Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

"Κερένια Κούκλα" - Απόσπασμα

πηγή: http://www.facebook.com/photo.php?fbid=379802358759489&set=a.136809996392061.29371.135792846493776&type=1&theater

Ο Νίκος κι η Λιόλια με τ’ ανθισμένα τους κλαριά και με τα λουλούδια, που τους απόμεινεν ολάκερη αγκαλιά, μπήκανε στην κάμαρη τη σκοτεινιασμένη απ’ τη σταχτερή τη σούρπα – σα να ’μπαινε η ολόφεγγη και μυρωμένη άνοιξη. Αλλά μαζί με τη λάμψη και τη δροσερή ανάσα των λουλουδιών χύθηκε και σα μια θλίψη βαθιά ολόγυρα. Έτσι κι η άνοιξη, η χλοϊσμένη,θλίβεται βαθιά σα μαυροσυννεφιάσει ο αχνογάλανος ουρανός.

Όταν ξαναείδε ο Νίκος τη Βεργινία στο κρεβάτι της, άσπρη κι έρημη μέσα στο σκιόφωτο – αισθάνθηκ’ ένα χύμα από εσπλαχνία να ξεχειλίζει μέσα του: από όλη την ευτυχία των νιάτων και της ζωής, αυτή δεν είχε τίποτα! κι αυτός τα είχε όλα – κι ακόμα και το λίγο εκείνο που ’τονε δικό της της το ’χε κλέψει, αφού της είχε πάρει πίσω τον εαυτό του που ’τον το μόνο της καλό. Του ’ρθε τότε να της δώσει κι αυτηνής λίγα από κείνα που του περίσσευαν: τα κομμένα και μαραμένα λουλούδια του κάμπου αφού αυτός είχε μέσα του όλον τον ανθισμένο κάμπο αμάραντο για πάντα… Πήρε τα λουλούδια απ’ τα χέρια της Λιόλιας και πήγε κοντά στο κρεβάτι της Βεργινίας.

- Να Βεργινία! σου φέραμε και σένα λουλούδια· δώσαμε αρκετά και της θειας-Ελέγκως, που την ηύραμε εδώ απόξω. Πήγαμε ίσαμε κάτω στου Ρουφ… εκεί έχει τα περισσότερα, γι’ αυτό αργήσαμε -

Και της τα σκόρπισε απάνω στην κουβέρτα…

Κι έπειτα σα να ’θελε, ξέχωρ’ απ’ τα λουλούδια να της δώσει πάλι και λίγο απ’ τον εαυτό του – από κείνο που της πήρε το πιο πολύτιμο! έγειρε από πάνω της, κοντά στο πρόσωπό της…

Η Βεργινία, όταν τον είδε να ’ρχεται κοντά της με τα λουλούδια, είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, σαν από τρόμο, και τα ξανάκλεισε, καθώς της τα ’ριχνε τα λουλούδια απάνω στο κρεβάτι, σα για να μην τα ιδεί. Μα εκεί που ο Νίκος έσκυβε από πάνω της, έξαφνα σήκωσε το ’να χέρι της, το σκελεθρωμένο και διάφανό της χέρι που οι γαλάζιες φλέβες του φεγγρίζανε σαν κάτω από κιτρινισμένο τσιγαρόχαρτο, και με μια δύναμη, αφάνταστη για το σύντριμμα που ήτον, τον έσπρωξε κατάστηθα… και του ’πε με κακία:

- Φύγε από δω! μυρίζεις ήλιο!… αυτά να μου τα βάλεις όταν θα με θάψεις – και γύρισε το κεφάλι της απ’ την άλλη μεριά.

Ο Νίκος τραβήχτηκε πίσω, απότομα.

Τα λουλούδια απομείνανε σκόρπια για πολλήν ώρα απάνω στο κρεβάτι της Βεργινίας, σαν απάνω σ’ ένα νεκροκρέβατο νεκροστολίζοντας μια ζωντανή…

Η Λιόλια, μόλις μπήκανε μες την κάμαρη, κατέβηκε στην κουζίνα και δεν ξανανέβηκε παρά μόνο σαν έφερε να φαν ψωμί. Ήρθε με τα μάτια που δεν ανοίγανε στο φως, με τη μύτη πρησμένη, με το στόμα ένα γύρο κατακκόκκινο απ’ τα κλάματα, τριαντάφυλλο βυσσινί ξεφυλλισμένο, με τα μαλλιά της μέσα στα μούτρα, απ’ όπως ήτον πεσμένη με το κεφάλι στη γωνιά κάποιου τραπεζιού -

- Μάσ’ τα λουλούδια απ’ το κρεβάτι ! – της είπε σε λιγάκι ο Νίκος…

Τα μάζεψε η Λιόλια, αμίλητη, τα όμορφα λουλούδια της που τα ’χε κόψει με τόση χαρά και που τώρα κείτονταν ξέψυχα κι αυτά σαν απάνω σ’ ένα νεκροκρέβατο… Μα κι η Βεργινία δεν είπε λέξη κι ούτ’ άνοιξε τα μάτια – -

- Πέτα τα όξω στην αυλή! – ξαναείπε ο Νίκος…..
…………………………
Απόσπασμα από την "Κερένια Κούκλα" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις