Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Με κοιτάζεις... του Αντώνη Γαβαλά *

_ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ…

του Αντώνη Γαβαλά *
.
Με κοιτάζεις και τρέχει ο νους σε εικόνες που θυμίζουν θολές.
Η βαλίτσα είναι ακόμα ανοιχτή κι η ανάσα βγάζει ζέστη, ακόμα τριγυρνά και με τυλίγει ελπίδα.
Δε μιλάς, ξέρω τι λες, κατεβάζει ο νους προσευχές, χαμένες καρδιές σταματάνε ν’ ακούσουν.
Σκέφτομαι στο χθες, εκεί στη διασταύρωση του χρόνου, που ήσουν τυχαία εκεί.
Χαμογέλασες και μου είπες να περάσω, στάθηκα, πάγωσα τη στιγμή και την πήρα μαζί μου.
Ακόμα τη φυλάω, ανεκτίμητο κομμάτι σε χρυσό σεντούκι του νου.
Με κοιτάζεις και το βλέμμα μου πέφτει σ’ ένα κάδρο από κέντημα. Θυμάσαι;
Με τι χαρά μου το έδειξες, ακόμα ζωντανά είναι τα λόγια που μου είπες.
«Κέντησα την ευτυχία μας με κλωστή κόκκινη, μπλε και μοβ»
Ένα σχήμα που δε θυμίζει τίποτα σε κανέναν, παρά μόνο σε μας.
Εμείς ξέρουμε, ήταν εικόνα δική μας, σήμαινε μόνο για μας, ξέραμε την εξήγησή της.
Ένα πληγωμένο γατί στην άκρη του δρόμου κι η μάνα του από πάνω να γλείφει τις πληγές.
Τότε που πικράναμε ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά.
Από τότε δεν ανταλλάξαμε ούτε μια φωνή, γιάτρευε μονάχα ο ένας τις πληγές του άλλου.
Με κοιτάζεις και σκέφτομαι πόσες νύχτες κοιμόμουν με τον ήλιο αγκαλιά.
Το βλέμμα δε νύσταζε, πειθήνια στη σκέψη έκανε υποκλίσεις.
Όλα έμοιαζαν με πάζλ που έλλειπαν κομμάτια, αδύνατον να γίνει εικόνα.
Φιγούρες παραμορφωμένες περνούσαν από μπροστά μου, αρνούνταν να μπουν σε τάξη.
Γύρω πλημμύριζε το κενό. Δίχως άνεμο πώς να ανασάνω!
Σταγόνες κυλούσαν οι αναμνήσεις, σε πνιγμένα μονοπάτια, θαμμένα σε στρώσεις από όνειρα.
Με κοιτάζεις και το ολόγραμμά σου μοιάζει με γέφυρα στους δυο κόσμους.
Έναν πλασμένο απ’ το μυαλό, πατρίδα του νου, κρησφύγετο της φαντασίας.
Κι έναν πλασμένο από βούληση ανθρώπων, κάποτε που μαζεύτηκαν πολλοί.
Ο ένας ελεύθερος από δεσποτικές φιγούρες, νόρμες, μη και πρέπει.
Ο άλλος δουλοπάροικος της ύλης, βδέλυγμα πάνω σε ταλαίπωρη σφαίρα.
Με κράτησες κοντά στην αλήθεια, με άφησες να γευτώ με ασφάλεια το ψέμα.
Ακούμπησες το χέρι σου στο χαμένο μου πρόσωπο και μου έδωσες την ευχή σου.
Μου είπες να ταξιδεύω ανάμεσα στους κόσμους όπως εγώ ορίζω.
Δεν έχασα ποτέ το δρόμο της επιστροφής, το χαμόγελό σου έστεκε φάρος.
Με κοιτάζεις και το βλέμμα μου πέφτει στο πάτωμα και σπάει σε χιλιάδες αναμνήσεις.
Σαν μικρές ψηφίδες θυμάμαι που τις έπιανες με προσοχή και της κολλούσες στη μνήμη μου.
Μου έλεγες ότι φοβόσουν μήπως και κάποια χαθεί, ότι ήταν μοναδικές, συλλογής κομμάτια.
Τις έφτιαχναν μόνο για μας, μου έλεγες, αγγέλων σχέδια με ύμνους θεϊκούς.
Ήταν αμέτρητες, μα όλες είχαν χρώμα, είχαν άρωμα και μια παράξενη, πάντα γλυκιά όμως, γεύση.
Με λατρεία έντυνες σαν μωσαϊκό το χρόνο, μέχρι πριν λίγες μέρες που έβαλες και τις τελευταίες πέτρες.
«Κοίτα», μου είπες, «δες τι έφτιαχνα για σένα τόσα χρόνια, με τόσο ζήλο».
Εστίασα το βλέμμα και τότε είδα.  Ό,τι είχα ζήσει σχημάτιζε τη δική σου εικόνα.
Δεν υπήρχα πουθενά, ό,τι ήμουν έγινα μέσα από σένα. Απλά, είχα γίνει εσύ.
Με κοιτάζεις κι ένας φόβος με κυριεύει, πως μια μέρα δε θα αντέξω την ορμή του ανέμου.
Θα λυγίσω αδύναμο κλαδί, μονάχο δίχως ρίζες. Σε πελάγη δίχως νόημα φοβάμαι ξανά μη χαθώ.
Αισθάνομαι ήδη το κρύο της μοναξιάς και της ανούσιας αγάπης τα τρυπημένα δίχτυα.
Σαν ψάρι ξένο ξεγλιστρά η σκέψη, μακριά απ’ το πέλαγος της μοναδικής αλήθειας.
Τον έναν και το μοναδικό λόγο γνώρισα στις δικές σου λέξεις, στις πράξεις τις καθημερινές.
Δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω να γνωρίσω, μου έλεγες, άδικα ψάχνω δίχως φως.
«Κυνηγάς μια σκιά χωρισμένη σε χίλιους μύθους, που έπλασαν πλάνες σκοτεινές».
«Στάσου μια στιγμή», μου έλεγες, «και κοίτα. Κοίτα στα χέρια σου τι κρατάς».
«Μη ρίχνεις λάδι μάταιης ελπίδας, λογική δεν έχει και θα χάσεις ό,τι περισσότερο αγαπάς».
Με κοιτάζεις και ξέρω πως δε με βλέπεις πια. Με μαύρο πανί έκλεισε η προδοσία την αυλαία.
Δεν σ’ άκουσα που φώναζες, δίχως λέξη να πεις, κι είμαι αιτία άδικη στο δικό σου γιατί.
Έριξα φωτιά κι οι πλημμύρες, της μετανιωμένης ίριδας γέννημα, αδύνατον τη φλόγα να σβήσουν.
Όσες συγγνώμες κι αν υφάνω στο άχραντο κορμί σου, θα είναι απλά μανδύας λεπτός.
Στο μίσος του χρόνου εκτεθειμένος, θα σαπίζει άχρηστο πανί, στο κρύο πάλι θα σ’ αφήσει.
Δε φθάνει η κλωστή να τυλίξει την ψυχή σου, να νιώσεις γαλήνη, να απαλύνει το έλκος.
Δίχως μιλιά ικετεύω κρύο βλέμμα, μια κουβέντα να πει, έστω ψέμα, έστω βρισιά.
Δίχως επιστροφή οι λέξεις, δε γυρνά η ματιά, αρνείται πεισματικά να χαμηλώσει.
Με κοιτάζεις και βλέπω αυτό που βλέπεις κι εσύ, πέντε γράμματα σε μια λέξη.
Κάθομαι στην άκρη της καρέκλας, μου φαίνονται όλα αλλιώτικα κι αναρωτιέμαι.
Πάντα σ’ αυτή τη θέση ήταν τα έπιπλα! Το σπίτι ήταν πάντοτε τόσο κρύο!
Λες και δεν είχα προσέξει ποτέ τίποτε άλλο εκτός απ’ τη μορφή σου να τριγυρνά.
Ή μήπως ήταν τόσο σφιχτά δεμένα με σένα και τώρα η βιασύνη σου τα σέρνει μαζί!
Ή μήπως σιχάθηκαν κι αυτά και θέλουν να φύγουν, ν’ αδειάσουν τη γωνιά!
Έχουν τάχα ψυχή, μάτια να βλέπουν, αφτιά και ακούν! Πληγώθηκαν μήπως κι αυτά!
Γυρίζουν και κοιτούν την ανατολή. Προσεύχονται άραγε μαζί μου!
Θυμάμαι μια εποχή σαν παραμύθι παιδικό που θα ζήλευαν πριγκίπισσες και βασιλιάδες.
Ήμουν ιππότης κι εσύ νεράιδα του δάσους, στις επιθυμίες να ρίχνεις ξόρκια μαγικά.
Χρόνια χωρίς κακόβουλες σκέψεις, φύσημα ελαφρύ από τα χείλη έδιωχνε το μίσος του κόσμου.
Η αφή του δαχτύλου άγγιζε τα δάκρυα και τα ‘στελνε πίσω στην κόλαση, εκεί που τους αρμόζει.
Σκέπαζαν τα μαλλιά σου των εχθρών επίβουλα μάτια, σκόρπιζαν τις σκάρτες ψυχές.
Θυμάμαι ζωή σα λουλούδι, με νότες τραγούδι. Κι όλα αυτά επειδή με κοίταζες εσύ.
Με κοίταξες κι εγώ κατάλαβα, είχε έρθει η ώρα, εκείνη που γραμμένη ήταν στην αρχή.
Έπρεπε τα μάτια απρόθυμα να κλειδώσουν, να σταματήσουν πια να βλέπουν εικόνες παλιές.
Απαγορευμένες οι λέξεις, έρκος έγιναν τα χείλη να μη βγουν, ιστορία πια δεν είχαν να πουν.
Ούτε η σιωπή δε στάθηκε πιο δυνατή να λύσει τα καταραμένα μάγια.
Το ρολόι γελούσε, του έλεγε αστεία ο χρόνος, οι δείκτες γνώριζαν ήδη που να σταθούν.
Η υπόσχεση γλίστρησε απ’ το δάχτυλο κι επαχθής ο ήχος χάραξε για πάντα την ακοή.
Δυο χείλη στο κούτελο, δυο χέρια σμίγουν και σε γλώσσα βουβή λένε αντίο.
Αδύναμο το δάκρυ να σφραγίσει την πόρτα, ο χτύπος  της ανοίγει πληγή.
.
Ο Αντώνης Γαβαλάς γεννήθηκε το 1977, μεγάλωσε και ζει στο Κερατσίνι. Έχει σπουδάσει την επιστήμη του μάνατζμεντ και του αρέσει να διαβάζει βιβλία και να μελετά ανθρώπους. Γράφει μυθιστορήματα, με κόσμους όπως εκείνος τους φαντάζεται, με αξίες που ψάχνει να βρει και στον πραγματικό κόσμο….. αν υφίσταται η έννοια «πραγματικός κόσμος» και δεν είναι, απλά, παιχνίδια του μυαλού….!!
[ facebook ] [ e-mail ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις