγρυπνία σήμερα. Ο θεός είναι μεγάλος και θα μας λυπηθεί αν ζητήσουμε συγνώμη για τις αμαρτίες μας» γύρω του κάποιοι γέροντες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά κοιτάζοντας με δέος τον ουρανό.
«Ο θεός είναι εδώ, δεν μας ξέχασε, ας μην τον αφήσουμε να ξαναφύγει» είπε κάποιος πιο ψύχραιμος.
Ο ήλιος σταδιακά έδυε. Στην τελευταία του βουτιά πίσω απ’ το λόφο ένα κοπάδι μαυροπούλια σκέπασε τον ουρανό, πάνω απ’ τα κεφάλια των χωρικών, πριν χαθεί κι αυτό στο μισοσκόταδο.
Ο παπάς ακίνητος στη θέση του έμοιαζε με λείψανο κάποιας διαλυμένης αυτοκρατορίας.
«Να πάνε μερικοί στο χωριό να φέρουν ρούχα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους» είπε ξαναβρίσκοντας τη δύναμή του την ώρα που η νύχτα έκρυβε τα πρόσωπα.
Περπατούσαν στο χωματόδρομο με τις τσέπες τους γεμάτες θρίαμβο. Έριχναν πότε- πότε μια ματιά στο εκκλησάκι και γελούσαν με τα σκόρπια φώτα που χόρευαν στο λόφο. Ξαφνικά ο βοριάς που φυσούσε με λύσσα για μέρες σταμάτησε. Τα σύννεφα άρχισαν να μουτζουρώνουν το φεγγάρι ώσπου το έσβησαν, την ώρα που τα παιδιά πλησίαζαν τα πρώτα σπίτια του χωριού.
«Καλά τα καταφέραμε» είπε στους φίλους του ο Κώστας.
«Ο Μπλεκ δεν χάνει ποτέ» απάντησε ο Τάσος κι έσφιξε τη σφεντόνα.
«Παιδιά βρέχει…» ακούστηκε μια τρίτη φωνή. «Πάμε στα σπίτια μας γρήγορα θα γίνουμε μούσκεμα»
«Ουγκ…ο μεγάλος Μανιτού στέλνει τα δάκρυά του στα χλομά πρόσωπα» ψέλλισε ο Δημήτρης, παριστάνοντας τον ινδιάνο κι άρχισε να τρέχει καθώς η βροχή δυνάμωνε.
Μια συμμορία του απογεύματος, πολύ μακριά απ’ τον έρωτα, απ’ τον θάνατο και το φόβο…
.
Ο Σάκης Αθανασιάδης γεννήθηκε το 1965 στο Άγιο Πέτρο του Κιλκίς και από τις όχθες του Αξιού ποταμού βρέθηκε στα ανθρώπινα ποτάμια της Αθήνας κυνηγώντας μια θέση στα Ελληνικά γράμματα. Τώρα διαμένει στην Λαμία, όπου εργάζεται στο Τ.Ε.Ι. της πόλης. Το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις, ενώ ποιήματά του βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες. Έχει κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία με ποιήματα, δύο βιβλία με διηγήματα, μία νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Οι ΑrpeggiosMP μελοποίησαν στίχους του το 2012.
[ ιστολόγιο ] [ e-mail ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω.

Μας ενδιαφέρει!

http://www.ftiaxno.gr/

Πως να επιβιώσεις οικονομικά-Δωρεάν βιβλίο

Ξεπεράστε την Οικονομική Κρίση! Η εποχή είναι τόσο δύσκολη που επιβάλλει να κατεβάσουμε ιδέες για να επιβιώσουμε. Εμείς σας προτείνουμε να κατεβάσετε κάτι πολύ πιο εύκολο. Για την ακρίβεια, το πιο χρήσιμο e-book που διατίθεται αυτή τη στιγμή ηλεκτρονικά.
Εξοικονομήστε χρήματα από εκεί που δεν το περιμένατε! Στις 148 σελίδες του ηλεκτρονικού βιβλίου (e-book) θα βρείτε πολλούς τρόπους οικονομίας που μπορούν να γίνουν από όλους…

Δημοφιλείς αναρτήσεις