Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Η ζωή και ο αγώνας των Ελληνίδων γυναικών - ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ

Η Maria Dimitriou κοινοποίησε τη δημοσίευση του χρήστη Ομηρικά Έπη Homer Papers.
Γυναίκα που σε λένε Λασκαρίνα, Μαντώ, Δέσπω, Χαίδω, Αλεφαντώ, Σουλιώτισσα, Μεσολογίτισσα, αγώνα, αγάπη, αφοσίωση, αυτοθυσία, φιλοπατρία, ηρωίδα γυναίκα Ελληνίδα!
https://iparea.wordpress.com/…/%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AE-…/…
ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ Με καταγωγή από την Ύδρα, η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, όπως ήταν το όνομά της, γεννήθηκε στις φυλακές της…
iparea.wordpress.com

Η ζωή και ο αγώνας των Ελληνίδων γυναικών



ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ
Με καταγωγή από την Ύδρα, η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, όπως ήταν το όνομά της, γεννήθηκε στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 1771, όταν η μητέρα της, Παρασκευώ , επισκέφθηκε τον σύζυγό της και πατέρα της Λασκαρίνας, Σταυριανό Πινότση, ο οποίος ήταν ετοιμοθάνατος και είχε φυλακιστεί εκεί από τους Τούρκους επειδή είχε συμμετάσχει στην επανάσταση της Πελοποννήσου το 1769-1770, τα γνωστά Ορλωφικά. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, επέστρεψε μαζί με την χήρα μητέρα της στην Ύδρα όπου έζησαν για τέσσερα χρόνια. Ύστερα μετακόμισαν στις Σπέτσες, όταν η μητέρα της παντρεύτηκε τον καπετάνιο Δημήτριο Λαζάρου-Ορλώφ, από τις Σπέτσες.
Από την παιδική  της ηλικία η Λασκαρίνα είχε πάθος  με την θάλασσα και με τις ιστορίες ναυτικών, καθώς και με τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους που ήταν υπό τουρκικό ζυγό για 400 περίπου χρόνια. Ήταν μελαχρινή, με ατίθασο χαρακτήρα και αρχοντικό ανάστημα, θάρρος και αποφασιστικότητα, αρχηγός ανάμεσα στα οκτώ ετεροθαλή αδέρφια της.
Παντρεύτηκε για  πρώτη φορά το 1788 όταν ήταν 17 χρονών, τον Δημήτριο Γιάννουζα (σκοτώθηκε το 1797), με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Ο δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Δημήτριος Μπούμπουλης, τον οποίο παντρεύτηκε σε ηλικία 30 ετών το 1801 και από τον οποίο πήρε και το όνομα και έγινε γνωστή ως «Μπουμπουλίνα». Όμως και οι δύο σύζυγοι της, Σπετσιώτες καπεταναίοι, σκοτώθηκαν σε ναυμαχίες εναντίον πειρατών που έκαναν ληστρικές επιδρομές στα παράλια της Ελλάδας. Ειδικά ο Μπούμπουλης σκοτώθηκε το 1811 από βόλι στο μέτωπο, σε ένα από τα ηρωικότερα θαλάσσια κατορθώματα, κατατροπώνοντας δύο Αλγερινά πειρατικά πλοία
Προεπαναστατικά χρόνια.Το 1811, όταν πέθανε ο δεύτερος σύζυγός της, η Μπουμπουλίνα ήταν 40 ετών πια, χήρεψε για δεύτερη φορά, είχε επτά παιδιά και τεράστια περιουσία την οποία είχε κληρονομήσει από τους συζύγους της, έχοντας υπό την κατοχή της πλοία, γη και χρήματα (τα μετρητά που είχε κληρονομήσει από τον Μπούμπουλη ήταν πάνω από 300.000 τάλαρα). Κατάφερε να αυξήσει την περιουσία της με σωστή διαχείριση και εμπορικές δραστηριότητες. Αρχικά έγινε συνέταιρος σε αρκετά πλοία ενώ αργότερα κατασκεύασε τρία δικά της, το ένα από τα οποία με το όνομα Αγαμέμνων έγινε πασίγνωστο και ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο ελληνικό πολεμικό πλοίο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, μήκους 48 πήχεων και έχοντας 18 κανόνια, η ναυπήγηση του οποίου κόστισε 75.000 τάλαρα. Το όνομα αυτό το έδωσε στη ναυαρχίδα της από τον ομηρικό βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, που οδήγησε τους Έλληνες στον Τρωικό πόλεμο. Αυτό δείχνει πόσο τιμούσε η Μπουμπουλίνα την ελληνική ιστορική της κληρονομιά και τι συμβόλιζε το όνομα του πλοίου της.
Το 1816 η Οθωμανική Αυτοκρατορία θέλησε να κατασχέσει την περιουσία της με τη δικαιολογία ότι τα πλοία του δεύτερου άντρα της, συμμετείχαν με τον ρωσικό στόλο στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Τότε η Μπουμπουλίνα πήγε στην Κωνσταντινούπολη με το πλοίο της Κοριέζος, όπου συνάντησε τον Ρώσο, Φιλέλληνα πρεσβευτή Στρογκόνωφ, από τον οποίο ζήτησε να την προστατέψει επικαλούμενη τις υπηρεσίες του συζύγου της στον ρωσικό στόλο και το γεγονός ότι τα πλοία της είχαν τότε ρωσική σημαία, βάση της Συνθήκης Κιουτσούκ-Καϊναρτζή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, το 1774. Τότε εκείνος για να την σώσει από την επικείμενη σύλληψή της από τους Τούρκους, την έστειλε στην Κριμαία της νότιας Ρωσίας, στη Μαύρη Θάλασσα, σε ένα κτήμα που της δόθηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’. Πριν όμως πάει εκεί, κατάφερε να συναντήσει την μητέρα του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, την Βαλιντέ Σουλτάνα. Η Σουλτάνα εντυπωσιάστηκε από τον χαρακτήρα της Μπουμπουλίνας και έπεισε τον γιο της να υπογράψει φιρμάνι, με το οποίο δεν θα άγγιζε την περιουσία της.

Όταν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση, είχε σχηματίσει δικό της εκστρατευτικό σώμα από Σπετσιώτες, τους οποίους αποκαλούσε «γενναία μου παλικάρια». Είχε αναλάβει να αρματώνει, να συντηρεί και να πληρώνει τον στρατό αυτό μόνη της όπως έκανε και με τα πλοία της και τα πληρώματά τους, κάτι που συνεχίστηκε επί σειρά ετών και την έκανε να ξοδέψει πολλά χρήματα για να καταφέρει να περικυκλώσει τα τουρκικά οχυρά, το Ναύπλιο και την Τρίπολη. Έτσι τα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία. Στις 13 Μαρτίου 1821, στο λιμάνι των Σπετσών, η Μπουμπουλίνα ύψωσε στο κατάρτι του πλοίου Αγαμέμνων την δική της επαναστατική σημαία, την οποία χαιρέτησε με κανονιοβολισμούς. Η σημαία αυτή είχε κόκκινο περίγυρο και μπλε φόντο και απεικόνιζε έναν βυζαντινό μονοκέφαλο αετό ο οποίος κρατούσε μια άγκυρα και έναν φοίνικα. Ο αετός ο οποίος είχε τα φτερά γυρισμένα προς τα κάτω, συμβόλιζε το σκλαβωμένο Ελληνικό έθνος, το οποίο θα αναγεννιόταν όπως ο φοίνικας με την βοήθεια του Ναυτικού, το οποίο συμβόλιζε η άγκυρα. Το λάβαρο αυτό η Μπουμπουλίνα το εμπνεύστηκε από το λάβαρο της βυζαντινής Δυναστείας των Κομνηνών. Στις 3 Απριλίου και ανήμερα των Βαΐων, οι Σπέτσες, πρώτες από όλα τα νησιά, επαναστατούν ενώ το Μάιο οι Σπέτσες, η Ύδρα και τα Ψαρά αποτελούσαν τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις της επαναστατημένης Ελλάδας.
Η Μπουμπουλίνα, ως επικεφαλής μοίρας πλοίων – 8 πλοία, από τα οποία τρία ήταν δικά της – έπλευσε προς το Ναύπλιο το οποίο ήταν ένα απόρθητο οχυρό εφοδιασμένο με 300 κανόνια και αποτελούμενο από τρία φρούρια, το Μπούρτζι, την Ακροναυπλία και το Παλαμήδι. Τα πληρώματα του στόλου της αποβιβάστηκαν στο κοντινό λιμάνι, στους Μύλους του Άργους (δίπλα στην αρχαία Λέρνα) και με τον ενθουσιασμό της έδωσε θάρρος στο πλήρωμά της και στους Αργείους για την πολιορκία του Ναυπλίου, που είναι μια απαράμιλλη πράξη ηρωισμού. Αρχικά έδινε κατευθύνσεις στους άντρες της και αργότερα συμμετείχε η ίδια στην μάχη.
Εκτός από την  πολιορκία του Ναυπλίου, πήρε μέρος  στον ναυτικό αποκλεισμό της Μονεμβασιάς  και στην παράδοση του κάστρου της, καθώς και στην πολιορκία του Νεοκάστρου της Πύλου και τον ανεφοδιασμό του Γαλαξιδίου, όπου κυβερνήτες ήταν τα παιδιά και τα αδέλφια της. Στη μάχη του Χάραδρου κοντά στο Άργος, ένα σώμα Σπετσιωτών πολεμιστών αντιμετώπισε 2.000 Τουρκαλβανούς, οι οποίοι είχαν σταλεί από τον Χουρσίτ Πασά με επικεφαλής τον Βελή-μπέη, με σκοπό την εκκαθάριση της Πελοποννήσου από τους εξεγερμένους Έλληνες. Εκεί ο γιος της Μπουμπουλίνας, Γιάννης Γιάννουζας, ο οποίος ήταν και ο αρχηγός του σώματος αυτού, σκοτώθηκε ηρωϊκά. Αυτή η μάχη έδωσε χρόνο στους άοπλους Αργείους να τρέξουν και να κρυφτούν στα γύρω βουνά.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1821 κατά την άλωση της Τριπολιτσάς, η Μπουμπουλίνα βοήθησε να σωθεί το χαρέμι του Χουρσίτ Πασά με κίνδυνο της ζωής της, γιατί όπως λέγεται είχε υποσχεθεί στην Σουλτάνα όταν την είχε συναντήσει στην Κωνσταντινούπολη για βοήθεια το 1816, ότι οποιαδήποτε Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, αυτή θα της την έδινε. Έτσι η γυναίκα του Πασά που της ζήτησε να σώσει το χαρέμι, την ευχαρίστησε που έσωσε τις γυναίκες του χαρεμιού και τα παιδιά τους. Πριν την άλωση της Τριπολιτσάς, η Μπουμπουλίνα έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο έξω από την πόλη όπου συνάντησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, η φιλία και ο αλληλοσεβασμός των οποίων οδήγησε στο να παντρευτούν τα παιδιά τους Πάνος Κολοκοτρώνης και Ελένη Μπούμπουλη. Η Μπουμπουλίνα έπαιρνε μέρος στα πολεμικά συμβούλια και στις αποφάσεις ως ισάξια των άλλων οπλαρχηγών, της απονέμεται ο τίτλος της «Καπετάνισσας» και της «Μεγάλης Κυράς».Προτομή της  Μπουμπουλίνας στο Πεδίο του  Άρεως, στην Αθήνα.
Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες  στις 30 Νοεμβρίου 1822, το νεοσύστατο κράτος της έδωσε κλήρο στην πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά της στο έθνος και η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε εκεί. Στα τέλη του 1824, η Ελλάδα υποφέρει από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όπου η Κυβέρνηση Κουντουριώτη (η κυβέρνηση των Καπεταναίων των νησιών) υπερισχύει του συνασπισμού των Κοτζαμπάσηδων και των Στρατιωτικών της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα ο Πάνος Κολοκοτρώνης, που διατελούσε φρούραρχος Ναυπλίου, να δολοφονηθεί και ο Κολοκοτρώνης να συλληφθεί και να φυλακιστεί μαζί με άλλους οπλαρχηγούς σε ένα μοναστήρι της Ύδρας, τον Προφήτη Ηλία. Η Μπουμπουλίνα αντέδρασε και ζήτησε την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη, λόγω του σεβασμού που έτρεφε προς αυτόν. Τότε η ίδια κρίνεται επικίνδυνη από την Κυβέρνηση και συλλαμβάνεται δύο φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας με εντολή να φυλακιστεί. Τελικά η Μπουμπουλίνα εξορίστηκε στις Σπέτσες χάνοντας τον κλήρο γης που το Κράτος της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο.
Το 1825 και ενώ η Μπουμπουλίνα ζούσε στις Σπέτσες, πικραμένη από τους πολιτικούς και την εξέλιξη του Αγώνα και έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία της στον πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά σε μεγάλο κίνδυνο. Στις 12 Φεβρουαρίου ο Αιγύπτιος ναύαρχος Ιμπραήμ Πασάς με έναν τουρκο-αιγυπτιακό στόλο, αποβιβάζεται στο λιμάνι της Πύλου στην Πελοπόννησο με 4.400 άντρες, σε μια τελευταία προσπάθεια να σταματήσει την επανάσταση. Η Μπουμπουλίνα, παραμερίζοντας την δυσαρέσκειά της για τους πολιτικούς και καθοδηγούμενη μόνο από την φιλοπατρία της, άρχισε να προετοιμάζεται για νέες μάχες. Όμως τότε ήρθε το άδοξο τέλος της, στις 22 Μαΐου 1825 και στο σπίτι του πρώτου άντρα της Δημήτριου Γιάννουζα, όταν πάνω σε μια φιλονικία με μέλη της οικογένειας Κούτση εξαιτίας του ότι ο γιος της Μπουμπουλίνας, Γεώργιος Γιάννουζας, είχε κλεφτεί με την κόρη του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενία, κάποιος από την οικογένεια Κούτση την σκότωσε. Μάλιστα εναντίον της ήταν και ο ετεροθαλής αδελφός της ο οποίος είχε παντρευτεί την αδερφή της Ευγενίας Κούτση. Έτσι η Μπουμπουλίνα, που αφιέρωσε όλη της τη ζωή για την απελευθέρωση του έθνους της, σκοτώθηκε άδοξα. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικες.
ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ
Η μεγάλη ηρωίδα της Ελλάδας , κόρη του Νικόλαου Μαυρογένους μεγαλέμπορου που ήταν εγκατεστημένος στην Τεργέστη. . Γεννήθηκε στα 1796 στο χωριό Μαρμαρά της Πάρου .Η μάνα της ήταν Μυκονιάτισσα , Θυγατέρα του  Αντώνη Χατζή Μπάτη και την  έλεγαν Ζαχαράτη .Με την  έκρηξη της Επανάστασης του 1821 παίρνει  μέρος στις συσκέψεις που γίνονται για συμμετοχή στον Ιερόν Αγώνα  και αποφασίζει να παει στην Μύκονο . Εξοπλίζει με δικές της οικονομίες δύο πλοία – με καπετάνιους τον  Αζορμπα και τον Νικολή και τα στέλνει να πάρουν μέρος στον Αγώνα , μαζί μ»αλλα  δύο μυκονιάτικα πλοία που εξόπλισαν Μυκονιάτες . Τον Ιούνιο του 1821 άλλα τέσσερα μυκονιάτικα πλοία εξοπλίζονται , με προτροπή της Μαντώς , που είναι η ψυχή της Επανάστασης στην Μύκονο.Στις 22 Οκτωβρίου 1822 , με τα παλικάρια που  είχε γύμνασει ,απέκρουσε και σύντριψε την δύναμη διακοσίων Τούρκων  που έκαναν απόβαση στην Μύκονο . Η Μαντώ , αψηφώντας το θάνατο , αναδείχτηκε άξιος οπλαρχηγός του Ιερού Αγώνα .
Στις 10 Φεβρουαρίου 1823 , επικεφαλής σώματος 800 ανδρών από Μυκονιάτες και άλλους Κυκλαδίτες , ξεκινάει από την Μύκονο . Τους εκγύμνασε και εξόπλισε η ίδια  σε 16 αποσπάσματα από 50 άντρες το καθένα , και με δικά τις οικονομικά εκστράτευσε εναντίον των Τούρκων στην Εύβοια , στην Θεσσαλία και στην Ρούμελη . σε όλη την εκστρατεία η Μαντώ όχι μόνο σκορπίζει τον ενθουσιασμό και εμψυχώνει τους μαχητές αλλά συμμετέχει άμεσα και πολεμάει παλικαρίσια στην πρώτη γραμμή.Η Μαντώ πρόσφερε στον Αγώνα 700.000 γρόσια . Το 1826 έδωσε να εκποιηθούν τα κοσμήματά της και να διατεθούν προς περίθαλψη δύο χιλιάδων Μεσολογγιτών που σώθηκαν από την Έξοδο .
Για τις  υπηρεσίες στην Πατρίδα , της απένειμαν  τον επίτιμο βαθμό του αντιστράτηγου από τον Καποδίστρια και της παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο ,Μετά την Επανάσταση, απογοητευμένη από την άτυχη ερωτική περιπέτειά της με το Δημήτριο Υψηλάντη  και καταδιωγμένη από τον Ιωάννη Κωλέττη, ξαναγύρισε στη Μύκονο κι έπειτα από λίγα χρόνια πέθανε  πάμφτωχη στην Πάρο στα 1840. Η κηδεία της υπήρξε πάνδημη. Τη θάψανε στο προαύλιο της Καταπολιανης. «Ύστερα όμως από την αναπαλαίωση του Ναού , δεν υπάρχει ο τάφος της , όπως και τα καμπαναριά που σήμαναν το θάνατό της .Η Μαντώ Μαυρογένους υπήρξε μια ξεχωριστή μορφή στους αγώνες του Έθνους για την εθνική Ελευθερία και Ανεξαρτησία Αγωνίστρια και Πολέμαρχος . Ατρόμητη μαχήτρια , υπέροχος άνθρωπος , με σπάνια πνευματικά και ψυχικά χαρίσματα.
Προς  τιμήν της στο παρελθόν είχε κοπεί  νόμισμα δύο δραχμών με τη μορφή  της.  Σήμερα, για να τιμηθεί η συνεισφορά της, ένα άγαλμά της έχει στηθεί στο παλιό λιμάνι, στη μέση της πλατείας Μαντώς, που οι ξένοι την ονομάζουν Πλατεία των Ταξί!
ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΣΣΕΣ
Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και  οι Μεσολογγίτισσες «ελεύθερες πολιορκημένες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του προπυργίου της δυτικής Ελλάδας βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα:μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών. Φιλέλληνες  πολεμιστές του Μεσολογγίου, όπως ο  Αύγουστος Φαμπρ και άλλοι, έχουν αποθανατίσει ατέλειωτες σκηνές βομβαρδισμών με θύματα γυναίκες, όπως εκείνη με τις έξι φίλες που περπατούσαν μαζί και μια οβίδα έσκασε στα πόδια τους, σκοτώνοντας ή τραυματίζοντας και τις έξι. Ή εκείνη με το αίμα μιας πληγωμένης μητέρας να βρέχει τα πτώματα των εννέα κοριτσιών της, τα οποία κείτονταν γύρω της. Οι Μεσολογγίτισσες όχι μόνο δε δείλιασαν, αλλά αντίθετα εμψύχωναν τους μαχητές και τους παρακινούσαν να αγωνιστούν ως το τέλος.Όταν  αποφασίζεται η ηρωική έξοδος(10 Απριλίου 1826), μετά το φοβερό λιμό, ακολουθούν πολλές γυναίκες με αντρική ενδυμασία, κρατώντας από το ένα χέρι το σπαθί και από το άλλο το μωρό τους, ενώ οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά τους. Αυτές οι γυναίκες είχαν την ίδια φρικτή τύχη, όπως και οι άνδρες της Εξόδου, κατά τη γνωστή φοβερή σύγχυση που επικράτησε, και όσες κατάφεραν να γυρίσουν στην πόλη αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.Από ότι ξέρουμε από τις τόσες  ηρωίδες του Μεσολογγίου λίγα ονόματα διέσωσε η ιστορία  για τις ηρωικές πράξεις τους.Μια από τις γυναίκες του Μεσολογγίου  ήταν και η Αλεφαντώ. Η ενδυμασία  προσεδίαζε αυτής των αντρών.Αψηφούσε τους κινδύνους, τις κακουχίες και  τις στερήσεις. Αντίθετα, εμψύχωνε τους άνδρες στον αγώνα και θυσίασε  τη ζωή της για την ελευθερία  και την τιμή της.Εκτός από αγωνίστρια, ήταν σύζυγος και μητέρα. Ο σύζυγός της  σκοτώθηκε το Μάιο του’21 και νεαρά τότε η Αλεφαντώ έμεινε χήρα με μια μικρή κόρη.Όταν έγινε η έξοδος,συνελήφθη μαζί με την κόρη της και για πολλά χρόνια είχε μαρτυρική ζωή.
ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΕΣ
Οι σχέσεις  των φύλων στο περήφανο Σούλι  θύμιζαν την θέση των γυναικών,στην Αρχαία Σπάρτη.Οι άνδρες σέβονταν τις γυναίκες τους και συχνά  ζητούσαν την γνώμη τους ,ιδιαίτερα  σε κρίσιμες καταστάσεις.Οι σεβαστότερες από αυτές αναλάμβαναν το ρόλο του διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ των ανδρών.Αντίθετα ουδέποτε άνδρας ανακατευόταν σε γυναικείους καυγάδες.Μερικές Καπετάνισσες έπαιρναν μέρος στα  στρατιωτικά συμβούλια,όπου οι γνώμες τους υπολογίζονταν όσο και των  καπεταναίων.
Η ηθική των γυναικών ήταν υπερβολικά αυστηρή και τους απέδιδαν ιδιαίτερη τιμή. Ο φόνος γυναίκας τιμωρούταν πολύ αυστηρά, επειδή, με το θάνατό της, η Συμπολιτεία έχανε τα παιδιά που θα προέρχονταν από αυτήν. Οι γυναίκες έφεραν όπλα και ακολουθούσαν τους άντρες στις μάχες. Οι Σουλιώτες ήταν εξαιρετικά φιλοπάτριδες, αφοσιωμένοι στο καθήκον τους, μεγαλόψυχοι απέναντι στους ηττημένους, ριψοκίνδυνοι, φιλελεύθεροι και υπερήφανοι. Από μικρή ηλικία ασκούνταν στη σκληραγωγία και τον πόλεμο. Η κύρια απασχόλησή τους ήταν, όπως λέει ο Περραιβός τα άρματα. «Με αυτά τρώνε, με αυτά κοιμούνται και με αυτά ξυπνούν». Την ανδρεία τη θεωρούσαν την καλλίτερη αρετή.Όλη η Συμπολιτεία συντηρούσε ένα στρατό από 2.000-2.500 άντρες και οι σχέσεις των αρχικών χωριών και αυτών που κυριεύθηκαν αργότερα ήταν όμοιες με τις σχέσεις που είχαν οι Σπαρτιάτες με τους περίοικους. Διοικείτο από Συμβούλιο, το οποίο καλείτο «Κριτήριο της Πατρίδος» και στο οποίο προήδρευε ο πιο ανδρείος και συνετός αρχηγός μιας φάρας. Αυτοί οι πρόεδροι προέρχονταν κυρίως από τη φάρα των Τζαβελαίων και Μποτσαραίων. Το «Κριτήριο της Πατρίδος» αποτελούσε την ανώτατη νομοθετική και δικαστική εξουσία της Συμπολιτείας.
Στο σπίτι, δε,οι γυναίκες ήταν οι αδιαμφισβήτητες αφέντρες.Οι Σουλιώτισσες πέρα από το νοικοκυριό έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικέ επιχειρήσεις,όπου ο ρόλος τους,σε πρώτη φάση, ήταν εφεδρικόςκαι βοηθητικός.Όταν  όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν ρίχνονταν στην μάχη,πότε πετώντας βράχους στον εχθρό,ή καυτά βόλια,αλλά ακόμη και ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.
Σουλιώτισσες  που ξεχώρισαν
Το Δεκέμβριο  του 1803 η Σουλιώτισσα Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.Από τις  Σουλιώτισσες ξεχώρισαν άλλες δυο, οι οποίες υπήρξαν οι διασημότερες από τις άλλες, καταφέρνοντας να περάσουν τα ονόματά τους στο δημοτικό τραγούδι κι από εκεί στη σφαίρα του θρύλου. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου». Η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου.Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει και το παιδί μου» είπε στον πασά.
Μια άλλη Σουλιώτισσα που ξεχώρισε ήταν η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου. Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς. Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.Οι Σουλιώτισσες, χόρεψαν χορό του Ζαλόγγου παραμονές Χριστουγέννων 1803.«Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά».Πενήντα έξι γυναίκες δεν συμμετείχαν στην έξοδό του. Παρέμειναν στο Mοναστήρι. Όταν τις πλησίασαν οι Aρβανίτες, έστησαν αυθόρμητα χορό και μια-μια έπεφτε στο βάραθρο τραγουδώντας. Η πρώτη σέρνει το χορό, φτάνοντας στο χείλος του γκρεμού, πηδάει και χάνεται στα βάθη του. Την ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, πάντα τραγουδώντας και χορεύοντας, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη…
Aυτό το τραγικό τέλος έδωσαν στη ζωή τους οι πενήντα έξι ανώνυμες ηρωίδες, που συμβολίζει την υψηλότερη έκφραση του ψυχικού μεγαλείου των ανθρώπων με ελεύθερο φρόνημα. Tο χορό του θανάτου παρακολούθησαν με κατάπληξη οι Tουρκαλβανοί.
Tόση μεγάλη ήταν η κατάπληξή τους, που τους έκανε να φωνάξουν μ’ ένα στόμα: Aλλάχ, Aλλάχ γιαζίκ (Θεέ, Θεέ, κρίμα).

Γυναίκα που σε λένε Λασκαρίνα, Μαντώ, Δέσπω, Χαίδω, Αλεφαντώ, Σουλιώτισσα, Μεσολογίτισσα, αγώνα, αγάπη, αφοσίωση, αυτοθυσία,  φιλοπατρία, ηρωίδα γυναίκα Ελληνίδα!
ΚΛΕΙΩ