της Ελένης Μπετεινάκη

..Λένε κάποτε πως ένα μαστορόπουλο όταν χτιζόταν η εκκλησιά έπεσε από την πιο απόκρημνη πλαγιά στον μεγάλο γκρεμό κι ένας αετός το πήρε και το ανέβασε στην κορυφή χωρίς να πάθει τίποτα απολύτως…
Οι βασιλικοί αετοί είναι είδος προστατευόμενο πια και οι Αρχανιωτες έχουν αναλάβει να τους φροντίζουν…!
«… 6 Αυγούστου  ξημέρωνε …Ξυπνούσαμε πολύ πρωί , γύρω στις 5.00 και ετοιμαζόμασταν όλοι στη γειτονιά , στο πόδι κάθε ηλικίας άνθρωπος , για τα απαραίτητα, για την μεγάλη ανάβαση. Οι άρτοι της κυρά Ρήνης είχαν ήδη φορτωθεί στους ώμους του πιο δυνατού άντρα και πολύ πριν καλά καλά χαράξει είχαμε φτάσει μέχρι τη Ρίζα, στους πρόποδες του Γιούχτα .Η περιπέτεια ξεκινούσε .Βάζαμε στοιχήματα μεταξύ  μας, ποιος θα πρωτο ανέβει και πόση ώρα θα μας πάρει ίσαμε το μεγάλο πλάτεμα λίγο πριν  ακουμπήσουμε τον μεγάλο βράχο που ήταν χτισμένη η μοναδική  τετραμάρτυρη εκκλησία του Αφέντη Χριστού. Στο δρόμο σαν ανεβαίναμε χίλιες δυο μυρωδιές μας καθάριζαν τα πνευμόνια , ρίγανη, θυμάρι, δίκταμο και φασκόμηλο που αν και ήταν προς το τέλος της εποχής τους υπήρχαν παντού.
Το μικρό άγονο μονοπάτι γνώριζε τις δόξες του τούτη την μέρα και την χθεσινή  . Είχε τόσο κόσμο που συχνά  πατούσαμε στις διπλανές πέτρες και στα χαράκια για να περάσουμε μπροστά. Μόνο σαν βλέπαμε κάποια γυναίκα που ανέβαινε με τα γόνατα σταματούσαμε. Παράξενο θέαμα ,μεγάλο το τάμα της για να αντέχει τόσο δύσκολο δρόμο να τον αναβαίνει με πολλά ζευγάρια κάλτσες δεμένα γύρω γύρω για να μην την γδέρνουν οι πέτρες κι ένα χαμόγελο πλατύ γιατί τα είχε καταφέρει να το εκπληρώσει . Το βουνό δεν ήταν δύσκολο, ήταν όμως απότομο και χωρίς σκιά. Θυμόμασταν όλες τις ιστορίες και παραδόσεις που είχαμε ακούσει από τις γιαγιάδες μας κι όσο να ναι αγρίευε η σκέψη μας…
« …Κάποτε μας  λέγανε πως πέρασε ,  από τις Αρχάνες ο Απόστολος Παύλος, όταν σταμάτησε σαν ναυαγός στους Καλούς Λιμένες και πριν φύγει για την Ρώμη ήθελε να δει το βουνό με την ανθρώπινη μορφή και την παγκόσμια ακτινοβολία. Οι  Αρχανιώτες τότε τον παρακάλεσαν να τους απαλλάξει από τα φαρμακερά φίδια που βρίσκονταν  στο δασοσκέπαστο Γιούχτα. Εκείνος καταράστηκε το βουνό και τα φίδια εξαφανίστηκαν με μιας . Μαζί τους όμως εξαφανίστηκαν και τα δέντρα και από τότε όσο κι αν προσπάθησαν οι άνθρωποι το βουνό παραμένει γυμνό και με ελάχιστη βλάστηση…. »
Συνεχίσαμε να ανηφορίζουμε και ακούσαμε ένα παράξενο σύρσιμο. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα με οδηγό τους φακούς μας προχωρούσαμε και το λιγοστό φως από το γλυκοχάραμα. Ήμασταν στη μέση της διαδρομής , όταν ένας φοβισμένος άρκαλος , σαν να χε χάσει τον προσανατολισμό του μας προσπέρασε.  Πιάστηκε η ανάσα μας γιατί μας είχαν πει πως με τα τρομερά του νύχια μπορεί να πνίξει ακόμα και άνθρωπο αναζητώντας την τροφή του. Έτρεχε όμως τόσο γρήγορα που μάλλον τρόμο του είχαμε προκαλέσει παρά επιθυμία  για ανεύρεση  τροφής. Κοιτάξαμε πίσω μας κι από όσο μπορούσαμε να διακρίνουμε η θέα ήταν μαγευτική. Είχε αρχίσει να χαράζει , ο ουρανός σιγά σιγά γέμιζε χρώματα, ακόμα όμως άναβαν τα φώτα του χωριού και  η φωταγωγημένη  γιρλάντα που κρατούσε από το εκκλησάκι ίσαμε τον Σταυρό είχε αρχίσει να φαίνεται. Γρηγορέψαμε το βήμα μας να προλάβουμε κείνη τη μαγική στιγμή που ο ήλιος , σαν άρχοντας σωστός με όλα του τα χρυσοκόκκινα ρούχα ξυπνούσε σιγά σιγά και ανέβαινε με βήμα αργό και σταθερό από την πιο ψηλή κορφή του Ψηλορείτη  και έσκαγε τα πρώτα του χαμόγελα σ όλους εκείνους τους πιστούς που είχαν περάσει όλη τη νύχτα  στην αυλή της εκκλησίας ή κοντά σε έναν βράχο που τους προστάτευε από τον αέρα και τα αγιάζι της νύχτας.
Τότε θυμήθηκα άλλη μια ιστορία για το χτίσιμο της εκκλησίας του Αφέντη μας.  Αυτό συνέβη πριν πολλά πολλά χρόνια . Τότε που οι Ενετοί είχαν κατακτήσει το νησί. Στην πιο απόμερη πλαγιά του ιερού βουνού χτίστηκε ένα μοναστήρι που έμεναν καλόγριες και άνθρωποι με πολύ ισχυρή θέληση , πίστη και ατσάλινα νεύρα. Ο άνεμος, η πέτρα  και η έλλειψη τροφής πολλές φορές κάνουν τους ανθρώπους σκληρούς , απότομους και πολύ δυνατούς. Εκεί  λοιπόν στα « κελιά των καλογράδων » λένε πως με τα νύχια τους έσκαβαν τη γη για να ανοίξουν ένα « σαρνίτσι » και να μαζεύουν τα νερά της βροχής που έπεφταν από τη σκεπή της εκκλησίας και των κελιών τους για να τόχουν τους καλοκαιρινούς μήνες γα πόσιμο. Με  τον ίδιο τρόπο καλλιεργούσαν και τη γη για λίγη τροφή με δημητριακά ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να τους δώσει καρπό. Λιτή και απέρριτη η ζωή των μοναχών, άγονη ,σκληρή και μονότονη όμως γεμάτη πίστη και θέληση για την υπέρβαση και ανύψωση της ψυχής που μόνο ο ιερός χώρος του βουνού μπορεί να προσφέρει σε μια νοητή συνάντηση για πιο κοντά στο ίδιο το Θεό …
1443 μ. Χ. Υπάρχει μια πέτρα στην είσοδο της εκκλησίας και σε μια γωνιά στο ύψος του γκρεμού που μαρτυρεί  πότε χτίστηκε για πρώτη φορά και μια  παράδοση   εκείνη του ναυαγού που βρέθηκε κάποτε στο Κρητικό πέλαγος να παλεύει για την ζωή του με τα μανιασμένα κύματα. Γύρισε λέγανε κάποια στιγμή και είδε το βουνό που είχε ανθρώπινη μορφή σαν κεφαλή άνδρα που κείτονταν ανάσκελα . Παρακάλεσε για την σωτηρία του και θα κτίζε το εκκλησάκι του Σωτήρα του, του  Χριστού στην πιο ψηλή κορφή….
Άλλοι  πάλι λένε πως οι ίδιοι οι Αρχανιώτες αποφάσισαν να χτίσουν μια εκκλησία την κορυφή του βουνού που να την βλέπουν από τα γυροτρίγυρα όλες οι τότε πολιτείες και τα χωριά. Πήρανε τις πέτρες από το ίδιο το βουνό και κουβαλούσαν ασβέστη και νερό από το χωριό με ασκιά και μικρά γαϊδουράκια .Βοηθούσαν όλοι μαζί  ώσπου μια μέρα δεν άργησε να γίνει το κακό. Ένας εργάτης που τα όνομά του ήτανε Χακή Μπαράς κρατούσε με τα χέρια του ένα μεγάλο πελέκι  και καθώς ανέβαινε το δύσβατο μονοπάτι γλιστράει και πέφτει στον μεγάλο γκρεμνό. Όλοι μαρμάρωσαν και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν γιατί ήξεραν ότι θα τον έβρισκαν κομμάτια. … «πιάσαμε το βούκινο κι αρχίζουμε τις πένθιμες μουγκρές. Γροικούνε στο χωριό κι όσοι είχανε πορίσει στσι εξοχές και παραιτούνε τα όλα λυτά δεμένα κι αγλακούσανε. Ανεμαζώνανε ζεμπίλια και σκάλες και σκοινιά και πιάνουνε τα όρη. Και ίδια πως είχανε φτερά στσι φτέρνες κι επαιτούσανε και φτάξανε στην κορφή. Όλοι λέγανε για τον κακομοίρη τον Χακή και τον φριχτό θάνατο που του μέλλε να πάθει. Σκύφτουνε και ξανοίγουνε και τότες ήντα θωρούνε. Ο Χακή Μπαράς με το πελέκι του αγκαλιά εσκαρφάλωνε από πιο πέρα από χαράκι σε χαράκι , βουβός και άλαλος. Μιλούνε ντου, δε μιλεί. Εθαρρούσανε πως ήτονε φάντασμα. Εκείνος εσυνέχιζε σαν νάχε ένα όραμα μπροστά στα μάθια ντου και τον οδήγανε στην κορφή. Όλοι είχανε σαστίσει. Και σαν έφτασε εκιά που ήθελε γυρίζει και λέει ντος. ‘’Εγώ με μπρε , επρόκαμα πριν φτάξω στη γης σαν ήπεφτα και είπα Σώσε με Χριστέ μου να σε χτίσω με τέσσερα ιερά. Μόνο το νου σας εδά γιατί ΄χομε πολύ δουλειά ακόμη να κάμουμε’’. »
…κι επιτέλους με τόσες θύμησες και κουβέντες φτάσαμε κι εμείς στην ποδιά του Χριστού πάνω στον αμαξωτό και μια μεγάλη στροφή μας χώριζε από τον αρχικό προορισμό μας. Λίγο ήθελε ακόμη να ξημερώσει ολότελα. Αρχίσαμε να τρέχουμε μ όση δύναμη είχε απομείνει στα κουρασμένα μας πόδια. Βλέπαμε τις τέντες από τα υπαίθρια μικρά μαγαζιά που είχαν στήσει οι μικροπωλητές και σκεφτόμασταν πως ήταν η τελευταία μας ευκαιρία να αποκτήσουμε τα πολυπόθητα παιχνίδια για τον χειμώνα. Ήθελα τόσο πολύ ένα « τσουρλιχτάρι », μια ρόδα που σαν θα  έτρεχα και θα την κρατούσα θα έκανε ένα παράξενο συνεχόμενο θόρυβο και θα ταν ότι πιο όμορφο παιχνίδι θα είχα δει. Το δίλλημα μεγάλο , να σταματήσουμε για τα  παιχνίδια ή να προχωρήσουμε ως την κορφή πάνω στο Σταυρό μήπως και κερδίζαμε το στοίχημα και την ίδια στιγμή να βλέπαμε τον ήλιο που ετοιμαζόταν επιτέλους να μας κάνει την  χάρη και να εμφανιστεί. Δεν το πολυσκεφτήκαμε και περάσαμε γρήγορα γρήγορα τους πάγκους με τα παιχνίδια, τις πλαστικές τσατσάρες, τις ζαχαρωτές μαντινάδες , τα πολύτιμα φυλακτά και δακτυλίδια , τα κουρδιστά αυτοκινητάκια και  κείνον τον πολύ δροσιστικό πάγκο με τις γκαζόζες, τις λεμονάδες ,τις ζελίτες  και το παγωμένο νερό . Λίγα σκαλοπάτια μας χώριζαν από τον απέραντο ουρανό. Και να …επιτέλους φτάσαμε μόνο που δεν ήμασταν μόνοι μας. Μόνο τότε είδαμε και αναρωτηθήκαμε που βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι εκεί, τόσες κουβέρτες , τόσες μπατανίες και βούργιες και άρτοι και μια γαργαλιστική μυρωδιά όχι πια από δίκταμο , φασκόμηλο ή ρίγανη αλλά από σουβλάκι που μας τρυπούσε τα ρουθούνια. Στο πιο ψηλό σημείο ο μεγάλος ξύλινος σταυρός και μια θέα που σου κοβε την ανάσα . Νοιώθαμε κι εμείς σαν μεγάλοι κατακτητές που στα πόδια μας απλωνόταν το απέραντο βασίλειο μας. Ο Ψηλορείτης, τα Αστερούσια ,τα Λασηθιώτικα βουνά , οι Αρχάνες  σε όλη τους την ομορφιά , τα αμπέλια , οι ελιές και η θάλασσα, απέραντη, μακρινή και πανέμορφη πάντα… Και πριν χορτάσει το βλέμμα την απεραντοσύνη του υπέροχου τοπίου , μείναμε με το στόμα ορθάνοιχτο. Η στιγμή της Ανατολής είχε φτάσει . Απίστευτα χρώματα  κι ένας πελώριος δίσκος ανέβαινε σιγά σιγά στον ουρανό με μια μοναδική μεγαλοπρέπεια και χάρη. Άξιζε σκεφτήκαμε , χαλάλι και το τόσο πρωινό ξύπνημα και  το περπάτημα και όλα… Κι ύστερα ακούστηκε η μεγάλη καμπάνα και η λειτουργία άρχισε. Αγουροξυπνημένοι άνθρωποι μάζευαν τα λιγοστά τους ρούχα να κάνουν χώρο στο προαύλιο για όλους όσους είχαν αρχίσει να καταφθάνουνε με τα πόδια, με φορτηγά που είχε κανονίσει ο Δήμος Αρχανών τότε, με αγοραία ταξί  ή με τα λιγοστά αυτοκίνητα και τις τρίκυκλες μηχανές.
Στο μικρό σπιτάκι δίπλα στην εκκλησιά μύριζε άρτος και μας είχε πιάσει  μια πείνα που σε συνδυασμό με την μυρωδιά από το κρέας που ψηνόταν λίγο παραπέρα δεν μας άφηνε να σκεφτούμε πως κι η σημερινή μέρα ήταν μέρα νηστείας .Μόνο ψάρι θα μπορούσαμε να φάμε  όμως που να βρεθεί πάνω στο βουνό κείνη την ώρα. Αυτό που μας είχε κάνει εντύπωση ήταν πως δίπλα στο τραπέζι με τους άρτους που θα ευλογούσε ο παππάς ήταν και μεγάλα κοφίνια με σταφύλια σουλτανιά που λίγο  αργότερα μας εξήγησε ο πατέρας μας πως ήταν παλαιϊνό έθιμο η προσφορά τους στην εκκλησία , η ευλογία τους και το μοίρασμα στους πιστούς για να ξεκινήσει καλά η περίοδος του τρύγου που σίμωνε λίγο μετά και την γιορτή της Παναγίας.
Κι αφού ανάψαμε το κερί  μας στη χάρη του Χριστού  ήρθε και η ώρα για τις « αγορές των ονείρων μας ». Το δώρο μου για φέτος ήταν το « τσουρλιχτάρι » που είχα δει και μια κούκλα με μακριά ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια και φόρεμα που την έβγαλα Ροζίτα και αν και με τα χρόνια και τα πλυσίματα το χρώμα στο φόρεμά της ξεθώριασε υπάρχει ακόμα για να μου θυμίζει εκείνο το πανηγύρι στη Χάρη του Αφέντη Χριστού ένα καλοκαίρι που όλα ήταν τόσο αγνά , τόσο αθώα και όμορφα και  η ζωή μας είχε άλλο ρυθμό και νόημα κι ας μετριόταν σε μια παγωμένη ζελίτα στην κορφή του πιο ιερού δικού μας βουνού  του Γιούχτα μας !


Πηγές :
Οι Αρχάνες δια μέσου των αιώνων, Νικ. Χριστινίδη – Μαν. Μπουνάκη, εκδ. Μ.Σ.Α., 1970
Λαογραφικά Σταχυολογήματα, Ειρήνη ουσταγιαννάκη – Ταχατάκη, 1976
Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης των Αρχανών, Νίκος Χριστινίδης, 2001
«Λόγια του Αέρα», Ιδ. Συλ. Διηγημάτων, 2013