Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Η Αρχαιοελληνική αντίληψη για την ψυχική αθανασία

http://gerasimos-politis.blogspot.com/2011/10/blog-post_05.html#.T-tGvZHzrTA

Η Αρχαιοελληνική αντίληψη για την ψυχική αθανασία

Γεράσιμος Πολίτης 2011-10-05T00:19:00+03:00

Η Αρχαιοελληνική αντίληψη για την ψυχική αθανασία,Ειμαρμένη, Ελευσίνια, Ηλύσια Πεδία, Ηράκλειτος, Ησίοδος, Ορφικά, Πλάτων, Πλούταρχος, Πρόκλος, Σωκράτης, ψυχή


Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός η διαπίστωση ότι επί χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα στις δοξασίες των ανθρώπων, κυρίαρχη διάσταση κατέχει η προσήλωση στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής. Από αυτή τη δήλωση συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ψυχική αθανασία ή Παλιγγενεσία όπως απεκαλείτο από τους προγόνους μας, αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ψυχή είναι άφθαρτη και παραμένει αναλλοίωτη και μετά τον λεγόμενο θάνατο ή μετάσταση του σώματος, του θνητού της δηλαδή περιβλήματος, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε βέβαια και παρωχημένη. Ανάγεται ιστορικά στο απώτατο παρελθόν, η προέλευσή της προέρχεται από την αρχέγονη αρχαιότητα, συνυφασμένη με τα καίρια υπαρξιακά ερωτήματα τα οποία διακατέχουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ίσως ακόμη και από κτίσεως κόσμου. Συνδέεται δε άμεσα, λόγω της φύσεώς της, με τα υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα τα οποία προβληματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και αυτό είναι απόλυτα λογικό, αφού η απάντηση σε ένα τέτοιο κρίσιμο όσο και θεμελιώδες ερώτημα, παρέχει αλλυσιδωτά απαντήσεις σε μία σειρά από καίρια ζητήματα σχετιζόμενα με την προέλευση, τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής, και την τελική κατάληξή της. Το τρίπτυχο του Εγώ, της ανθρώπινης δηλαδή υποστάσεως, συνίσταται σε πνεύμα, σώμα και ψυχή. Το τρίτο από αυτά τα συστατικά στοιχεία της ζώσης υπάρξεως, είναι Θεϊκό και αθάνατο.

Η πεποίθηση ότι η ψυχή είναι άφθαρτη, αντιπροσωπεύοντας την αθάνατη υπόσταση του ανθρώπου, αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές των Μυστών οι οποίοι διαιωνίζουν την πανάρχαια μυστηριακή παράδοση. Σε αυτή ακριβώς την αρχή, εδραιώνεται και ο Νόμος της Μετενσαρκώσεως. Ένας νόμος ο οποίος πρεσβεύει την επιστροφή της πνευματικής αρχής σε ένα νέο σαρκικό, θνητό, περίβλημα.

Οι Μυστηριακοί θεσμοί, με προεξέχοντες αυτόν των Ορφικών Μυστηρίων και εκείνον της Ελευσίνος, αποτελούσαν τελετουργικά δρώμενα. Διαρθρώνονταν στα Ελάσσονα (ή μικρά) Μυστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων λάμβαναν χώρα προκαταρκτικοί καθαρμοί, ενώ επακολουθούσε η συμβολική απεικόνιση της καταβάσεως της ψυχής στην υλική ουσία, στο σώμα, καθώς και η περιγραφή των δοκιμασιών που υφίσταται, εξαιτίας αυτής της ενώσεως με τον υλικό παράγοντα. Αντιθέτως, τα Μείζονα Μυστήρια, αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν τον μυούμενο γνώστη της καταστάσεως εκείνης που επιφέρει την ψυχική ευφορία, η οποία επιτυγχάνεται όταν η αείζωη ψυχική ουσία αποδεσμευθεί από την κατώτερη υλική φύση.

Την αθανασία της ψυχής πρέσβευαν ήδη πρώτοι οι Πελασγοί, μέσω των θρησκευτικών τους αντιλήψεων, κάνοντας λόγο για πέραν του θανάτου ζωή. Στα Ελευσίνια Μυστήρια, κατά την διεξαγωγή της Μυήσεως στο Τελεστήριο, οι μυούμενοι, εν μέσω αμυδρου φωτός, έβλεπαν παραστάσεις από την μετά θάνατον ζωή, προερχόμενες τόσο από τα Ηλύσια Πεδία, όσο και από τον ζοφερό Άδη.

Αρχικά, θα πρέπει να μας προβληματίσει ένα επιτάφιο επίγραμμα Ιεροφάντου, στο οποίο όπως συνάγεται από την Αρχαιολογική Εφημερίδα (1883, σελ. 81) αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία (μας μεταβιβάσθηκε) από τους Θεούς. Ότι ο θάνατος, όχι μόνο δεν είναι επιζήμιος για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα". Πρόκειται για μία επιγραφή, η οποία σαφέστατα αναφέρεται στην αντίληψη της διαιωνίσεως του βίου και μετά την μετάσταση του σώματος, ένα οριακό γεγονός που δίνει τέλος στην ανθρώπινη ύπαρξη, υπό τη γήϊνη-φθαρτή της μορφή.

Το Αθάνατο είναι θνητό. Το θνητό είναι αθάνατο. Ο θάνατος είναι αθάνατη ζωή για τους θνητούς. Για τους αθάνατους, η θνητή ζωή είναι θάνατος", διατείνεται ο φιλόσοφος Ηράκλειτος, ο αποκαλούμενος και "σκοτεινός" (και αυτό διότι το "Περί Φύσεως" σύγγραμμά του απευθυνόταν μόνο σε μυημένους, γi' αυτό και το νόημά του ήταν στριφνό και συνεπώς "σκοτεινό", δυσνόητο για τους αδαείς περί της ουσίας των μυστηρίων). Ο ίδιος φιλόσοφος και μύστης αναφέρει ότι 'Το ίδιο πράγμα είναι ο ζωντανός και ο νεκρός, ο ξύπνιος και ο κοιμισμένος, ο νέος και ο γέρος. Γιατί τα πρώτα αφού αλλάξουν κατάσταση, γίνονται τα δεύτερα και αυτά πάλι όταν αλλάξουν κατάσταση γίνονται τα πρώτα"(Diels, I). 

Πρόκειται ευκρινώς περί μίας φιλοσοφικής ενατενίσεως του ζητήματος της ψυχικής αθανασίας, η οποία μας παρέχει με σαφήνεια την αντίληψη των μυημένων στα αρχαία μυστήρια περί της εννοίας την οποία προσλαμβάνουν οι όροι "θάνατος" και "ζωή", οι τόσο σχετικοί σε περιεχόμενο, από ουσιαστικής απόψεως για όσους δύνανται να δουν την βαθύτερη έννοια των πραγμάτων, σύμφωνα με το προαιώνιο εξελικτικό σχέδιο που διέπει κάθε κοσμική δημιουργία.

Ανατρέχοντας στους ακατάλυτους φυσικούς νόμους, οι οποίοι διέπουν κάθε Κοσμική έκφανση, όντας διακρινόμενη από μία ακατάβλητη ισχύ, καθίσταται αντιληπτό ότι καμμίας υλικής φύσεως μορφή αλλά και κανενός είδους ενέργεια δεν υπόκειται σε οριστικό αφανισμό. Απλά υπόκειται σε αέναες μεταβολές, υφίσταται διάφορους μετασχηματισμούς, επιβεβαιώνοντας τη θεμελιώδη αρχή του Ηρακλείτου 'Τα πάντα ρει". Τίποτε στο κοσμικό βασίλειο δεν αφανίζεται, δεν πεθαίνει, υπόκειται όμως σε μορφική μεταβολή. Με γνώμονα αυτήν την αρχή, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι τα πάντα βρίσκονται σε ένα διαρκές γίγνεσθαι. Τα πάντα υπόκεινται στον νόμο της μεταβολής, τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο. Παράλληλα όμως δεν υφίσταται κανένα υλικό δημιούργημα το οποίο να αποτελεί μία ύπαρξη ολοκληρωτικά καινούργια. Κάθε έκφανση στο σύμπαν ανάγεται ως προς τα συστατικά της στοιχεία σε μία ανασύνθεση αρχών.Σε αυτή ακριβώς τη διαπίστωση προέβη και ο μέγας φιλόσοφος και επιστήμων Θαλής, όταν αποφαινόταν 'Τίποτε δεν διαφέρει ο θάνατος από τη ζωή" (Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφου, I, 35).

Συνεπώς, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, επέρχεται η διαπίστωση ότι καμμία από τις μορφές που έρχεται σε εκδήλωση στη φύση δε συνιστά μία νέα δημιουργία. Αντίθετα, αποτελεί μία αναδημιουργία, καθώς συντίθεται από προαιώνιες αρχές και στοιχεία τα οποία ουδέποτε καταστράφηκαν, απλώς υπέστησαν μία διαδικασία μεταστοιχειώσεως. Εφ’ όσον λοιπόν υφίσταται μία μεταλλαγή και κατ’ επέκταση εξέλιξη των υλικών δημιουργημάτων, και κατ' ακολουθία και του φυσικού-υλικού φορέα του ανθρώπου (σώμα), τότε είναι λογικό και απολύτως παραδεκτό ότι θα επέρχεται και μία εξελικτική μεταβολή και του ψυχικού φορέα ο οποίος ζωογονεί την ύλη.

Πριν υπεισέλθουμε στην ουσία του εξεταζομένου ζητήματος, ας επιχειρήσουμε μία ετυμολογική ανάλυση της λέξεως "ψυχή". Θα διαπιστώσουμε ότι προέρχεται από το ρήμα "ψύχω", το οποίο σημαίνει "φυσώ’αλλά και "αναπνέω". Έτσι, η ψυχή κατά τούς Ομηρικούς χρόνους, αποκτά την έννοια της ζωτικής δυνάμεως. Συνεπώς, κατ’ αυτή την αντίληψη, η ψυχή εισέρχεται στο σώμα καθιστώντας το έμβιο ον, με την πρώτη αναπνοή, εγκαταλείπει δε αυτό με την τελευταία αναπνοή. Πνεύμα και ψυχή, αυτές είναι οι ενεργειακές δυνάμεις οι οποίες καθιστούν τη ζωή ενσυνείδητη. Συνεπώς ο άνθρωπος πρωτίστως αποτελεί μία πνευματική οντότητα, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της υπάρξεώς της, στο γήινο επίπεδο, χρησιμοποιεί ένα θνητό περίβλημα για την ανάπτυξή της. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, συχνά αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτηρισμός "όχημα της ψυχής". Ασφαλώς επ’ αυτού δεν είναι καθόλου τυχαίος ο ισχυρισμός του Πλουτάρχου ο οποίος στα "Ηθικά" (163 Ε) αποφαίνεται ότι: "Ψυχής γap όργανον το σώμα". Ο δε Ισοκράτης στον "Περί Αντιδόσεως" λόγο του (180) αναφέρει ότι Ή φύση, μας δημιούργησε με σώμα και ψυχή...της μεν ψυχής έργο είναι να σκέπτεται...του δε σώματος να εκτελεί τις αποφάσεις της ψυχής".Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η άποψη του Πλάτωνος στον "Μένωνα" (81 β) όπου υποστηρίζει ότι: Ή ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και συμβαίνει άλλοτε μεν να τελειώνει -την επίγεια παρουσία της-, πράγμα που ως γνωστάν οι άνθρωποι το ονομάζουν θάνατο, άλλοτε να ξαναγιεννιέται, αλλά ποτέ δεν χάνεται". Την ίδια αντίληψη προβάλλει και στον "Γοργία" (524Β) όπου ισχυρίζεται ότι Ό θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων του ενός από το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα".

Υπό μία γενική έννοια, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή κατά την επίγεια παρουσία της εξελίσεται μέσω των πράξεων του ατόμου φορέα της. 'Οταν αυτός ο ψυχικός φορέας επιτελέσει την εκπλήρωση της αποστολής του, τότε η ψυχή τον εγκαταλείπει, και μεθιστάμενη εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, αναμένει την επανενσάρκωσή της σε ένα νέο υλικό φορέα, προκειμένου να συνεχίσει το έργο της προς την ηθική τελειοποίηση στο γήϊνο και πάλι επίπεδο. Όταν αντίθετα μία ψυχή ενσαρκώνεται, εγκαταλείπει το υπερπέραν και αποχωρίζεται από μία οικογένεια ψυχών, ενώ όταν επέρχεται ο λεγόμενος θάνατος, εισέρχεται εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, απ’ όπου άλλωστε έλκει και την προέλευσή της. Εάν η ψυχή κατά την γήϊνη παρουσία της κατόρθωσε να ανελιχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, εκδηλώνοντας τις μέγιστες πνευματικές δυνάμεις, τότε επέρχεται η ολοκλήρωση της αποστολής της και μετά την διάλυση του ανθρώπινου οργανισμού, όντας ευρισκόμενη στην υπέρτατη βαθμίδα της εξελικτικής ανελίξεως (Θέωση), μεταβαίνει στα Ηλύσια Πεδία, έναν ουράνιο χώρο ο οποίος ανταποκρίνεται στην ποιοτική της κατάσταση. Αντίθετα, εάν η τελείωση δεν πραγματώθηκε κατά την διάρκεια του ενσαρκωμένου βίου της, τότε η ψυχή μεθίσταται στον Άδη.

Πλατων, Τιμαιος
Το εκπαιδευτικό έργο που χαρακτηρίζει τη δόμηση της ψυχικής προσωπικότητας, δεν παύει να διεξάγεται κατά τη διάρκεια που η ψυχή παραμένει στο ουράνιο πεδίο. Απλά προσλαμβάνει διαφορετικές εκφράσεις από αυτές με τις οποίες εκδηλώνεται κατά την επίγεια παρουσία της, εκδηλώσεις οι οποίες δεν είναι αντιληπτές με τις αντικειμενικές αισθήσεις. Κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή ενσαρκώνεται, μέχρι να επέλθει η τελειοποίησή της, κατά μέσο όρο 777 φορές. Κάθε δε πλήρης κύκλος ενσαρκώσεώς της, διαρκεί κατά μέσον όρο 144 έτη και ακολούθως καλείται εκ νέου να εμψυχώσει έναν υλικό φορέα. Οπωσδήποτε, εάν αποδεχόμαστε την αθανασία της ψυχής μετά τη μετάσταση, ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η αθάνατη υπόστασή της υφίσταται και προ της γεννήσεως. Ο Πλάτων μάλιστα στον 'Τίμαιο"προσδιορίζει και τον σαρκικό φορέα εντός του οποίου θα ενσαρκωθεί η ψυχή, ανάλογα με την πορεία της στον πρότερο βίο. Οι δειλοί θα γίνουν γυναίκες, οι επιπόλαιοι πουλιά, οι αμαθείς άγρια ζώα, ενώ οι διεφθαρμένοι ερπετά.

Καθόλου τυχαία, η ψυχή αποκαλείται ως "ο εσωτερικός άνθρωπος" (Πολιτεία, IX, 589Α). Το καθήκον της ψυχής επικεντρώνεται στο να καταστήσει εφικτό να διεισδύσουν οι αμετάβλητοι νόμοι της Αρμονίας μέσα στο σώμα, νόμοι οι οποίοι κυριαρχούν στον ουρανό. Ο Πλάτων στον 'Τίμαιο" (90 Γ-Δ) υποστηρίζει ότι αρχικά η ψυχή κατοικεί σε ένα άστρο και όταν αποφασισθεί κατέρχεται σε ένα σώμα. Από αυτή την εξ ιστόρηση συνάγεται η διαπίστωση ότι η ψυχή ως προϋπάρχουσα είναι αρχαιότερη του σώματος.

Θα πρέπει λοιπόν να φροντίζουμε ιδιαιτέρως την ψυχική αγωγή και καλλιέργεια, αφού όπως δηλώνει ο Πλάτων στο Συμπόσιο" (209Α), η ψυχή αποτελεί την πηγή της γνώσεως. Έτσι ο ψυχικός παράγοντας αναδεικνύεται σε ένα θεϊκό δώρο, είναι το θείο πνεύμα μέσα στην ανθρώπινη φύση, ο δαίμων εκείνος που πρέπει να κατευθύνει τον άνθρωπο σε κάθε πράξη του, ισχυρίζεται και πάλι ο Πλάτων στον "Τίμαιο" (90Α). Τον κυρίαρχο ρόλο του δαίμονος της ψυχής, όπου δαίμων είναι το πνεύμα, υποδηλώνοντας την αφύπνιση και εγρήγορση του Εσώτερου Εαυτού, διαπιστώνουμε στην περίπτωση του Σωκράτη, ο οποίος ανήγαγε κάθε πράξη του στις παρορμήσεις ή στις αποτροπές που δεχόταν από το δαιμόνιο που έδρευε στον Ναό της ψυχής του.

Ορφικά Μυστήρια και Ψυχη

Τα πρώτα επίσημα στοιχεία για την αθανασία της ψυχής, ενυπάρχουν στα Ορφικά Μυστήρια, τα οποία αποτελούν το υπόβαθρο όλων των Ελληνικών Μυστηρίων. Σύμφωνα με τις ορφικές κοσμογονικές αντιλήψεις, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από την τέφρα των κατακεραυνωμένων Τιτάνων, γι' αυτό και διαθέτει θνητή υπόσταση. Ωστόσο όμως, της κεραυνοβολήσεως των Τιτάνων, προηγήθηκε ο εξ’ αυτών κατασπαραγμός των σαρκών του Διονύσου, γεγονός στο οποίο οφείλεται και η θεϊκή πτυχή της ανθρώπινης προελεύσεως. Με τον διαμελισμό του Διονύσου, επήλθε και ο κατακερματισμός της Θεϊκής ουσίας στις επιμέρους εκφράσεις και μορφές του Κοσμικού Όλου. 

Στον άνθρωπο επομένως συνυπάρχει τόσο το θνητό-τιτανικό, όσο και το αθάνατο-Θεϊκό στοιχείο, τα οποία εκφράζονται από το σώμα και την ψυχή αντίστοιχα. Η συμπεριφορά της ψυχικής προσωπικότητας δεν είναι ανεξέλεγκτη, υπόκειται σε αρχές και κανόνες, καθώς οι Θεοί θέσπισαν τον Νόμο της Ειμαρμένης ή Νόμο της Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον Νόμο αυτό, ο οποίος έχει απαρέγκλιτη ισχύ, και εφαρμόζεται έναντι των πάντων, σε έκαστο αποδίδεται αυτό ακριβώς που του αξίζει, σύμφωνα με τα έργα του. Η δε διάπραξη ανομημάτων, επιδέχεται εξιλέωση μόνο δια της διαπράξεως αντιστοίχως αξιόλογων θετικών πράξεων. Η διαδικασία της κρίσεως των έργων τα οποία σχετίζονται προς την ψυχική προσωπικότητα. ονομάσθηκε ψυχοστασία, κατά την οποία η ψυχή του ετοιμοθανάτου ζυγιζόταν, ενώπιον δικαστών (Αίαντας, Αιακός, Ραδάμανθυς), σύμφωνα με τις αντιλήψεις πάντοτε που επικρατούσαν στα αρχαία Μυστήρια, και αποφαίνονταν σε σχέση προς αυτήν. Αξίζει να αποδωθεί έμφαση στο γεγονός ότι στον Πλατωνικό Ταργία"εκφράζεται αυτή η αντίληψη της ψυχοστασίας κατά τρόπο έκδηλο. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι υποχθόνιοι δικαστές του Άδη θα εξετάσουν την ψυχή γυμνή, αποστερημένη από το θνητό της περίβλημα που τη συσκοτίζει. Περί της Ειμαρμένης, ο ατομικός φιλόσοφος Λεύκιππος (Αέτιος 1, 24, 4) αναφέρει τα ακόλουθα: 'Τα πάντα γίνονται κατ' αναγκαιότητα, την αναγκαιότητα δε αυτή ονομάζουμε ειμαρμένη".

Κοινή ήταν η αντίληψη στους Ορφικούς μυσταγωγούς (Λίνο, Ορφέα, Μουσαίο κ.α.) αλλά και στους μεταγενέστερους Πυθαγορείους φιλοσόφους, ότι η ψυχή προϋπάρχει του σώματος και επιζεί της μεταστάσεως αυτού. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι ο Πυθαγόρας απέδωσε στην ψυχή ηθική σημασία. Ο Πορφύριος (DK 14, 8α) στον Βίο του Πυθαγόρα, αναφέρει τα ακόλουθα: "Πρώτα λέει (ο Πυθαγόρας) ότι η ψυχή είναι αθάνατη, ύστερα ότι μεταβάλλεται σε άλλα είδη ζωντανών όντων κι ακόμα, ότι όλα ξαναγίνονται σύμφωνα με περιοδικές κινήσεις. Κι όλα τα ζωντανά και έμψυχα είναι συγγενή".

Ορφικοι Μυστες και Ψυχη
Οι Πυθαγόρειοι απέδιδαν ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχική καθαρότητα, την οποία επετύγχαναν τόσο καταφεύγοντας στην μέθοδο των σωματικών αποχών, όσο και μέσω της μουσικής τέχνης, η οποία μέσω της αρμονικής της διαστάσεως, καθορίζει το ήθος της ψυχής. Κάτω από αυτή τη θεώρηση, η ψυχή, κατά τους Πυθαγόρειός φιλοσόφους, αποτελούσε παράγοντα αρμονίας, αλλά και εξισορροπήσεως μεταξύ δυνάμεων αντιθέτων τα οποία ενυπήρχαν στο σώμα. Η ίδια αντίληψη εκτίθεται, μεταγενέστερα, και στον πλατωνικό διάλογο "Φαίδων1' (85ε-86δ), όπου ο Σιμμίας ισχυρίζεται ότι η ψυχή συνιστά αρμονία των αντιθέσεων οι οποίες συνθέτουν το σώμα. Από την αντίληψη της ανωτερότητος της ψυχής, απέρρευσε μάλιστα και η Ορφική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το σώμα αποτελεί για την ψυχή μία ασφυκτική φυλακή, είναι το σήμα, δηλαδή ο τάφος που περιορίζει τραγικά τη δράση της ψυχικής προσωπικότητας. Επομένως, κατά τους Ορφικούς φιλοσόφους, η Αληθινή Ζωή εκκινά μετά τον διαχωρισμό της ψυχής από τα δεσμό του σώματος. 

Όπως μας πληροφορεί ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος ("Τίμαιος", Ε'), οι Ορφικοί μύστες διατύπωναν την ακόλουθη ευχή: "Κύκλου τ' αν λήξαι και αναπνεύσαι κακότητος", η οποία είναι ευχή απαλλαγής της ψυχής από το μαρτύριο των ενσαρκώσεων, ούτως ώστε να αναπνεύσουν από την ανθρώπινη κακία. Μέρος μάλιστα της διαδικασίας της νεκρικής τελετής, στον κύκλο των Ορφικών φιλοσόφων, ήταν η απόθεση στα χέρια των μεταστάντων, μίας μικρής πλάκας, προερχομένης από χρυσό, επί της οποίας χαράσονταν τα ακόλουθα λόγια: "Αυτάμ εμοί γένος ουράνιον". Επρόκειτο για μία σαφή δήλωση της ουράνιας καταγωγής του ανθρώπου.

Περί της αντιλήψεως της Θεϊκής καταγωγής της ψυχής, συνηγορούν οι Ορφικές πινακίδες της Πετέλιας, στις οποίες ο νεκρός εμφανίζεται να επαίρεται για την ουράνια καταγωγή του, ενώ σε μία άλλη πινακίδα προερχομένη από τους Θουρίους, άλλος μεταστάς, αναφέρεται αορίστως στην πτώση του στο γήϊνο πεδίο, συνεπεία των αδίκων πράξεων και των συστημάτων τα οποία διέπραξε κατά τη διάρκεια του γήϊνού του βίου.

Σύμφωνα με τους Ορφικούς Μύστες, η ψυχή εξέπεσε από το Θεϊκό πεδίο στο γήϊνο, πλήρης λήθης και ανηθικότητας,όπως συνάγεται και από τον Πλατωνικό "Φαιδρό", κατάσταση όμως η οποία δεν είναι οριστική, καθώς μέσα από τον κύκλο των επανενσαρκώσεών της, η ψυχική προσωπικότητα επιζητεί την επανένωσή της με τη Θεϊκή αρχή, από την οποία άλλωστε και προέρχεται. Από όσα εκτέθηκαν, προκύπτει ότι η πίστη στην επανενσάρκωση των ψυχών στο γή'ίνο επίπεδο αποτελούσε μία πανάρχαιη δοξασία, όμως μόνο οι Ορφικοί φιλόσοφοι και μύστες προσέδωσαν ένα περιεχόμενο μυ- στηριακό σε αυτή την αντίληψη. Στη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αναφέρονται με σαφήνεια και οι Ορφικοί Ύμνοι.

Αξίζει να γίνει μνεία στο γεγονός ότι στα Ορφικά η ψυχή αποκαλείται γλυκύ τέκνο του Διός. Συγκεκριμένα, όπως συνάγεται από τα "Ορφέως Αποσπάσματα" (XXIV, Πρόκλου Εις Τίμαιον, (Λ. 2 σ. 124, 33) υπό τον τίτλο "Ο Θεός πατήρ των Ψυχών", αναφέρεται: "Απεκαλείτο δε (η ψυχή) γλυκύ τέκνον του Διός". Και ολίγον, κατόπιν, αφού προεκάλεσε την Θεολογίαν, που παρεδόθη υπό του Θεού, λέγει λοιπόν η ψυχή περί του Διός, ο οποίος εδημιούργησε το σύμπαν. "...εν μέσω των διανοιών του πατρός, κατοικώ εγώ η ψυχή, που εμψυχώνω τα πάντα με την θερμότητα. Διότι έθεσε τον μεν νουν εντός της ψυχής, την δε ψυχήν εντός του οκνηρού σώματος, ημάς (τον νουν και την ψυχήν) εγκαχέστησεν ο πατήρ των ανθρώπων και των Θεών".

Μετενσαρκωση στην Αρχαια Ελλαδα
Από την παράθεση των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό ότι η Ψυχή είναι άϋλη και αόρατη, αποτελεί δε τμήμα της Συμπαντικής ψυχής. Μία φάση δε των Ορφικών τελετουργιών, των τόσο μεστών σε περιεχόμενο αλλά και σε συμβολισμούς, περιελάμβανε και την Τελετή του Τροχού, κατά την οποία ο Ιεροφάντης κατηχούσε τους μυουμένους σχετικά με την εσωτερική αντίληψη της επανενσαρκώσεως της ψυχής. Επίσης, αξίζει να τονισθεί ότι κατά την μεγάλη Εορτή των Ανθεστηρίων, η ψυχή αναδυόταν συμβολικά από ένα πιθάρι που αντιπροσώπευε τον τάφο, ένα τελετουργικό δρώμενο το οποίο είναι πρόδηλο ότι έλκει την καταγωγή του από τις εσώτερες Ορφικές παραδόσεις. Η Ψυχή επιπροσθέτως, ασκεί καθοδηγητικό ρόλο, έχει δηλαδή προορισμό όχι να υποτάσσεται και να υπακούει, αλλά να οδηγεί και να άρχει, όπως αναφέρει ο Πλάτων στον "Φαίδωνα" (80.α). Κατά τον Όμηρο, η ψυχή ενυπάρχει στο σώμα, ενώ όταν επέρχεται ο θάνατος, η ψυχή αποσύρεται στον Άδη, όπου και κινείται σαν μία άϋλη σκιά. Για τους Ορφικούς φιλοσόφους, όπως αναφέρθηκε, η ψυχή αποτελεί “πραγματικό ον Θείας φύσεως και αθάνατον ειμαρμένης". Τα Ορφικά Μυστήρια δίδασκαν ότι μόλις η ψυχή απαλλαγεί από το σώμα, εφ’ όσον διήγαγε βίο αγαθό, ανέρχεται σε Ανώτερους Κόσμους, τελειοποιηθείσα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση μετενσαρκώνεται, έως ότου ανελιχθεί. Η ψυχή, ανερχόμενη την διαβαθμισμένη εξελικτική κλίμακα των θνητών, ημιθέων, Θεών,ανελίσεται σε ανώτερα πνευματικά στάδια, φθάνοντας τελικά στην ιδεώδη κατάσταση της γαλήνης και της ευδαιμονίας. Δια των διαδοχικών της εξαγνισμών και ανελίξεων, η ψυχή κατορθώνει να αποκτήσει έναν πνευματικό και πλέον υλικό οργανισμό, δια του οποίου ανέρχεται στην ουράνια κλίμακα. Ο μυσταγωγός Πλούταρχος, μυημένος στα Δελφικά Μυστήρια, στο έργο του "Βίοι Παράλληλοι" (Ρωμύ- λος, 28) δικαιώνει αυτή την αντίληψη, προσθέτοντας μάλιστα ότι: "Οι ψυχές. πολύ φυσικά και σύμφωνα με τη Θεία δικαιοσύνη, μεταβάλλονται από ανθρώπους σε ήρωες, από ήρωες σε ημιθέους και από ημιθέους σε Θεούς, αν καθαριστούν και εξαγνιστούν τελείως, αποβάλλοντας κάθε τι που είναι θνητό και που υπόκειται σε πάθη".

Οι Πυθαγόρειοι, όπως αναφέρεται στα “Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα", θεωρούσαν ότι μετά το θάνατο και την απαλλαγή από το θνητό περίβλημα, αναδεικνύεται η άφθαρτη υπόσταση του ανθρώπου, επί της οποίας ο θάνατος δεν έχει κυριαρχία. Περί της ψυχικής αθανασίας αποφαίνεται όμως και ο Εμπεδοκλής, στο σύγγραμμά του "Καθαρμοί", όπως άλλωστε και ο Ηράκλειτος, ο οποίος μάλιστα κάνει λόγο για εξωτερικό και εσωτερικό -ψυχικό- φως. Ο "σκοτεινός" Εφέσιος φιλόσοφος ακόμη υπεστήριζε ότι η γνώση της ψυχής έχει άμεση συνάφεια με την γνώση της δομής του κόσμου. Ο Εμπεδοκλής συγκεκριμένα, στο προαναφερόμενο έργο του, υποστηρίζει ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της απολυτρώσεως από τον κύκλο των γεννήσεων. Σε αυτή την αντίληψη αποδίδεται και η δήλωση "Αθάνατος εγώ κι όμοιος Θεός.. .Τια τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και ειδικότερα για τον Αναξι• μένη (6ος αιών π.Χ.), η ψυχή ταυτίζεται με την αρχή της φύσεως. Σύμφωνα με την κοσμοαντίληψη του Αναξιμένους, η ψυχή εκπροσωπεί την κοσμική τάξη, από τις αρχές της οποίας διέπεται και ο άνθρωπος. Ο γνωμικός ποιητής Φωκυλίδης, θεωρεί ότι η μετάσταση αποτελεί την αφετηρία για την Θέωση και αυτό διότι "αφού θα εγκσταλείψουμε το νεκρό σώμα μας εδώ κάτω, θα γίνουμε Θεοί, γιατί μέσα μας κατοικούν ψυχές αθάνατες και αδιάφθαρ- τες".

Ο Ησίοδος ακόμη στη Θεογονία του υπαινίσσεται τη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αλλά ταυτόχρονα επεσήμανε και τη θνητή υπόσταση του ανθρώπου, απευθυνόμενος δε προς τις Μούσες, τις παρότρυνε:

Ησιοδος Θεογονια
‘Υμνήστε των αθανάτων το Ιερό γένος, που αιώνια ζουν, αυτούς που από τη γη γεννήθηκαν και τον έναστρο ουρανό". Την αθανασία της ψυχής, αποδέχονται και άλλες μεγάλες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της αρχαίας Ελλάδας, όπως ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής, ο οποίος ενστερνιζόμενος την αντίληψη ότι η ψυχή απελευθερώνεται μόλις αποδεσμευθεί από το σώμα, ισχυρίζεται ότι το πρώτο από τα αγαθά, είναι να μη γεννηθείς (τελειωθείς πλέον και ανερχόμενος σε Ανώτερα Πεδία), το δεύτερο είναι να πεθάνεις όσο το δυνατόν νωρίτέρα”. Έχοντας διαποτισθεί από ανάλογες αντιλήψεις, ο φιλόσοφος Κλεόμβροτος ο Αμβρακεύς, θα οδηγηθεί στην μέλλουσα ζωή, πηδώντας από έναν πύργο, ενώ ο πασίγνωστος φιλόσοφος Ηγησίας ο Πεισιθάνατος ασκούσε τόσο μεγάλη επιρροή στις τάξεις των μαθητών του, ώστε όταν οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας των κηρυγμάτων του περί της αξίας του θανάτου και την προσδοκία της μελλούσης ζωής, ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος έκλεισε τις σχολές του προκειμένου να ανασχέσει αυτό το φιλοσοφικό και κοινωνικό φαινόμενο.

’Αλλο σαφές δείγμα το οποίο υποδηλώνει την προσήλωση στην ιδέα της ψυχικής αθανασίας, προέρχεται από χωρία της Οδύσσειας, όπου εμφανίζεται ο Οδυσσέας, κατερχόμενος στον Άδη, να καλεί τις ψυχές των νεκρών, προκειμένου να συναντήσει και να συμβουλευθεί τον Τειρεσία. Στην Οδύσσεια (Λ 489-491), ο Όμηρος παραθέτει τον διάλογο που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και στην ψυχή του μάντη Τειρεσία, σύμφωνα με τον οποίο, η ψυχή του μάντη φέρεται να λέει: "Θα προτιμούσα να είμαι δούλος ενός φτωχού αγρότη, παρά να είμαι των νεκρών του Άδη βασιλιάς". Πρόκειται για μία φράση που υποδηλώνει την απέχθεια της ψυχής του νεκρού προς το ζοφερό βασίλειο του Κάτω Κόσμου.

Κατά την ομηρική περίοδο, κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η ψυχή όχι μόνο ζει μετά την μετάσταση, αλλά ότι καταφεύγει στα οστά του νεκρού. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι Έλληνες διατηρούσαν την ωμοπλάτη του Πέλοπος, πιστεύοντας ότι είχαν έτσι εξασφαλισμένη και την συμπαράσταση της ψυχής του. Ο Κίμων ακόμη, πολύ αργότερα, έφερε τα οστά του Θησέως στην Αθήνα, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θεωρούσαν ότι έτσι επετύγχαναν την υπηρεσία και την βοήθεια της ψυχής του σε αντιξοότητες που ανέκυπταν για την Πολιτεία. Ο Ησίοδος μνημονεύει το γεγονός ότι οι Λακεδαιμόνιοι απέκτησαν "μία μεγάλη ανωτερότητα στις μάχες ενάντια στους 7εγεάτες", όταν μετέφεραν από την Τεγέα στην Σπάρτη τα οστά του Ορέστη.

Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλεφθεί η παραδοσιακή αντίληψη που διακατείχε τις οικογένειες των νεκρών κατά το απώτατο παρελθόν, ότι τα πνεύματα και οι ψυχές των μεταστάντων της οικογένειας και κατ' επέκταση της φυλής, διατηρούν τους συνεκτικούς τους δεσμούς με τα οικεία τους πρόσωπα. Ασκούν συμβουλευτικό αλλά και προστατευτικό ρόλο επί αυτών, λαμβάνουν μέρος σε πολέμους και αγωνίζονται "υπέρ βωμών και εστιών", πλησίον των ζώντων.Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Θησεύς, παρ. 35) οι Έλληνες είχαν δει στον Μαραθώνα αλλά και στην Σαλαμίνα, την ψυχή του Θησέως να ηγείται του στρατεύματος και να πολεμά κατά των Περσών, διασπείροντάς τους τον φόβο και τον πανικό. 

Άλλο σχετικό παράδειγμα συμμετοχής των ψυχών στα εγκόσμια, ενισχύοντας την αντίληψη της ψυχικής αθανασίας, αντλείται από τον επικό κύκλο του Τρωικού Πολέμου. Στην Ιλιάδα συγκεκριμένα, οι Θεοί και οι Θεές, που συνιστούν ψυχές αναχθείσες στην Θεϊκή Τάξη, τοποθετούνταν άλλες μεν υπέρ των Ελλήνων, άλλες δε υπέρ των Τρώων. Επίσης ανάλογη περίπτωση έχουμε και με το περιστατικό του Κλεισθένους, τυράννου της Συκιώνος, ο οποίος πολεμώντας τον Άργο, φρόντισε να εξασφαλίσει από τη Θήβα τα οστά του Μελανίππου και του Μενεσθέως, δύο επιφανών πολεμικών μορφών του Θηβαϊκού κύκλου, προκειμένου να αντιτάξει τον δυναμισμό της ψυχής τους στον ήρωα του Άργους Άδραστο.

Ανάλογα και οι Έλληνες της Ομηρικής περιόδου καλούσαν τις ψυχές των νεκρών με τα ονόματά τους, κάνοντας γι* αυτούς ειδικές σπονδές με γλυκό κρασί καθώς και με μελόνερο με πασπαλισμένο αλεύρι (Οδ. XI,26).

Από αυτή την περιγραφή, διαφαίνεται ότι οι αρχαιοέλληνες είχαν καθιερώσει τις χοές ως ένα είδος τελετουργικής επικλήσεως, το οποίο συνεδύαζε τον εξευμενισμό με την έκκληση προς τις ψυχές. Οπωσδήποτε όμως υπήρχαν και ειδικές τελετουργίες με ψυχολατρικές διαστάσεις, οι οποίες εκτελούνταν σε Ιερούς χώρους, στα επωνομαζόμενα Νεκυμαντεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το Ψυχοπομπείο του Ταινάρου.

Σύμφωνα με την Αρχαιοελληνική εξ’ άλλου αντίληψη, η ψυχή αφού υποστεί τη διαδικασία της ψυχοστασίας, στη συνέχεια προπαρασκευάζεται για την προσεχή της επανενσάρκωση, για τα δε αδικήματα που διέπραξε, καλείται να αντιμετωπίσει τη Θεά Νέμεση και τις Ερινύες, οι οποίες και την καταδιώκουν ανηλεώς. Κατά την μεταομηρική περίοδο η οποία τελεί υπό την ιδεολογική επίδραση του Ηρωικού στοιχείου, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή του τεθνεώντος Ήρωος ανελίσσεται, ακολουθώντας την Ατραπό της Θεώσεως.

Πότε όμως και γιατί επέρχεται ο θάνατος και ποιά είναι η αναγκαιότητα που τον επιβάλλει;

Αναμφίβολα ο θάνατος δεν συνιστά παρά το βιολογικό τέλος το οποίο επισφραγίζει είτε μία δυσαρμονική κατάσταση, είτε δίνει τέλος στην κατάρρευση του οργανισμού η οποία επέρχεται από την νέκρωση των περισσοτέρων κυττάρων του, καθώς πλέον δεν είναι σε θέση να τα αντικαταστήσει με την δημιουργία νέων και υγιών. Ο Πλάτων τόσο στον Ύίμαιο" και στον "Θεαίτητο" όσο και στον διάλογο "Φαιδρός", διαπραγματεύεται το ζήτημα της Αθανασίας της Ψυχής: "Κάθε ψυχή είναι αθάνατη, διότι κάθε τι που κινείται από μόνο του είναι αθάνατο. Κάθε άλλο όμως, που κάτι άλλο κινεί και από κάτι άλλο κινείται, όταν τερματίζει την κίνησή του τερματίζει και τη ζωή του. Μόνο λοιπόν αυτό που κινεί το ίδιο τον εαυτό του είναι και πηγή κίνησης για το υπόλοιπα, όσα κινούνται, επειδή ακριβώς ποτέ δεν εγκαταλείπει τον εαυτό του. Η αρχή επομένως, είναι κάτι που δεν δημιουργείται. Διότι κατ' ανάγκη, κάθε τι που δημιουργείται οφείλει τη δημιουργία του σε μία αρχή. Η αρχή όμως σε τίπστε. Διότι εάν η αρχή πραγματοποιείται από κάτι άλλο, δεν θα ήταν δυνατό να ονομασθεί αρχή. Εφ' όσον λοιπόν δεν δημιουργείται, αναγκαστικά είναι και άφθαρτη. Διότι εάν πραγματικά χαθεί η αρχή, ούτε η ίδια είναι δυνατόν να δημιουργήσει κάτι άλλο, ούτε κάτι άλλο από αυτήν, εάν αναγκαστικά τα πάντα οφείλουν τη δημιουργία τους σε μία αρχή. Έτσι λοιπόν η αρχή της κίνησης είναι το ον εκείνο που κινεί μόνο του τον εαυτό. Αυτό μάλιστα δεν είναι δυνατό ούτε να χαθεί ούτε να γεννηθεί, διαφορετικά και ολόκληρος ο ουρανός και στο σύνολό της η δημιουργία θα καταποντισθούν και θα σταθούν και ποτέ δεν θα έχουν αρχή, από την οποία θα κινηθούν και πάλι. Αφού λοιπόν αποδείξαμε πως είναι αθάνατο αυτό που κινεί τον εαυτό του, δεν θα διστάσει κανείς να ομολογήσει ότι και η ουσία και η αιτία ύπαρξης της ψυχής είναι αυτή η ίδια η ύπαρξη. Διότι κάθε σώμα στο οποίο η κίνηση προέρχεται από εξωτερικές δυνάμεις, είναι άψυχο. Αυτό όμως στο οποίο η κίνηση προέρχεται από τον ίδιο τον εαυτό του, είναι έμψυχο και τέτοιου είδους είναι η φύση της ψυχής. Αν όμως αυτό έτσι έχει, εάν δηλαδή αυτό που κινεί μόνο του τον εαυτό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ψυχή, αναγκαστικά η ψυχή θα είναι κάτι αδημιούργητο και αθάνατο...''.

Σωκρατης και αθανασια ψυχης
Ο Σωκράτης, δια της μεταστάσεώς του, διδάσκει στους μαθητές του την αρχή της Αθανασίας της Ψυχής. Στον "Φαίδωνα" αναπτύσετα ι η σχετική σωκρατική αντίληψη με ιδιαίτερη ευκρίνεια: Εκείνος που χρησιμοποιώντας καθαρή διάνοια επιδιώκει να συλλάβει την εσωτερική έννοια των πραγμάτων, απαλλαγμένος, όσο μπορεί από τα μάτια και τα αυτιά και όλο γενικά το σώμα, που ταράζει την ψυχή και δεν την αφήνει να αποκτήσει την αλήθεια και τη φρόνηση. Θάνατος δεν ονομάζεται η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Να λύνουν όμως την ψυχή πιο πολλή προθυμία δείχνουν πάντα μόνο εκείνοι που φιλοσοφούν αληθινά και το μελέτημα τούτο είναι χαρακτηριστικό των φιλοσόφων, η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Όπως ανέφερα στην αρχή, θα ήταν φαιδρό ο άνθρωπος να προπαρα- σκευάζεται σε όλη του τη ζωή για να είναι είναι κοντά στον θάνατο και να αγανακτεί σαν έρθει τέλος σ' αυτόν...". Και προσθέτει: "Και μεν το σώμα εστίν ημίν σήμα, της δε ψυχής τούτο". Στον "Γοργία" ο μεγάλος μυσταγωγάς Σωκράτης εκφράζει την ακόλουθη αντίληψη: "Ποιός γνωρίζει εάν η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος ζωή;".

Επανερχόμενοι στις σωκρατικές διδαχές,διαπιστώνεται ότι ο Σωκράτης διαμόρφωσε την ηθική του στάση με γνώμονα την επιδίωξη της απελευθερώσεως της ψυχής από το θνητό της περίβλημα, το σώμα. Σύμφωνα προς αυτήν, η ψυχή με την επανενσάρκωσή της διέρχεται μέσα από τη λήθη και κατά συνέπεια δεν διατηρεί μνήμες από τις προηγούμενες ενσαρκώσεις της. Σε σχέση με το γεγονός αυτό, υφίσταται μία σκοπιμότητα η οποία άπτεται του ιδίου του σχεδιασμού της ζωής. Η ψυχή δεν διατηρεί μνήμες από πρώτερες ενσαρκώσεις της, ώστε να έχει την ευχέρεια να δοκιμασθεί εκ νέου και μέσα από την υπέρβαση των δοκιμασιών που υφίσταται, να εξελιχθεί και να ανελιχθεί. Ωστόσο η ανάμνηση των αιωνίων αρχετύπων υφίσταται υποσυνείδητα. Επειδή η ψυχή είναι άμεσα συνυφασμένη με το Αιώνιο Ον, όταν παραμείνει μόνη της, αποχωριζόμενη από το σώμα, επανακτά τις αναμνήσεις της και επανευρίσκει την Αιώνια Αλήθεια. Τίθεται επομένως το ζήτημα της αθανασίας της ψυχής, όντας αχώριστη από την Αιώνια Αρχή που κυριαρχεί στο σύμπαν. Αυτή η διαπίστωση παρέχει στον Πλάτωνα την ευχέρεια να ισχυρίζεται στον διάλογο "Θεαίτητος"ότι "Κάθε άνθρωπος έχει εν εαυτώ το θειον Άρχον", μετέχει δηλαδή της Θείας ουσίας, δια του ψυχικού τμήματος της δυαδικής υποστάσεώς του. Γι' αυτό λοιπόν, όταν η ψυχή ερευνά μέσα της πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο ον το καθαρό, το αιώνιο, το αθάνατο, το αναλλοίωτο, και συγγενεύοντας συνενώνεται πάντα μαζί του απαλλασσόμενη από την προηγούμενη πλάνη και υπάρχει πάντα αναλλοίωτη, αφού ενώνεται και με το αναλλοίωτο εκείνο ον. Η ψυχική αυτή κατάσταση, ονομάζεται φρόνηση, διατείνεται ο Σωκράτης. Και συνεχίζει στον διάλογο "Φαίδων", υποστηρίζοντας τα κατωτέρω: "Σκέψου λοιπόν αν από όσα είπαμε δεν συμπεραίνεται ότι η ψυχή μεν είναι όμοια με το Θείο, το αθάνατο, το λογικό, το αδιάλυτο, και πάντα ίσο, προς τον εαυτό του, ενώ το σώμα είναι όμοιο με κάθε τι ανθρώπινο, θνητό, άλογο, διαλυτό και ουδέποτε ίσο προς τον εαυτό του...".

Στο έργο του Πλάτωνος "Αξίοχρς" (Ε’ 365), ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι αφ' ης στιγμής η σύνθεση σώματος-ψυχής παύσει να υφίσταται και η ψυχή εγκατασταθεί πλέον σε οικείο της τόπο, δηλαδή στο Ουράνιο πεδίο, το εναπομείναν σώμα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά χώμα στερούμενο λογικής και άρα δεν αποτελεί πλέον άνθρωπο. "Ημείς μεν γαρ εσμέν ψυχήν", υποστηρίζει και η ψυχή είναι ένα ζώο αθάνατα εγκλωβισμένο σε θνητό φρούριο, διδάσκει ανά τους Αιώνες ο μύστης Σωκράτης.

Στον Αξίοχο, επίσης, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η ψυχή μετέχει των ανθρωπίνων δοκιμασιών και πόνων ως συνάλγουσα, επιζητώντας πάντοτε όμως τον συγγενή της αιθέρα. Επομένως, η μετάσταση, συνιστά μεταβολή κακού σε καλό. " Ώστε η του ζην απαλλαγή κακού τινός έστιν εις αγαθόν μεταβολή". Καταλήγοντας, ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον ετοιμοθάνατο Αξίοχο, του λέγει τα ακολουθα: “Ώστε ουκ εις θάνατον αλλά εις αθανασίαν μεταβάλλεις ω Αξίοχε". Στον Φαίδωνα εξ' άλλου υποστηρίζει τα ακόλουθα: 'Το μεν θνητόν αποθνήσκει, το δε αθάνατον σων και αφιάφθορον ρίχεται απών υπεκχώρησαν τω θανάτω".

Σύμφωνα με την σωκρατική αντίληψη, όπως αυτή προκύπτει από το έργο "Απομνημονεύματα" του Ξενοφώντος, και τα ζώα διαθέτουν ψυχή, πλην όμως ο Δημιουργός επιμελήθηκε ώστε ο άνθρωπος να αποκτήσει ψυχή αρίστη, δηλαδή απείρως εξελιγμένη. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. έγκειται στο γεγονός ότι ο μεν άνθρωπος είναι αυτοσυνείδητος, ενώ τα ζώα όχι. Επιπροσθέτως στον "Φίληβο", ο Σωκράτης εκθέτει την αντίληψη ότι "Σοφία μην και νους άνευ ψυχής ουκ αν ποτέ γενοίσθην" δηλαδή νους και σοφία άνευ ψυχής δεν δύνανται να υπάρξουν. Επίσης οι Στωϊκοί φιλόσοφοι, έχοντας δεχθεί επιρροές από την πλατωνική διδασκαλία, δέχονταν ότι η ψυχή αποτελεί τμήμα της αναπόσπαστης ψυχής του Κόσμου. Ακόμη και αυτός ο ορθολογιστής Αριστοτέλης, ο οποίος αντέκρουε τις πλατωνικές ιδέες περί μετεμψυχώσεως και ψυχικής αθανασίας, υπεστήριζε ότι η ψυχή ταυτίζεται με το στοιχείο της ζωής.

Πλατων και Τρισυποστατη Ψυχη
Ο Πλάτων υπεστήριξε ότι η ψυχή είναι τρισυπόστατη, δηλαδή διακρίνεται σε τρία επιμέρους τμήματα. Πρόκειται για το θυμοειδές και επι- θυμητικόν, καθώς και για την ανώτερη ψυχή, η οποία προϋπάρχει της ανθρώπινης γεννήσεως στο γήϊνο πεδίο και επιζεί της μεταστάσεώς της. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο Πλάτων, όντας μυημένος,προσέδιδε στην Ψυχή έναν καταφανώς εσωτερικό συμβολισμό, σύμφωνα με τον οποίο η ψυχή απεικονιζόταν ως ένα ζεύγος φτερωτών αλόγων, αγόμενα από τον ηνίοχο. Ο ηνίοχος, που αλληγορικά αντιστοιχεί στον Νου, από κοινού με το λευκό άλογο που αντιπροσωπεύει το θυμικό, προσπαθούν να συμμορφώσουν το μελανό άλογο το οποίο ανταποκρίνεται στο επιθυμητικό, ώστε ευθυγραμμιζόμενο προς τον προορισμό τους, να πορευθούν προς την ουράνια ανάταση, στην οποία οδηγεί η πορεία προς τον μυητικό Όλυμπο. Ακριβώς στο σημείο αυτό πραγματοποιείται σαφής μνεία στις δύο πολικότητες οι οποίες διαπερνούν ολόκληρο το σύμπαν, στη θετική και στην αρνητική δύναμη, η σύνθεση των οποίων άγει και υπηρετεί τον σκοπό της Δημιουργίας.

Σύμφωνα εξ’ άλλου με τον Πλατωνικό διάλογο Τίμαιος", η γένεση της ψυχής του κόσμου ανάγεται στον Ύπατο θεό Δία, στον θεϊκό Τεχνίτη, διαχεόμενη σε ολόκληρη την έκφανση της δημιουργίας.Επιπροσθέτως στη Ζ’ Επιστολή του Πλάτωνος, εκφράζεται η αντίληψη ότι η ψυχή είναι αθάνατη, βρίσκει δε απόλυτη ανταπόδοση για τις πράξεις της μόνο όταν απαλλαγεί από το σωματικό της περίβλημα, οπότε έχοντας καθαρθεί ολοκληρωτικά και εξελιχθεί, μεθίσταται πλέον στα Ηλύσια Πεδία.

Η υπέρτατη αρχή στο Σύμπαν, δημιούργησε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Αστό το βαρυσήμαντο γεγονός υποδηλώνει άλλωστε και η ετυμολογική ανάλυση της λέξεως “Άνθρωπος". Ο Άνω Θρώσκων, αυτός που τείνει θα λέγαμε συμβολικά προς τα πάνω, αυτός που είναι προορισμένος να επιτελέσει το σχέδιο της Ανατάσεως. Δεν θα είχε κανένα νόημα η εξελικτική συνέχεια του Πολιτισμού, δεν θα είχε καμμία σημασία η τάση για πρόοδο και ανύψωση σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτιστικού γίγνεσθαι, εάν τα πάντα ήταν φθαρτά, εφήμερα, παροδικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Οι φυσικοί νόμοι διδάσκουν ότι τίποτε δεν πεθαίνει, απλά όλα μεταβάλλονται. Όπως προαναφέρθηκε, ο ψυχικός παράγοντας και η αείζωη ιδιότητα - ποιότητα αυτού, αναδείχθηκε μέσω των αρχέγονων μυστηριακών θεσμών. Ο βαθύτερος σκοπός των μυσταγωγικών θεσμοθεσιών ήταν η δια τελετουργικών πράξεων Αφύπνιση του Εσώτερου, Αθάνατου, Εαυτού, η ψυχική και πνευματική ανάταση, ο εξαγνισμός και η ανύψωση στον Μυητικό Όλυμπο με στόχο την κατανόηση του ανθρωπίνου προορισμού και τη βαθμιαία επίτευξη της αυτογνωσίας. Τα Ελευσίνια, όπως και όλα τα πανάρχαια Ελληνικά Μυστήρια, δίδασκαν δια της αλληγορίας και των συμβολισμών ότι η Ζωή εκδηλώνεται κατά περιοδικό τρόπο άλλοτε στο γήινο επίπεδο, δια της παρουσίας της Περσεφόνης στον κόσμο των ζώντων, και άλλοτε στον κάτω κόσμο, στο πεδίο των ψυχών δια της παρουσίας της στο βασίλειο του Άδη.

Η αληθινή ευτυχία δεν συνίσταται στην απόκτηση απλά ορισμένων υλικών αγαθών, είναι συνυφασμένη με την εμπέδωση ορισμένων ψυχικών αρετών και εσωτερικών ιδιοτήτων, μεταξύ των οποίων διακρίνουμε το θάρρος, την ευθύτητα στον χαρακτήρα και την ευφυΐα, σύμφωνα με τον διάλογο "Ευθυδημος"Ύου Πλάτωνος (279 Α).

Ίσως βέβαια να υποστηριχθεί η άποψη ότι η ευτυχία στο εξωτερικό επίπεδο διακόπτεται από το οριακό γεγονός του θανάτου, το οποίο νεκρώνει κάθε βιολογική διεργασία του ζώντος οργανισμού. Ωστόσο, όμως, ο κατά τον Πυθαγόρα Γεωμέτρης του Σύμπαντος, ο οποίος έθεσε τα πάντα σε τάξη ηπως επιμαρτυρεί ο Πλάτων στον διάλογο "Φιληβος" (62 Α-Γ). μερίμνησε ωστε η αδιάκοπη εναλλαγή θανάτων και γεννήσεων να προσδίδει στην εξελικτική πορεία της ύλης, μία συμβολική συνέχεια, μία αέναη ανακύκλωση.

Η ψυχή στο αιώνιο ταξίδι της, ακολουθώντας τον Θεό και περιφρονώντας αυτό που άτοπα ονομάζουμε όντα και σηκώνοντας το βλέμμα της προς το μόνο πραγματικό Ον, το είχε θαυμάσει και ξαναθυμάται αυτό που είχε δει, υποστηρίζει ο Πλάτων στον "Φαιδρό", κάνοντας λόγο για τα Αιώνια Αρχέτυπα. Τι επιζητεί όμως η ψυχή. εδραζόμενη εντός της ύλης; Αναμφίβολα επιζητεί το νοητό Αγαθό, το οποίο μόνο μέσα στον Απόλυτο κόσμο των ιδεών ανευρίσκεται. Στην αρχή της εργασίας αυτής υποστηρίχθηκε ότι σύμφωνα με τις αρχέγονες αρχαιοελληνικές μυστηριακές αντιλήψεις, το πνευματικό στοιχείο και η ψυχή ζωτικοποιούν την ύπαρξη. Αυτή ακριβώς η αντίληψη ενυπάρχει αυτούσια στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σύλληψη όπου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στο έργο του "Περί Ψυχής" (Α,2, 4030) υποστηρίζεται ότι η ψυχή παρέχει στο ζωντανό ον εντός του οποίου εισέρχεται, την εμψυχωτική κίνηση και την αίσθηση. Η δε ψυχή του Κόσμου, τυγχάνει αλάνθαστη, όπως προκύπτει από τους "Νόμους" του Πλάτωνος (X, 898).

Ποιες είναι όμως οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την Ψυχή; Η Ψυχή κατ’ αρχήν είναι αόρατη, νοητή και θεία διατείνεται ο μυσταγωγός Πλάτων στο "Φαίδωνα" (80 Β).Διάνοια και Ψυχή βρίσκονται σε άμεση συνάφεια. Μέσω της γυμναστικής και του χορού, η ψυχή επιδιώκει να εμφυτεύσει τους αμετάβλητους και ακατάβλητους νόμους της Αρμονίας εντός του σώματος το οποίο εμψυχώνοντας καλείται παράλληλα και να διαπλάσσει. Ας προσέξουμε την υψηλή αντίληψη της πλατωνικής διδασκαλίας για τον καθο- δηγητικό ρόλο που ασκεί η ψυχή, μία αντίληψη η οποία δικαιολογείται, βρίσκοντας άλλωστε την ιστορική της δικαίωση μέσα από την ανωτερότητα του ίδιου του Ελληνικού Πολιτισμού. Μέσα από τήν ύψιστη εμπειρία της πνευματικής καθοδηγήσεως του σώματος, καθίσταται αντιληπτή η ηγεμονική φύση της ψυχής.

Γιατί όμως η ψυχή ενσαρκώνεται στην ύλη; Στο καίριο αυτό ερώτημα, προηγήθηκε η απάντηση, υποστηρίζοντας ότι μέσω των διαδοχικών ενσαρκώσεων η ψυχή σταδιακά τελειοποιείται, δηλαδή φροντίζει για τον εαυτό της, όπως αποφαίνεται ο Πλάτων στην Απολογία του Σωκράτους, στον Φαίδωνα αλλά και στους Νόμους. Παράλληλα, όμως, ο Πλάτων στον "Φαίδρο" (246 Β) μας αποκαλύπτει και έναν άλλο επιπρόσθετο και εξ’ ίσου σημαντικό ρόλο που ωθεί την ψυχή στην διαδικασία της ενσαρκώσεως. Η Ψυχή είναι επιφορτισμένη να εμψυχώνει αυτό που είναι στερημένο από ψυχή, δηλαδή εμψυχώνοντας τον προηγουμένως άψυχο άνθρωπο, του παρέχει τη δυνατότητα να ανυψωθεί στη Θεϊκή τάξη, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Ύπατου Δημιουργού, έχοντας μέσα του πλέον εμφωλεύσει ο σπινθήρας του Θείου Πνεύματος.

Πηγή: 'Απολλώνιο Φως', Ενθετο Νο 1, Ιωάννης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Αναρτήθηκε από:
Τρέλα είναι απλά μια άλλη μορφή της συνείδησης 

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω 

Η Νοσταλγία της ευγένειας

http://gerasimos-politis.blogspot.com/2011/10/blog-post_08.html#.T-tF4JHzrTA

Η Νοσταλγία της ευγένειας

Γεράσιμος Πολίτης 2011-10-08T00:44:00+03:00
Η Νοσταλγία της ευγένειας,αγένεια, αδιαφορία, Αρετή, ευγένεια, ηθική, κοινωνία, νοσταλγία


Πώς τόσο αιφνιδίως χάθηκε η ευγένεια τριγύρω και αναμεταξύ μας; Μα, πού πήγε η αιδημοσύνη; Την τρομερή αλλαγή πιστοποιούμε ακόμα κι εμείς οι για την ώρα κάπως νεότεροι, εμείς που δεν γνωρίσαμε παρά μόνον ορισμένες ύστατες εκδηλώσεις της: την τήρηση κάποιων προσχημάτων, το παλιό καλό τακτ, την ακρίβεια στα ραντεβού, τον πληθυντικό αριθμό, την αυτονόητη παραχώρηση θέσης, τις ώρες κοινής ησυ­χίας, έννοιες όπως κοσμιότητα και κομψότητα, τις μικρές επισημότητες και τα ανώδυνα εθιμικά πρωτόκολλα την αναμονή και την πρόποση στο τραπέζι, τις φιλόφρονες συ­στάσεις, το κράτημα της θύρας τη σεμνολογία και τη χαμηλοφωνία, την υπομονή στον διάλογο και παντού, την τάξη στη σχολική αίθουσα, την ευπρέπεια στους δημόσιους χώρους, τη μειλίχια οδήγηση, την ιπποσύνη προς τις γυναίκες -και όχι μόνο, την χείρα βοηθείας, τον εξυπηρετικό μπάρμαν, το «από καλή οικογένεια», το «με συγχωρείτε», το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «με τις υγείες σας», το καλωσόρισμα και την κατευόδωση, το «χαίρετε» στο ασανσέρ, το αγουροξυπνημένο χαμόγελο, την ερυθρίαση, την αμηχανία, τον ξερόβηχα.

Κανείς δεν διανοείται να ισχυριστεί ότι «παλιά» οι άνθρωποι ή οι Έλληνες ήταν «κα­λοί» και ότι σήμερα «χάλασαν». Το ότι, όμως, ο μακαρισμός του παρελθόντος αποτελεί αναμφίλεκτη ιστορικο-εθνολογική σταθερά ή το ότι η ποιότητα ζωής, η ομορφιά, η χαρά, η τιμή, το νόημα είναι έννοιες μη μετρήσιμες δεν σχετικοποιεί ούτε υποβαθμίζει κατ' α­νάγκην μια διαπίστωση που κάνει λόγο για εμφανή ποιοτική φθίση ενός είδους ή γένους. Ο Unamuno, «προοδευτικός της παράδοσης», παρατηρεί το 1910: «Πάντοτε υπήρχε όχλος, δεν χωράει αμφιβολία. Όμως, μου φαίνεται ότι ο όχλος άλλων καιρών ήταν πιο σεβαστικός απ’ τον σημερινό, ότι ήξερε να αγνοεί και να σέβεται εκείνους που ήξεραν περισσότερα απ' αυτόν». Εξέλιξη δεν θα πει βελτίωση. [Ούτε στάση θα πει συντήρηση]. Σε κάθε στερεότυπη ελεεινολόγηση σοβεί η πεποίθηση μιας αχρείαστης μεταλλαγής, ενός επιπόλαιου αφανισμού, μιας αυτοκτονικής πτώχευσης. Ο εφησυχασμός, λοιπόν, στην αλήθεια ότι αρχαιόθεν οι πρεσβύτεροι ελεεινολογούν τους νεότερους παραβλέπει την ισότιμη αλήθεια ότι ορισμένες άξιες δεν διαρκούν αιωνίως και ότι με την ελάχιστη φροντίδα μπορούμε ν' αποτρέψουμε τη μη αναστρέψιμη στρέβλωση ή τον οριστικό χαμό ενός πράγματος, του οποίου τη ζωτική α­νάγκη επίκειται να νοσταλγήσουμε σφόδρα αμέσως ή αργότερα, πάντως υπερβολικά αρ­γά. Κάναμε π.χ. τα περιβόλια μας πολυκατοικίες και σήμερα στενάζουμε που δεν υπάρχει πράσινο.

Φαίνεται οι κακουχίες γαλουχούσαν τα άτομα και τις κοινωνίες σ' ένα είδος ολιγάρ­κειας, επισφάλειας κι ευαλωτότητας που τρόπον τινά εξομοίωνε ως έναν βαθμό τις τύχες κι εκδημοκράτιζε ως άλλον βαθμό τις προσ­δοκίες, έτσι που να μην αποσυνδέεται, και μάλιστα σχεδόν εντελώς, όπως στη σημερι­νή εποχή, η υπαρξιακή μας διάσταση από την κοινωνική, ο αυτοσεβασμός από τον αλληλοσεβασμό, η μέριμνα για το εγώ από το ενδιαφέρον για τους άλλους.

Κι επειδή ο όρος «ευγένεια» παραπέ­μπει πρωτίστως στην κληρονομική αβρότη­τα μιας εξίσου κληρονομικής αριστοκρατίας, η οποία δεν στερείται τόσα ώστε να μην προλαβαίνει ν' ανατραφεί επισταμένως: Μο­λονότι η μόρφωση αποτελούσε στην ιστο­ρία πολυτελές κεκτημένο ή ακόμα και ιδεώδες των ολίγων, η αφελής έγνοια και η συλ­λογική απαίτηση για μια «καθωσπρέπει» παρουσία αρκούσαν συχνά για ν' αντισταθμί­σουν την ανυπαρξία ή στέρησή της. Πλέον, στις μέρες μας της υποχρεωτικής πια εκπαί­δευσης και του αμελητέου αναλφαβητισμού, τα ταπεινά κοινωνικά στρώματα έχουν απολέσει σχεδόν εξ ολοκλήρου το φιλότιμο που ενέπνεαν άλλοτε η λιτότητα και ο κίν­δυνος, μιμούμενα την υλοφροσύνη των τα­ξικών τους εχθρών (και κρυπτοπροτύπων), υπερακοντίζοντάς τους σε ζήλο και απερισκεψία. Το ίδιο συνέβη και στη χώρα μας, το ταπεινό κοινωνικό στρώμα της Ευρώπης: ένας πάλαι ποτέ υπερήφανος λαός, μαζί με τα άλλα, έχασε με τον καιρό και οικειοθελώς την υπερηφάνεια, την ευγένεια, την αξιοπρέ­πειά του. Ίσως αμετακλήτως. Το βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα: στους ανήθικους και ανερυθρίαστους πολιτικούς στους εγωκεντρι­κούς και άξεστους πολίτες.

Η αγένεια προδίδει, εκτός από κρετινισμό κι έλλειψη αυτοεκτίμησης, νοσούσα ανθρωπολογική και πολιτική στάση. Από τη μία, ο ανάγωγος άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πόσο η έμπρακτη προσκόλληση στον εαυτόν του τον απομονώνει, υπονομεύοντας σε βάθος χρόνου όλα όσα ο ίδιος επιδιώκει, αφού δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ηδονή εκεί που απουσιάζει η στοιχειώδης κοινωνι­κή αποδοχή και μετοχή. Από την άλλη, λη­σμονεί, πάνω απ' όλα, ότι η αναγνώριση της ισότητας συνιστά προϋπόθεση και της εύρυθμης και της εύμορφης διαβίωσης ότι, σε τελική ανάλυση, θερίζουμε ό,τι σπέρνου­με και ότι, με την ανοχή και τη συμβολή μας στην αναίδεια, καθιστούμε τον βίο και τον χώρο μας όλο και πιο αφιλόξενο για εμάς και τους δικούς μας. Δημιουργούμε και εγκα­θιδρύουμε, κοντολογίς, ένα περιβάλλον χω­ρίς ανθρωπιά, σέβας, ηθική και, εν τέλει, αξιο­πρέπεια («στην ηθική δεν υπάρχει τίποτε άλλο έκτος από το αίσθημα της αξιοπρέπειας» - Alain), ένα περιβάλλον μέσο και μακροπρόθεσμα αβιώσιμο. Η αδιαφορία μας για τον άλλο ως πρόσωπο, αν ιδωθεί σε μαζική κλί­μακα, δεν είναι παρά η εχθρική αδιαφορία των άλλων προς το πρόσωπό μας, αφού για τους άλλους εμείς είμαστε οι άλλοι.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο σημερινός μέσος Έλληνας είναι αγενής. Την ίδια στιγμή, πολλά δεινά που ολοένα και δριμύτερα καταλογίζουμε στους άλλους έχουν τη ρίζα τους όχι μόνον στην ευγένεια που τόσο απότομα εξέλιπε αλλά και στην έλλει­ψη νοσταλγίας της. Η αλγεινή ανάμνηση μιας αξίας, όταν αυτή δεν έχει τελεσίδικα παρέλ­θει, ενδέχεται με μαγικό αλλά και ευφυή τρόπο να την αναβιώσει. Έτσι, η πάση θυσία διατήρηση, εμφύσηση, επίκληση, διάδοση ή επαναφορά των καλών τρόπων στα μικρά παιδιά, στις νέες γενιές, δεν είναι ύποπτος αναχρονισμός, αλλά ευφυής ηθική επένδυση κοσμοϊστορικής σημασίας για τον χαρακτήρα της προσεχούς ζωής. Οφείλουμε να έχουμε μονίμως κατά νου ότι στις οικογένειες και τις κοινωνίες μας δεν γεννιούνται απλώς νέοι άνθρωποι, αλλά σ' αυτές πλάθονται νέοι τύποι άνθρωπου. Κι επειδή, από μία άποψη, πάντοτε στο βάθος παραμένουμε μικρά παιδιά, ικανά να μην κατανοούμε το καλό μας, επείγει για τους μεγαλύτερους, όπου και αν βρίσκονται, η με κάθε μέσο και τρόπο διεκδίκηση της ευγένειας, εδώ που καταντήσαμε, έστω και αρχικά τυπικής ή υποκριτικής, σαν εκείνη των νεοαστών που κεραύνωνε ο L. Bloy. Είναι πολύ προτιμότερη. Η μέσω συστάσεων, ήτοι προσβλητικών υπενθυμίσεων του αυτονόητου, όπως αυτή να στεκόμαστε δεξιά στις κυλιόμενες κλίμα­κες του Μετρό για να μπορούν να διέρχονται οι συνάνθρωποί μας. Και όλα αυτά, μπας και (ξανα)γίνουμε στοιχειωδώς «τρυφεροί ο ένας με τον άλλον, καθώς οι θλίψεις μας είναι ίδιες» (J. Swift).

Πηγή: Κώστας Βραχνός Διδάκτωρ φιλοσοφίας, http://www.alopsis.gr

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Το χαμόγελο του ξένου της Μηλέβας Α. *

http://www.onestory.gr/post/25884018853

_ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ

της Μηλέβας Α. *
.
“Θα μου πείτε σας παρακαλώ τι ώρα είναι;” ρώτησε η Άννα ευγενικά, αγνοώντας την απρόσωπη φωνή της γυναίκας στην άλλη πλευρά της γραμμής, που συνέχιζε να επαναλαμβάνει μηχανικά την ώρα. 
“Δεν σας άκουσα καλά. Μήπως θα μπορούσατε να επαναλάβετε;” ρώτησε για άλλη μια φορά στον ίδιο ευγενικό τόνο, χωρίς να δίνει σημασία στο γεγονός ότι μιλάει σε αυτόματο τηλεφωνητή.
“Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι επτά και τρία λεπτά ακριβώς.” 
“Σας ευχαριστώ πολύ. Είχα την εντύπωση πως άργησα στη δουλειά μου γιατί δεν δουλεύει το ρολόι μου. Πρέπει να αλλάξω μπαταρίες φαίνεται.”
Χωρίς να περιμένει απάντηση κατέβασε βιαστικά το ακουστικό κι έτρεξε να φτιάξει ένα γρήγορο καφέ, πριν ετοιμαστεί για τη δουλειά.
Στο ασανσέρ, συνάντησε το γείτονα του διπλανού διαμερίσματος.
“Καλημέρα σας. Όλα καλά με την οικογένεια;”
Ο γείτονας της έριξε μια υποτιμητική ματιά ανάμεικτη με μια στάλα ειρωνείας.
“Καλημέρα” της απάντησε τελικά βαριεστημένα και γύρισε το πρόσωπό του προς την πόρτα του ασανσέρ, σε μια προσπάθεια να διακόψει κάθε περαιτέρω συζήτηση.
Λίγο αργότερα, η Άννα έκανε μια στάση στο περίπτερο της γειτονιάς της για να αγοράσει τσιγάρα.
“Δεν είμαι σίγουρη πια μάρκα να προτιμήσω σήμερα. Έχετε κάτι να μου προτείνετε;”
Ο περιπτεράς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους, χωρίς να μιλήσει. Της έδωσε ένα κόκκινο πακέτο τσιγάρα και χτύπησε στα γρήγορα την απόδειξη.
“Δεν είναι άσχημη ιδέα, θα σας πω αύριο τις εντυπώσεις μου” σχολίασε ενθουσιασμένη η Άννα, γνέφοντας στον περιπτερά, που επιμένοντας στη σιωπή του, κοίταζε ήδη τον επόμενο πελάτη.
“Σας ευχαριστώ πολύ”
“Μου δίνεις σε παρακαλώ το συρραπτικό;”
“Μπορείτε να μου εξηγήσετε άλλη μια φορά το πρόβλημά σας;”
“Πώς μπορώ να βοηθήσω;”
“Έναν καπουτσίνο πολύ - πολύ γλυκό.”
“Νομίζω πως πρέπει να φωνάξουμε τον τεχνικό.”
“Καλό απόγευμα.”
Η μέρα πέρασε γρήγορα στη δουλειά. Η Άννα γύρισε στο άδειο σπίτι. Δεν τα πήγε κι άσχημα σήμερα. Η μέρα πέρασε ευχάριστα. Κι είναι πάλι βράδυ, και το σπίτι είναι πάλι άδειο κι η θέα από το ανοιχτό παράθυρο είναι πάλι το ίδιο καθηλωτική. 
Όλη η καλή διάθεση που κουβαλούσε από το πρωί της φάνηκε ξαφνικά φορτίο βαρύ, δυσβάσταχτο. Άνοιξε το παράθυρο και την πέταξε έξω με δύναμη, μαζί με το τελευταίο χαμόγελο της ημέρας. Κάθισε στο καναπέ και ξέσπασε σε λυγμούς. 
Άναψε το τελευταίο τσιγάρο της ημέρας και κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη. Έστρωσε τα μαλλιά της κι αφού έπλυνε τα δόντια της, έβαλε τις πιτζάμες της κι έπεσε για ύπνο.
Η Άννα λέει ότι δεν θέλει πολλά. Δεν θέλει αγάπες και λουλούδια. Θέλει μόνο κάποιον να την ακούει και να της απαντάει ευγενικά. Έναν καθρέφτη όπου θα αναγνωρίζει τον καλύτερο εαυτό της. Γιατί μερικές φορές ξεχνάει ότι υπάρχει. Και τότε νιώθει την ανάγκη να της υπενθυμίζουν την ύπαρξή του. 
Το επόμενο πρωί, πηγαίνοντας στην δουλειά, σταμάτησε στο φανάρι. Ο ξένος της χτύπησε το τζάμι διακριτικά, διακόπτοντας την πρωινή της ονειροπόληση. 
“Σ’ ευχαριστώ πολύ” του είπε χαμογελώντας, ενώ του έδινε τα ψιλά που βρήκε στην τσέπη της με αντάλλαγμα ένα κουτί χαρτομάντιλα.
Ο ξένος της χαμογέλασε.
Και στα μάτια του αντίκρισε την εικόνα της. Σαν να βρήκε για λίγα δευτερόλεπτα τον καθρέφτη που έψαχνε, να αντανακλά τον καλύτερο εαυτό της. 
Άναψε το πράσινο κι η Άννα ξεκίνησε με γεμάτη καρδιά άλλη μια μέρα της ζωής της. 
“Κάπως έτσι θα ένιωθαν τα αυτοκίνητα, όταν βάζεις καύσιμα, αν μπορούσαν να νιώσουν” σκέφτηκε η Άννα.
Το καύσιμο της Άννας ήταν προφανώς τα χαμόγελα. 
Πριν πάει στη δουλειά, έκανε μια στάση στο περίπτερο. 
“Αυτά που δώσατε χθες ήταν πολύ καλά. Αυτά θέλω και σήμερα” είπε χαρούμενα.
Ο περιπτεράς δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. Της έδωσε ένα πακέτο στα γρήγορα και βαριεστημένα εξυπηρέτησε τον επόμενο πελάτη.
Η Άννα δεν πτοήθηκε. Το ντεπόζιτο ήταν ακόμα γεμάτο με το χαμόγελο του ξένου.
.
Η Μηλέβα Α. είναι γιατρός κι όταν ξεχειλίζει από φαντασία αναγκάζεται να γράφει. Ευτυχώς αυτό δεν συμβαίνει και πολύ συχνά, αφού συνήθως η πραγματικότητα ξεπερνά σε ευρηματικότητα την φαντασία της. Το πρώτο της μυθιστόρημα “Τσίχλες και νεραϊδόσκονη” έλαβε έπαινο από την Π.Ε.Λ. τον Φεβρουάριο του 2012. Όταν έχει όρεξη, διηγείται τις περιπέτειές της στην φανταστική χώρα της Χαπιλάνδης (happiland.wordpress.com).

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Το παρκέ της γιαγιάς του Φίλιππου Γαλιάσου *

http://www.onestory.gr/post/25953812144

_ΤΟ ΠΑΡΚΕ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

του Φίλιππου Γαλιάσου *
.
Κωλόπαιδο του κερατά ήταν εκείνη την εποχή. Είχε αλλάξει τρία σχολεία λόγω διαγωγής και φίλους δεν είχε. Κλοτσούσε τα τενεκεδάκια φεύγοντας από το δημοτικό σε όλη τη διαδρομή προς το σπίτι του. Την έσπαγε στους διερχόμενους γιατί ακόμα και να κατάφερνε να μη τους πετύχει ο εκκωφαντικός ήχος από ένα χιλιοτσακισμένο τενεκεδάκι αναψυκτικού έσπαγε τα νεύρα ακόμα και στον πιο ζεν τύπο. Του άρεσε αυτό και έτσι έκρυβε πίσω από ένα πεύκο το τενεκεδάκι του καταφθάνοντας στο σπίτι. Θα το είχε για την κλοτσοπατινάδα της επόμενης μέρας. Τότε δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για το διάβασμα του σχολείου. Μόνο να παίζει μπάλα ,να τσακώνεται με τους συμμαθητές του και να κάνει επισκέψεις στο σπίτι της γιαγιάς του ήθελε. Αγνός άνθρωπος η γιαγιά του, από εκείνους που η κακία δεν υπήρχε ούτε στη σφαίρα του φανταστικού. Τον τρατάριζε και ένα φοντάν με ολόκληρο φουντούκι μέσα και τον είχε δικό της. Το αγαπημένο της εγγόνι. Το σπίτι ξεκινούσε με ένα μπόλικο προθάλαμο ο οποίος οδηγούσε στο σαλόνι και στον διάδρομο προς τα κύρια δωμάτια του ύπνου και της κουζίνας. Χωλ το λέγανε. Του έκανε εντύπωση αυτή η λέξη και θεωρούσε ότι η γιαγιά του δεν την ήξερε καλά γι’ αυτό την έλεγε μισή. Μισή λέξη που πριν αρχίσει τελείωνε και μάλιστα σε σύμφωνο. Αφού ξερογλείφονταν από το σοκολατάκι έδινε στη κυρά Ειρήνη το χαρτάκι και πήγαινε καρφί στο σαλόνι. Ο παππούς, αμέτοχος κοιτούσε τηλεόραση, γυρνούσε το κεφάλι του και τα γαλάζια του μάτια προς το μέρος του εγγονού και τον χαιρετούσε. «Πως πήγε το σχολείο σήμερα;» ήταν η πρώτη και μοναδική ερώτηση που του έκανε. Μετά ξαναγύρναγε το κεφάλι του στην ασπρόμαυρη οθόνη και η ζωή συνεχιζόταν. Ήταν ήσυχοι άνθρωποι οι δύο τους. Ακόμα και τώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις και εκείνοι τραμπαλίζονται στα συννεφάκια δεν έχει αποφασίσει αν αγαπήθηκαν ποτέ τους. Πέρασαν όμως μαζί την κατοχή και έθαψαν μια κόρη. Αυτό από μόνο του δημιούργησε ένα τέτοιο πλαίσιο που κάμποσοι πλέον στους καιρούς μας μεταφράζουν και ως αγάπη. Τότε ήταν μονόδρομος. Παντρευόσουν, έκανες οικογένεια και έπρεπε να τα φέρεις βόλτα. Αυτό ήταν, τελεία και παύλα. Ε, τώρα αν τύχαινε και ήσουν και ερωτευμένος τόσο το καλύτερο. Δεν ήταν όμως απαραίτητο. 
Η γιαγιά λοιπόν είχε μια απίθανη για την ηλικία της ποσότητα μαλλιών. Τόσο σε πυκνότητα όσο και σε μήκος. Και το φοβερό ήταν ότι μιλάμε για μαύρο σα κατράμι μαλλί. Κάποια πρωινά που αυτός είχε τύχει να ξυπνήσει στο σπίτι της, την παρατηρούσε να στριφογυρίζει σε μια μοναδική πλεξούδα τον μαύρο της τρίχινο καταρράκτη πριν αυτός εξαφανιστεί τελικά μέσα σε ένα ταπεινό φιλεδάκι αγορασμένο από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί κάτι τόσο όμορφο και ιδιαίτερο έπρεπε να καμουφλαριστεί τόσο άτσαλα. Ήταν σα να ντρέπονταν που ο χρόνος ήταν τόσο επιεικής με τα μαλλιά της. Σα να προσπαθούσε να κρυφτεί από δαύτον για να μη τη βρει και μετατρέψει το κεφάλι της σε ένα κατάλευκο μαλλιοκούβαρο. Μπορεί να μην αισθανόταν και άνετα με τις συνομήλικες της στα απογευματινά τους σουαρέ. Άντε τώρα να εξηγεί ότι δε πέρασε κανένα μαυροζούμι στις τούφες της ή δεν έφαγε κάποιο μαντζούνι. Και πάλι βέβαια μέσα από το πυκνοφτιαγμένο φιλεδάκι μπορούσες να ρίξεις μια ματιά στο χρώμα. Δεν είχες όμως ολόκληρη την εικόνα με τις ολόισιες μαύρες τούφες που κατρακυλούσαν έως τη ζώνη της ρόμπας της. Όπως και να είχαν τα πράγματα, από φόβο προς τις φίλες της, από κρυφτούλι με τον χρόνο, από ατόφια μετριοφροσύνη η γιαγιά ξεγέλασε τελικά το χρόνο σε ότι αφορούσε την τριχοφυΐα της αλλά δε τα κατάφερε το ίδιο καλά με το χάρο τον ίδιο ο οποίος ένα απόγευμα Παρασκευής κατέβηκε ή για την ακρίβεια ανέβηκε έως το δωμάτιο που ήταν ξαπλωμένη και της ξερίζωσε την ανάσα.
Δεν ήταν εκεί να της κρατήσει το χέρι. Δε πρόλαβε να τη χαιρετήσει. Δε κατάφερε να ακούσει την τελευταία λέξη από εκείνη, ούτε να ακούσει την τελευταία της πνοή. Ήταν ήμερη; Ήταν κλάμα; Ήταν βογγητό; Πήρε μαζί της εκείνο τον τελευταίο ήχο καθότι πέθανε μόνη. Του στοίχισε, όπως μου είπε σε εκείνες μας τις βραδινές κουβέντες. Του στοίχισε ο θάνατος της γιαγιάς γιατί εκτός της αγάπης που της έτρεφε, την ένιωθε σα την καλοσύνη την ίδια. Μια μετριοφροσύνη αγκαλιασμένη με την ανυπαρξία υστεροβουλίας. Ήταν η παιδικότητα η ίδια αυτή η γιαγιά. Με αυτό της το τελευταίο ταξίδι η γιαγιά πήρε μαζί της όλα αυτά και ο φίλος μου έπρεπε να ψάξει να την συναντήσει ξανά. Πήρε μαζί της αυτόν τον ήχο και άφησε όλους τους υπόλοιπους για να τη θυμάται κανείς. Όπως τα χρατς και χρούτς από το ξεχειλωμένο της φιλέ στην προσπάθεια της να βολέψει τη κόμη της, όπως το κουδούνισμα από τα φοντάν μέσα στο ξύλινο μπολ των κερασμάτων που ακόμα και σήμερα, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, διατηρεί το σοκολατένιο άρωμα των λιχουδιών που έκρυβε. Μου έλεγε ότι όποτε σήκωνε το καπάκι αυτού του άδειου πλέον δοχείου, ήταν σα να άκουγε και πάλι εκείνο το κουδούνισμα. Μετά, αρώματα σκόρπιζαν μέσα στις καλά φυλαγμένες του μνήμες έως ότου έκλεινε και πάλι το καπάκι. Το κουδούνισμα ήταν η εντονότερη μνήμη γιατί έφερνε μπροστά του και πάλι τη γιαγιά που αγάπησε, κραδαίνοντας μπροστά του τα κεράσματα και λέγοντας του έτσι ότι μπορούσε να φάει όσα ήθελε. Είχε πολλά και απόδειξη αυτού ήταν ο ήχος από το σοκολατοκουδούνισμα.
Τώρα θα με ρωτήσεις τι σχέση μπορεί να έχει ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου με όλα αυτά. Θα έλεγα αρχικά ότι αυτή είναι μια δίκαιη ερώτηση αλλά δε θα ήθελα αυτός ο ενικός που ξεκινήσαμε να είναι και η αφορμή για μια τέτοια ανυπομονησία. Όπως και να έχει πάντως οφείλω μια απάντηση. Ολοκληρώνοντας την περιγραφή του σπιτιού των παππούδων του θα αναφέρω ότι από τα δυο δωμάτια στα οποία οδηγούσε ο διάδρομος το ένα λειτουργούσε ως υπνοδωμάτιο ενώ το άλλο ως καθημερινό. Εκεί βρίσκονταν ο παλιός καναπές, η ασπρόμαυρη τηλεόραση, η κλεισμένη στη μέση ροτόντα και δύο ξύλινες καρέκλες επενδυμένες με πράσινο βελουτέ ύφασμα. Σε αυτό το δωμάτιο βολεύονταν και αυτός, καθισμένος στη μια καρέκλα, κάνοντας πέρα δώθε τις πατούσες του, που ακόμα δεν έφταναν στο πάτωμα, μασουλώντας τα κεράσματα του. Αυτό το δωμάτιο είχε επίσης και δυο ζευγάρια μάλλινα πατάκια για τους καλεσμένους τα οποία ήταν παρκαρισμένα στην είσοδο του δωματίου, εκεί δηλαδή ακριβώς που ξεκινούσε το παρκέ. Άψογα συντηρημένο λουστραρισμένο ξύλινο πάτωμα το οποίο με την πρώτη επίσκεψη του παππού στην τουαλέτα μετατρεπόταν σε ένα έξοχο παγοδρόμιο. Με το που έκλεινε ο παππούς την πόρτα, αυτός με ένα πήδο βρισκόταν από την καρέκλα στα μάλλινα πατάκια. Αυτή ήταν η πιο ευχάριστη στιγμή της επίσκεψης . Η γιαγιά τις περισσότερες φορές τον κοίταζε και είτε δεν έλεγε τίποτε ή ίσα που κατάφερνε να ψελλίσει ένα «πρόσεχε βρε». Δεν ήθελε να του κόψει τη φόρα και τη χαρά. Τον έβλεπε να τρέχει στο διάδρομο για να πάρει φόρα, να καβαλάει τα πατάκια και να τσουλάει ως την άλλη άκρη του δωματίου για να επιστρέψει και πάλι στην αφετηρία με την ίδια μέθοδο. Ένα ταχύτατο πέρα δώθε που εκτυλισσόταν παράλληλα με την εκτόνωση της συχνοουρίας του παππού. Έως τη στιγμή που ένας ήχος από καζανάκι θα παρέσερνε μαζί του στη δίνη της λεκάνης και το αναψοκοκκίνισμα του πατιναρίσματος. Πηδούσε πίσω στην καρέκλα σαν καλό και άγιο παιδί λοξοκοιτάζοντας στην πλευρά του διαδρόμου τον παππού να σηκώνει το φερμουάρ του παντελονιού του σιγοψιθυρίζοντας ναυτικές βρισιές. Σιχτίριζε την τύχη του να πρέπει να βγάζει θάλασσες ούρων κάθε ώρα στερώντας του έτσι τις ειδήσεις και τις σειρές που χάζευε στην τηλεόραση. 
Μια μέρα που έκανε την επίσκεψη του μετά το σχόλασμα του σχολείου, ο παππούς έλειπε για ψώνια στη λαϊκή. Αυτή ήταν και η μέρα του τελευταίου του πατινάζ πάνω στο παρκέ. Με το που του είπε η γιαγιά ότι ήταν μόνη της αυτός έκανε σαν αφηνιασμένο άλογο. Ούτε τα κεράσματα δε πρόλαβε να φάει. Πήγε τρέχοντας μέσα στο καθιστικό και καβάλησε τα πατάκια. Απαντούσε σκόρπια ναι και όχι στις ερωτήσεις τις γιαγιάς και προσπαθούσε να σπάσει το φράγμα του ήχου. Και με το ποδήλατο είχε αυτό το χούι. Δεν υπήρχε κατηφόρα στη γειτονιά που να μη την είχε γλύψει με το ποδήλατο του. Με το παρκέ όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ήταν πιο γλυκιά η ταχύτητα και αυτό ίσως συνέβαινε λόγω του παράνομου και μιας σιωπηρής συνομωσίας με τη γιαγιά του. Ήταν και η λάμψη του βερνικιού που την τόνιζε το φώς που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα που οδηγούσε στη μια και μοναδική βεράντα του σπιτιού. Ήταν σχεδόν μαγικό. Εκείνη τη μέρα λοιπόν η ταχύτητα του πατινάζ ήταν μεγαλύτερη από την ικανότητα που είχε να φρενάρει. Συνήθως σταματούσε τοποθετώντας το σώμα του πλάγια ή βάζοντας τα χέρια του στην μπαλκονόπορτα ή στον τοίχο. Αυτή τη φορά όμως για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφάσισε να μην εφαρμόσει καμία από αυτές τις τεχνικές θεωρώντας ότι μπορούσε να φρενάρει έτσι όπως φρέναρε ένα κορίτσι στο σχολείο του που έκανε πατίνια, τοποθετώντας κάθετα τα πέλματα της και επιτρέποντας έτσι στο λάστιχο που είχαν τα πατίνια μπροστά να ακουμπήσει στο έδαφος. Η αλήθεια είναι ότι χρόνια μετά αυτό του φαινόταν πολύ χαζή ιδέα γιατί όπως και να το κάνουμε άλλο το πατίνι και άλλο το πατάκι από μαλλί. Το ατυχές ήταν ότι η φαεινή ιδέα του ήρθε στην κατεύθυνση προς την μπαλκονόπορτα η οποία για καλή του τύχη είχε φτιαχτεί με τον τρόπο που φτιάχνοντας στα τότε χρόνια οι μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα. Με μόνο κρύσταλλο. Πρώτα ακούμπησε το κούτελο του πάνω στο τζάμι, μετά πέρασε η μύτη του και στη συνέχεια ακολούθησαν χέρια, πόδια και σώμα. Ένα καταπληκτικός, συνεχόμενος ήχος από αλλεπάλληλες θραύσεις κρύσταλλου με τη συνοδεία της κραυγής της γιαγιάς του ήταν αυτό που του έμεινε από αυτή τη μέρα. Ένα σύντομο ιδιότροπο μουσικό απόσπασμα της ζωής του που τέλειωσε μόνο αφού αυτός έφτασε να κρέμεται από την κουπαστή του μπαλκονιού της γιαγιάς, ευτυχώς από τη μέσα του πλευρά. Το σημάδι κάτω από το δεξί του φρύδι του θύμιζε αυτή τη μέρα αλλά μετά από λίγο καιρό δε του έδινε σημασία. Δε θυμόταν καν ότι είχε ένα τέτοιο σημάδι. Η μελωδία όμως του τζαμιού που έσπαγε σε μεγάλα και μικρά κομμάτια ήταν αυτό που δε ξέχασε ποτέ στη ζωή του. Μια απειρία από πρίμες νότες που παράγονταν από διαφορετικών διαστάσεων σπασμένο κρύσταλλο, με πιο πρίμα αυτήν της γιαγιάς του.
Μετά από αυτό η γιαγιά του δε ξανάβαλε ποτέ πατάκια στο σπίτι και ήταν σαν όλη η χλομάδα που είχε το πρόσωπο της εκείνη τη μέρα να έπεφτε σιγά σιγά πάνω στο παρκέ, θαμπώνοντας το μέρα με τη μέρα. Από τότε ήταν που και η συχνοουρία του παππού του βελτιώθηκε γιατί η δύναμη να μην αφήσει μόνο τον εγγονό του να αλωνίζει στο σπίτι ήταν ισχυρότερη από την πίεση της κύστης του. 
.
Ο Φίλιππος Γαλιάσος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1972. Έχει αποφοιτήσει από το τμήμα επιχειρησιακής έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ) και έχει εργαστεί σε διάφορες εταιρίες ενώ αυτή τη στιγμή απασχολείται σε κατασκευαστική εταιρία ως ελεύθερος επαγγελματίας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με τη συγγραφή μικρών διηγημάτων και ποιημάτων κουσούρι που του έμεινε από τα φοιτητικά του χρόνια που λάτρευε να χτυπάει τα πλήκτρα της γραφομηχανής του πατέρα του.
[ ιστολόγιο ] [ facebook ] [ e-mail ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Απ΄την αρχή χτίζονται τα όνειρα... του Δημήτρη Κολιδάκη *

http://www.onestory.gr/post/25321390914

_ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΧΤΙΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ…

του Δημήτρη Κολιδάκη *
.
Το ποτάμι. Αυτό είναι… Αυτό που τρέχει. Το ανυπόμονο, το βιαστικό. Του νερού… Λάθος! Του χρόνου. Του ανυπόμονου και του ατίθασου. Του ασαγήνευτου και του ψυχρού. Εκτελεστής; Το ψυχρό» τίποτα άλλο δεν μπορεί να είναι. Δήμιος. Επάγγελμα κι αυτό! Υπάρχουν και χειρότερες δουλειές. Βέβαια! Καταδότης. Ουδέτερο με ουσιαστικό. Μπέρδεμα… Δε βαριέσαι. Ξεκινάς και όταν σταματάς για να ανασάνεις είσαι ήδη στα μισά. Στο μεσόδρομο. Και μετά; Και μετά συνεχίζεις με κάτι λίγα ακόμα «καύσιμα». Και κάθε τόσο κοιτάς τα λάδια, τα νερά, τον αέρα στα λάστιχα τα φθαρμένα. Τον «αέρα» στα μυαλά. Στα δικά σου, στων άλλων… Αυτά αν χάσουν δεν γεμίζουν κι αν φουσκώσουν παραφουσκώνουνε. Τίποτα με μέτρο, τίποτα με ζύγι. Που να το βρεις εξ’ άλλου! Ο ένας βγάζει λειψό τον άλλονα. Κανένας σωστός για τον απέναντι και κανένας «απέναντι» όπως τον θέλεις. Και από ψυχοσύνθεση ένα μπέρδεμα. Κουβάρι ξαμολημένο στο δρόμο. Στον έναν από τους πέντε και που να το μαζέψεις. Πού και πώς! Σε παίρνει από κάτω στις ανηφόρες, Σε ανεβάζει στις κατηφόρες… Γιατί έχει και κατηφόρες. Κάποτε χάραξες και συ κάποιους δρόμους, Όταν αντέχανε τα χέρια, όταν βαστάγανε τα πόδια, όταν τα εργαλεία ήτανε ελαφριά στο βάσταγμα. Τότε! Τα μονοπάτια έτσι γίνονται. Τραβάς μπροστά κι ακολουθάνε κάποιοι κι από πίσω. Στα καλά καμωμένα… στα κακά καμωμένα. Εκεί, στα δεύτερα, τους πας στο γκρεμό σου. Στα πρώτα τους φτάνεις στο ξέφωτο. Στη κορφή για ν’ αγναντέψουνε… στο ποτάμι για να ακούσουνε τη μουσική του. Άρπας, κιθάρας κυματισμοί. Φλογέρας ίσως; Μπα… οι νότες είναι ίσες εκεί. Άλλο το φυσηχτό. Διαφορετικό. Βουκολικό. Η χορδή είναι πιο γλυκιά, πιο συναισθηματική. Δεν έχει λέξεις, κουβέντες πολλές. Δεν ξεφεύγεις εύκολα. Χαϊδέματα που γεννάνε συναίσθημα. Πως λέμε «οι χορδές της καρδιάς»! Εκεί μπήκανε οι χορδές και βγάζουνε ακούσματα αιθέρια όταν τα ακουμπίσματα είναι… Άλλο το βιολί και άλλο η τρομπέτα. Καλό και το δεύτερο αλλά σαν το πρώτο…! Άλλο η κραυγή κι άλλο το ψιθύρισμα! Κουβέντα δεν είναι κι ο «ψίθυρος»; Στα ίσια χτυπιέται ο στόχος… στην ευθεία. Οριζόντια ή κάθετα. Αλλιώς πάμε στο «κατά λάθος». Σε υπολογισμούς ατέλειωτους. Και η ζωή άμα τη βάλεις κάτω, πέντε υπολογισμούς σα χρόνος είναι. Πέντε! Σα να βρίσκεσαι σε βαγόνι και να τραβάς! Μέχρι να δεις έξω απ’ το παράθυρο, μέχρι να πάρεις στα πεταχτά έναν ύπνο ήρθε η ώρα να κατέβεις. 
Αξίζει; Αξίζει γιατί όλο και κάτι θα πάρεις! Όλο και κάτι θα δώσεις.
Το ‘δε στο σταμάτημα το τελευταίο, ότι η ανηφόρα ήτανε μεγάλη, κουραστική. Ό,τι περπάτησε περπάτησε. Στρατής και ζωή αντάμα πάντα. Το όνομα βλέπεις! Με όλα μέσα. Με το δάκρυ, με το γέλιο, με τη σκόνη στο μέτωπο. Με όλα! Με τους τριγύρω π’ ακολουθάγανε και με άλλους που παρατήσανε. Απ’ τη κούραση, από ξεστράτημα. Που τον παρατήσανε. Είχε κι απ’ αυτούς. Δεν το ‘θελε αυτός… το θελε ο Άλλος. Ο πιο ψηλά! Εκείνος ήξερε καλύτερα. Έτσι θα ‘τανε. Δεν το ‘ψαξε και πολύ ο Στρατής. Του ‘μεινε ο Θανάσης μόνο. Και ‘κείνος –ο Θανάσης- ξεκίναγε τα δικά του χαράγματα. Καιρός ήτανε. Καλός ήτανε!
-Ξέρεις παιδί μου… Σαν κάτι να ‘δε ο γιος. Σαν κάτι ανήσυχο, της τρικυμίας!
-Τί είναι πατέρα; 
Έβαλε τα κλάματα ο Στρατής. Και πάνω στο δάκρυ έκανε μια κι έβγαλε τα κλειδιά του σπιτιού με το τετράφυλλο να κρέμεται. Του ‘πιασε το χέρι, άνοιξε τη παλάμη ακούμπησε πάνω την αρμαθιά και του ‘σφιξε τα δάχτυλα σφιχτά γύρω της. Για να μην έχει επιστροφή στο δόσιμο, στο χάρισμα.
-Δικό σου το τιμόνι πια!
-Θα το φροντίσω πατέρα σαν και σέν…
-Να το γκρεμίσεις, Θανάση. Μπάζει! Η γη μετράει κι όχι η πέτρα. Απ’ την αρχή χτίζονται τα όνειρα. Απ’ την αρχή κι οι ευτυχίες. Από τη μέση μόνο τα μισά ξεκινάνε. Μόνο!
-Και συ; Και εμείς; Που θα μείνουμε;
Απόκριση δε δόθηκε. Δε μίλησε κανείς μόνο κάτσανε απόμερα -πατέρας και γιος- και κοιτάζανε τους τοίχους τους γκρίζους. Στη ρίζα ασβέστης από το Πάσχα. Μεγάλωσε-πάλιωσε. Το ντουβάρι. Όλα μεγαλώσανε… και τα κορμιά. Το ένα. Όταν κάτι τελειώνει κάτι άλλο αρχίζει. Όχι πάνω στο παλιό. Όχι. Το καινούργιο στο παλιό… παλιό είναι. Την έκανε τη δουλειά του… μετά απλά υπάρχει. Εκτός κι αν δεν το τελειώσεις. Δεν θέλεις να το τελειώσεις. 
Γιατί μετά απλά… θα «υπάρχει»!
.
Ο Δημήτρης Κολιδάκης γεννήθηκε στην Αθήνα με καταβολές από την Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Ναυπηγική, Διοίκηση Επιχειρήσεων καθώς και Ελληνκό Πολιτισμό. Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Έχει εκδόσει δύο μυθιστορήματα: «Η λάμψη μιας αλλιώτικης ζωής» και «Ο ΨΙΘΥΡΟΣ είναι ένα ατέλειωτο μυστικό…». Γραπτά του έχουν αποτυπωθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Έχει διακριθεί σε Διεθνής και Πανελλήνιους διαγωνισμούς αναγνωρισμένων λογοτεχνικών φορέων στον τομέα του Διηγήματος.
[ facebook ] [ e-mail ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

ΜΑΔΕΡ ΝΑΤURE του Κωστή Τσιάχα *

http://www.onestory.gr/post/24840507246/nature

_ΜΑΔΕΡ NATURE

του Κωστή Τσιάχα *
.
Προχθές το βράδυ με πήρε τηλέφωνο η Μητέρα Φύση. Είχε απόκρυψη κλήσης και -φυσικά- δεν το σήκωσα, γιατί νόμισα ότι είναι η ιδιοκτήτρια για τα κοινόχρηστα. Χθες το πρωί πάλι τα ίδια. Σήμερα δεν άντεξα. Άλλωστε δεν μπορείς –είπα γενναία από μέσα μου- να κρύβεσαι άλλο από την ευγενική και άγια αυτή κυρία. Της κρύβεσαι ένα μήνα. Δως’ της ξανά την ευκαιρία να ακούσει την υπέροχα σέξι φωνή σου να της λέει –για όγδοη φορά;- « εε .. ναι .. να .. μη φοβάστε .. θα σας δώσω τα κοινόχρηστα το αργότερο μέχρι τη Δευτέρα..»
Έτσι λοιπον το σήκωσα το ρημάδι.« Παρακαλώ ; »  -η κλασική σούπερ φλώρικη φωνή μου ανέλαβε δράση:
- Είμαι η Μητέρα Φύση και πήρα να πω ότι έχω πυρετό. Παίρνω από προχθές !
Γιατί δεν το σηκώνεις ;
- Μητέρα Φύση θέλετε να σας φέρω ασπιρίνες ; Να καλέσω κανα γιατρό ; Να ‘ρθω να σας κάνω κανα τσαγάκι ; Κανα φιδέ ; ( πάντα ετοιμόλογος είμαι ο διάολος ! )
- Μην αυθαδιάζετε νεαρέ μου γαμώ την πουτάνα σας ! Με καταστρέφετε με τα καυσαέρια σας και τα σκουπίδια σας και τις μαλακίες σας και τα παγόβουνα μου λιώνουν από την πυρετούκλα μου και βροχές και νεροποντές και χιόνια και κατακλυσμούς και πλημμύρες θα έρθουν .. και γενικώς πήρα να πω ότι δεν φέρω καμιά ευθύνη γιατί εσείς τα κάνετε όλα.
- Μάλιστα.
- Τι μάλιστα ;
- Εε .. θέλω να πω ότι έχετε δίκιο Μητέρα Φύση, δεν φταίτε εσείς, μην νιώθετε άσχημα, δεν είναι δικό σας το φταίξιμο .. εμείς φταίμε και να είστε σίγουροι για κάτι Μητέρα Φύση. Μιλώντας εκ μέρους όλης της ανθρωπότητας θέλω να σας βεβαιώσω ότι θα επανορθώσουμε Μητέρα Φύση. Θα ξαναγίνουν όλα όπως παλιά και όλα θα είναι ωραία και … εε … γενικώς να μην ανησυχείτε για τίποτα.
- Με κοροϊδεύετε ;
- .. Μητέρα Φύση .. σας παρακαλώ ! Δεν είναι του χαρακτήρα μου να κοροϊδεύω τη … Μάδερ Νέητσουρ που λένε και οι τρελάρες οι αγγλοσάξονες .. λοιπον ; …
- Λοιπον νεαρέ μου πιστεύεις ότι πρέπει να σε πιστέψω ;
- Μα φυσικά ! Θέλω να έχετε εμπιστοσύνη στην ανθρωπότητα και στο μεγαλείο της. Αυτά.
- Λοιπον γράφε.
- Τι να γράψω ;
- Θα σου πω τη χημική σύνθεση του Ελιξιρίου της Ρύπανσης. Θα λύσει το πρόβλημα των καύσιμων, της ρύπανσης, του όζοντος και της τερηδόνας.
- Με κοροϊδεύετε Μητέρα Φύση;
- Τι εννοείτε νεαρέ μου;
- Πως θα λύσει το πρόβλημα της τερηδόνας ;
- Θα το εξαφανίσει .. όπως και με τους δεινόσαυρους .. θυμάστε ; Και τότε είχα απελευθερώσει ένα αέριο που έλυνε το πρόβλημα με την υπερβολική πρασινάδα -Αααχ.. άλλες εποχές !- Βέβαια η παρενέργεια του ήταν ότι εξαφάνιζε τους δεινόσαυρους. Τώρα το ίδιο μόνο που θα εξαφανιστεί η τερηδόνα. Τι να κάνω ; Κανεις δεν είναι τέλειος. Ούτε εγώ η ίδια η Μητέρα Φύση … λοιπον γράφεις;
- Ναι. Λέγε.
- Λοιπον το μυστικό κρύβεται στο ζωμό της Ατζενσίας. Ένα καρασπάνιο -θα τολμούσα να παραδεχτώ- φυτό, στα νησιά του Τσάξα. Αυτό αν ανακατευτεί με σάλιο πελεκάνου και μαλλί της γριάς –το γλυκό εννοώ- θα δώσει τη λύση στο πρόβλημα της ρύπανσης. Θα παράγει ένα υγρό που ακυρώνει τις βλαβερές συνέπειες των καυσαερίων και των στερεών αποβλήτων.
- Τίποτ’ άλλο ;
- Μην αυθαδιάζεις νεαρέ μου ! Το μέλλον της ανθρωπότητας και το δικό μου ως Μητέρα Φύση κρέμεται από πάνω σου !
- Εη .. εη .. εη ! Μια στιγμή ! Αν κατάλαβα καλά εγώ θα είμαι ο κάργα υπεύθυνος για την σωτηρία του κόσμου;
- Ακριβώς.
- Μη μου φορτώνεται εμένα ευθύνες και τέτοια πράγματα ! Αποκλείεται. Δεν κάνω τίποτα !
- Γιατί βρε πουλάκι μου ; Εσύ βρε καρδιά μου απλώς θα μεταφέρεις τη γνώση που σου έδωσα στους ειδικούς. Αυτοί θα αναλάβουν στη συνέχεια.
- Αποκλείεται ! Δεν κάνω τίποτα !
- Ένας σεισμουλάκος .. ας πούμε οχτώ ριχτεράκια με επίκεντρο τη πολυκατοικία σου θα σ’ έπειθε γλυκέ μου;
- Μ’ απειλείς ; Μ’ απειλείς ; Δηλαδή κάτσε τώρα ! Γιατί δεν παίρνεις τηλέφωνο κατ’ ευθείαν τους ειδικούς και παίρνεις εμένα ; Ε ; Γιατί ;
- Γιατί αυτοί δεν μου χρωστάνε κοινόχρηστα οχτώ μηνών. Λοιπον ακούω…
- εε… μην φοβάστε…θα σας τα δώσω το αργότερο μέχρι τη Δευτέρα… πως την είπατε την σύνθεση ;
.
(Το διήγημα ΜΑΔΕΡ NATURE περιλαμβάνεται στη συλλογή «Θεοί & Jazz», Εκδόσεις Βιομηχανική Τομάτα)
.
Ο Κωστής Τσιάχας γεννήθηκε το 1973 στη Λάρισα. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και Γραφιστική στο Μιλάνο της Ιταλίας. Συνεργάζεται με το Σχεδιαστικό Γραφείο Azienda Milanese πάνω στο σχεδιασμό, στη παραγωγή και στην εφαρμογή ολοκληρωμένων συστημάτων εταιρικών ταυτοτήτων. Το 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο «Θεοί & Jazz» από τις Εκδόσεις Βιομηχανική Τομάτα. Στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει, κάνει ορειβασία ή ταξιδεύει για φωτογραφίες.
[ facebook page ] [ facebook profile ] [ e-mail ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Διεθνής Ημέρα κατά των Βασανιστηρίων η 26η Ιουνίου

http://www.madata.gr/epikairotita/world/204689.html

Διεθνής Ημέρα κατά των Βασανιστηρίων η 26η Ιουνίου

Η Διεθνής Ημέρα κατά των Βασανιστηρίων καθιερώθηκε στις 26 Ιουνίου 1998, ημερομηνία κατά την οποία το 1987 υπεγράφη η Διεθνής Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και το 1948 ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ.

Το Διεθνές Συμβούλιο κατά των Βασανιστηρίων, με συμβουλευτικό στάτους στον ΟΗΕ, εδρεύει στην Κοπεγχάγη και επιχορηγείται από την Ε.Ε. και τη δανέζικη κυβέρνηση. Ασκεί το έργο του μέσω του δικτύου των 200 Κέντρων Περίθαλψης και Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Βασανιστήριο είναι σοβαρός πόνος, είτε σωματικός, είτε ψυχικός, μια μέθοδος που χρησιμοποιείται για την εκμαίευση πληροφοριών ή ομολογίας σχετικά με μια πολιτική ή άλλη πράξη, όπου, κατά την άποψή τους, δεν μπορούν να φτάσουν μ' άλλον τρόπο.

Πριν από 2.500 χρόνια, οι Έλληνες είχαν δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις στο παλιό ερώτημα «αν τα βασανιστήρια δικαιολογούνται». Ο Αριστοτέλης και ο Αντιφών αποφάνθηκαν ότι καμιά ομολογία - απόρροια βασανιστηρίων δεν μπορεί να έχει αξία στο δικαστήριο, αφού συνήθως ο βασανιζόμενος λέει αυτά που θέλει ν' ακούσει ο βασανιστής του.

Με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών, το 1984 υπογράφηκε και το 1987 τέθηκε σε ισχύ, η Διεθνής Σύμβαση για την άμεση κατάργηση των βασανιστηρίων σ' όλον τον κόσμο, επίτευγμα όπου η χώρα μας έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Ήδη, με τον «Νόμο Μαγκάκη», τα βασανιστήρια είχαν περάσει ως ιδιώνυμο αδίκημα στην εθνική μας νομοθεσία, λόγω και της δικτατορίας.

Zougla.gr

Πέτρινα σκαλοπάτια του Λάμπη Βασιλόπουλου *

http://www.onestory.gr/post/24700110045

_ΠΕΤΡΙΝΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ

του Λάμπη Βασιλόπουλου * 

 

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη χοντρή φθινοπωριάτικη βροχή, που μόλις είχε πάψει, γυάλιζαν κάτω από τα φώτα τη πόλης. Την ερημιά και τη νυχτιάτικη σιωπή έσπαγε κάπου-κάπου ο θόρυβος από τα βήματα κάποιου καθυστερημένου διαβάτη, που πήγαινε βιαστικά να πιάσει βάρδια ή να προλάβει το νυχτερινό δρομολόγιο του τραίνου που περνούσε κατάφωτο στην άκρη τούτης της πόλης.
Εκείνη την ώρα έβγαινε και ο Χάρης από την μεγάλη πόρτα της εφημερίδας «Αποσπερίτης», αφού είχε τελειώσει και είχε παραδώσει στον Αρχισυντάκτη τα χειρόγραφα του ρεπορτάζ της ημέρας εκείνης, που ήταν γεμάτο από χαρούμενα και θλιβερά γεγονότα.
Βγαίνοντας από το κτίριο, κοντοστάθηκε στο κεφαλόσκαλο, κοίταξε με νυσταγμένα μάτια, τον βρεγμένο έρημο δρόμο και προχώρησε με γρήγορα βήματα για το σπίτι του, που ήταν μερικά τετράγωνα πιο κάτω από την εφημερίδα.
Κατεβαίνοντας την οδό Κίρκης και περπατώντας στο στενό πεζοδρόμιο, σε κάποιο σημείο, που δεν φωτιζόταν καλά, αντίκρισε ένα ανθρώπινο κουβάρι να κείτεται μαζεμένο, σαν να είχε κολλήσει στον τοίχο, κάτω από το μικρό στέγαστρο ενός μπαλκονιού, για να προφυλλαχτεί από το ανεμοβρόχι.
Χωρίς άλλη σκέψη ο Χάρης πήγε κοντά στο σωριασμένο αυτό ανθρώπινο ράκος και το σκούντησε απαλά για να καταλάβει αν ήταν ακόμα ζωντανός αυτός ο ανθρωπάκος. Με το σκούντημα από τον ανθρώπινο εκείνο όγκο βγήκε ένα κεφάλι για να δείξει ένα πρόσωπο κρυμμένο από πυκνά γκρίζα γένια και ακούρευτα μαλλιά. Αυτός γύρισε την κουρασμένη από τη ζωή ματιά του, κοίταξε για λίγο τον Χάρη, που στεκόταν από πάνω του με μισόκλειστα μάτια, σκεπασμένα κι αυτά από χοντρά ματοτσίνορα και τα ξαναέκλεισε. Έτσι που δεν μπόρεσε ο Χάρης να καταλάβει, αν αυτός ο δύστυχος ήταν μεθυσμένος ή ανήμπορος που σκέφτηκε πόσο σκληρή είναι η ζωή για μερικούς απόκληρους της τύχης ανθρώπους. Και ενώ σκεφτόταν πώς να τον βοηθήσει, πλησίασε και στάθηκε πίσω του, ένας ακόμη νυχτερινός διαβάτης. Ήταν ο βοηθός του φούρναρη που πήγαινε νυχτιάτικα, να ετοιμάσει το προζύμι, για το ψωμί της ημέρας. Αφού κοίταξε κι αυτός για λίγο τον σωριασμένο ανθρωπάκο, γυρίζοντας προς το Χάρη του είπε.
- Αυτόν τον άνθρωπο τον είδα χτες τη νύχτα να κοιμάται στο παγκάκι εκεί την άκρη του πάρκου. Περνάει και καμιά φορά και από το φούρνο και του δίνουμε ψωμί, που το παίρνει χωρίς να μιλάει, παρά με μια ματιά, λέει «ευχαριστώ» και φεύγει σαν κάτι να φοβάται.
- Τι λες, να τον κάνουμε τώρα, του απαντάει ο Χάρης.
- Να καλέσουμε να έρθει το 166 να τον μαζέψει, του λέει το παιδί. Αν μείνει εδώ θα ξεπαγιάσει ο χριστιανός.
Τότε το ανθρώπινο εκείνο κουβάρι ανασηκώθηκε και με προσπάθεια στήθηκε στα πόδια του για να φανεί ένας ψηλός ξερακιανός άνδρας ακαθόριστης ηλικίας, έχοντας όμως περάσει πια τη νιότη. Γύρισε τους κοίταξε ανέκφραστα και αργοπατώντας χάθηκε στη νύχτα. Κι αυτοί αφού έμειναν για λίγο, ακόμη, πήρε ο καθένας το δρόμο του με τη σκέψη στις φουρτούνες της ζωής, που πέταξαν αυτόν το φουκαρά, ρημαγμένο στο πεζοδρόμιο. 
Φθάνοντας ο Χάρης στο σπίτι του ξάπλωσε στο κρεβάτι αλλά ο Μωρφέας ήταν αλλού κι έμεινε ξάγρυπνος την υπόλοιπη νύχτα, γιατί είχε ξυπνήσει το «δημοσιογραφικό του δαιμόνιο» και βρήκε το «θέμα» για το βιβλίο που ετοιμάζονταν να γράψει.
Μάταια όμως έψαχνε τα παγκάκια τις νύχτες, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ράκος δεν ξαναφάνηκε στην πόλη. Μια νύχτα όμως καθώς γυρνούσε από την Εφημερίδα, είδε σε ένα ακρινό παγκάκι, που το σκίαζε το δέντρο, ένα ανθρώπινο κουβάρι και κατάλαβε πως ήταν ο άνθρωπός του. Πλησίασε και κάθισε δίπλα του, χωρίς αυτός να γυρίσει να τον κοιτάξει και του είπε «Καλημέρα», γιατί κόντευε να φωτίσει, αλλά δεν πήρε απάντηση από αυτόν.
Τότε ο Χάρης χωρίς να πάρει ούτε μια λέξη, έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το έβαλε στη χούφτα του σιωπηλού αυτού ανθρώπου, έκπληκτος όμως βλέπει το λιπόσαρκο εκείνο χέρι να παίρνει τα λεφτά, να τα αφήνει δίπλα στον Χάρη και να εξαφανίζεται βουβός, όπως πάντα και αυτός να σκέφτεται πως, ενώ η μοίρα αυτού του δύστυχου, τα πήρε όλα, του άφησε όμως την αξιοπρέπεια. Αποφάσισε όμως να μην ξανά ασχοληθεί πιστεύοντας ότι έχασε το μεγάλο «θέμα» για το βιβλίο του, μέχρι που ένα πρωί ήρθε στην εφημερίδα του από την Αστυνομία η είδηση, πως βρέθηκε σε παγκάκι νεκρός ένας επαίτης, που άλλοτε ήταν βιομήχανος και παράγοντας στο χώρο του, χωρίς όμως να αναφέρεται το όνομά του.
Ο Χάρης πέρασε στα «ψιλά» την είδηση ενώ τώρα κατάλαβε, γιατί εκείνος ο «επαίτης», δεν πήρε ένα ολόκληρο «κατοστάρικο», που του έδινε αυτός, κάποια νύχτα.
.
Ο Πατρινός Λάμπης Βασιλόπουλος, είναι Μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών ΝΔ Ελλάδας. Σαν υπηρέτης του πεζού λόγου, εκτός από κείμενά του που έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς σε περιοδικά, κυκλοφορούν και τέσσερα βιβλία του με Διηγήματα, σε τίτλους «Ταξιδεύοντας στη ζωή», «Πεφταστέρια», «Ηλιόγερμα», και «Απόσπερο». Στα βιβλία του, εκτός από Ταξιδιωτική Λογοτεχνία, υπάρχουν Διηγήματα παρμένα από τη ζωή, ντυμένα όμως με μυθοπλασία. Όλα τα βιβλία προσφέρονται δωρεάν
[ e-mail ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Με κοιτάζεις... του Αντώνη Γαβαλά *

_ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ…

του Αντώνη Γαβαλά *
.
Με κοιτάζεις και τρέχει ο νους σε εικόνες που θυμίζουν θολές.
Η βαλίτσα είναι ακόμα ανοιχτή κι η ανάσα βγάζει ζέστη, ακόμα τριγυρνά και με τυλίγει ελπίδα.
Δε μιλάς, ξέρω τι λες, κατεβάζει ο νους προσευχές, χαμένες καρδιές σταματάνε ν’ ακούσουν.
Σκέφτομαι στο χθες, εκεί στη διασταύρωση του χρόνου, που ήσουν τυχαία εκεί.
Χαμογέλασες και μου είπες να περάσω, στάθηκα, πάγωσα τη στιγμή και την πήρα μαζί μου.
Ακόμα τη φυλάω, ανεκτίμητο κομμάτι σε χρυσό σεντούκι του νου.
Με κοιτάζεις και το βλέμμα μου πέφτει σ’ ένα κάδρο από κέντημα. Θυμάσαι;
Με τι χαρά μου το έδειξες, ακόμα ζωντανά είναι τα λόγια που μου είπες.
«Κέντησα την ευτυχία μας με κλωστή κόκκινη, μπλε και μοβ»
Ένα σχήμα που δε θυμίζει τίποτα σε κανέναν, παρά μόνο σε μας.
Εμείς ξέρουμε, ήταν εικόνα δική μας, σήμαινε μόνο για μας, ξέραμε την εξήγησή της.
Ένα πληγωμένο γατί στην άκρη του δρόμου κι η μάνα του από πάνω να γλείφει τις πληγές.
Τότε που πικράναμε ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά.
Από τότε δεν ανταλλάξαμε ούτε μια φωνή, γιάτρευε μονάχα ο ένας τις πληγές του άλλου.
Με κοιτάζεις και σκέφτομαι πόσες νύχτες κοιμόμουν με τον ήλιο αγκαλιά.
Το βλέμμα δε νύσταζε, πειθήνια στη σκέψη έκανε υποκλίσεις.
Όλα έμοιαζαν με πάζλ που έλλειπαν κομμάτια, αδύνατον να γίνει εικόνα.
Φιγούρες παραμορφωμένες περνούσαν από μπροστά μου, αρνούνταν να μπουν σε τάξη.
Γύρω πλημμύριζε το κενό. Δίχως άνεμο πώς να ανασάνω!
Σταγόνες κυλούσαν οι αναμνήσεις, σε πνιγμένα μονοπάτια, θαμμένα σε στρώσεις από όνειρα.
Με κοιτάζεις και το ολόγραμμά σου μοιάζει με γέφυρα στους δυο κόσμους.
Έναν πλασμένο απ’ το μυαλό, πατρίδα του νου, κρησφύγετο της φαντασίας.
Κι έναν πλασμένο από βούληση ανθρώπων, κάποτε που μαζεύτηκαν πολλοί.
Ο ένας ελεύθερος από δεσποτικές φιγούρες, νόρμες, μη και πρέπει.
Ο άλλος δουλοπάροικος της ύλης, βδέλυγμα πάνω σε ταλαίπωρη σφαίρα.
Με κράτησες κοντά στην αλήθεια, με άφησες να γευτώ με ασφάλεια το ψέμα.
Ακούμπησες το χέρι σου στο χαμένο μου πρόσωπο και μου έδωσες την ευχή σου.
Μου είπες να ταξιδεύω ανάμεσα στους κόσμους όπως εγώ ορίζω.
Δεν έχασα ποτέ το δρόμο της επιστροφής, το χαμόγελό σου έστεκε φάρος.
Με κοιτάζεις και το βλέμμα μου πέφτει στο πάτωμα και σπάει σε χιλιάδες αναμνήσεις.
Σαν μικρές ψηφίδες θυμάμαι που τις έπιανες με προσοχή και της κολλούσες στη μνήμη μου.
Μου έλεγες ότι φοβόσουν μήπως και κάποια χαθεί, ότι ήταν μοναδικές, συλλογής κομμάτια.
Τις έφτιαχναν μόνο για μας, μου έλεγες, αγγέλων σχέδια με ύμνους θεϊκούς.
Ήταν αμέτρητες, μα όλες είχαν χρώμα, είχαν άρωμα και μια παράξενη, πάντα γλυκιά όμως, γεύση.
Με λατρεία έντυνες σαν μωσαϊκό το χρόνο, μέχρι πριν λίγες μέρες που έβαλες και τις τελευταίες πέτρες.
«Κοίτα», μου είπες, «δες τι έφτιαχνα για σένα τόσα χρόνια, με τόσο ζήλο».
Εστίασα το βλέμμα και τότε είδα.  Ό,τι είχα ζήσει σχημάτιζε τη δική σου εικόνα.
Δεν υπήρχα πουθενά, ό,τι ήμουν έγινα μέσα από σένα. Απλά, είχα γίνει εσύ.
Με κοιτάζεις κι ένας φόβος με κυριεύει, πως μια μέρα δε θα αντέξω την ορμή του ανέμου.
Θα λυγίσω αδύναμο κλαδί, μονάχο δίχως ρίζες. Σε πελάγη δίχως νόημα φοβάμαι ξανά μη χαθώ.
Αισθάνομαι ήδη το κρύο της μοναξιάς και της ανούσιας αγάπης τα τρυπημένα δίχτυα.
Σαν ψάρι ξένο ξεγλιστρά η σκέψη, μακριά απ’ το πέλαγος της μοναδικής αλήθειας.
Τον έναν και το μοναδικό λόγο γνώρισα στις δικές σου λέξεις, στις πράξεις τις καθημερινές.
Δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω να γνωρίσω, μου έλεγες, άδικα ψάχνω δίχως φως.
«Κυνηγάς μια σκιά χωρισμένη σε χίλιους μύθους, που έπλασαν πλάνες σκοτεινές».
«Στάσου μια στιγμή», μου έλεγες, «και κοίτα. Κοίτα στα χέρια σου τι κρατάς».
«Μη ρίχνεις λάδι μάταιης ελπίδας, λογική δεν έχει και θα χάσεις ό,τι περισσότερο αγαπάς».
Με κοιτάζεις και ξέρω πως δε με βλέπεις πια. Με μαύρο πανί έκλεισε η προδοσία την αυλαία.
Δεν σ’ άκουσα που φώναζες, δίχως λέξη να πεις, κι είμαι αιτία άδικη στο δικό σου γιατί.
Έριξα φωτιά κι οι πλημμύρες, της μετανιωμένης ίριδας γέννημα, αδύνατον τη φλόγα να σβήσουν.
Όσες συγγνώμες κι αν υφάνω στο άχραντο κορμί σου, θα είναι απλά μανδύας λεπτός.
Στο μίσος του χρόνου εκτεθειμένος, θα σαπίζει άχρηστο πανί, στο κρύο πάλι θα σ’ αφήσει.
Δε φθάνει η κλωστή να τυλίξει την ψυχή σου, να νιώσεις γαλήνη, να απαλύνει το έλκος.
Δίχως μιλιά ικετεύω κρύο βλέμμα, μια κουβέντα να πει, έστω ψέμα, έστω βρισιά.
Δίχως επιστροφή οι λέξεις, δε γυρνά η ματιά, αρνείται πεισματικά να χαμηλώσει.
Με κοιτάζεις και βλέπω αυτό που βλέπεις κι εσύ, πέντε γράμματα σε μια λέξη.
Κάθομαι στην άκρη της καρέκλας, μου φαίνονται όλα αλλιώτικα κι αναρωτιέμαι.
Πάντα σ’ αυτή τη θέση ήταν τα έπιπλα! Το σπίτι ήταν πάντοτε τόσο κρύο!
Λες και δεν είχα προσέξει ποτέ τίποτε άλλο εκτός απ’ τη μορφή σου να τριγυρνά.
Ή μήπως ήταν τόσο σφιχτά δεμένα με σένα και τώρα η βιασύνη σου τα σέρνει μαζί!
Ή μήπως σιχάθηκαν κι αυτά και θέλουν να φύγουν, ν’ αδειάσουν τη γωνιά!
Έχουν τάχα ψυχή, μάτια να βλέπουν, αφτιά και ακούν! Πληγώθηκαν μήπως κι αυτά!
Γυρίζουν και κοιτούν την ανατολή. Προσεύχονται άραγε μαζί μου!
Θυμάμαι μια εποχή σαν παραμύθι παιδικό που θα ζήλευαν πριγκίπισσες και βασιλιάδες.
Ήμουν ιππότης κι εσύ νεράιδα του δάσους, στις επιθυμίες να ρίχνεις ξόρκια μαγικά.
Χρόνια χωρίς κακόβουλες σκέψεις, φύσημα ελαφρύ από τα χείλη έδιωχνε το μίσος του κόσμου.
Η αφή του δαχτύλου άγγιζε τα δάκρυα και τα ‘στελνε πίσω στην κόλαση, εκεί που τους αρμόζει.
Σκέπαζαν τα μαλλιά σου των εχθρών επίβουλα μάτια, σκόρπιζαν τις σκάρτες ψυχές.
Θυμάμαι ζωή σα λουλούδι, με νότες τραγούδι. Κι όλα αυτά επειδή με κοίταζες εσύ.
Με κοίταξες κι εγώ κατάλαβα, είχε έρθει η ώρα, εκείνη που γραμμένη ήταν στην αρχή.
Έπρεπε τα μάτια απρόθυμα να κλειδώσουν, να σταματήσουν πια να βλέπουν εικόνες παλιές.
Απαγορευμένες οι λέξεις, έρκος έγιναν τα χείλη να μη βγουν, ιστορία πια δεν είχαν να πουν.
Ούτε η σιωπή δε στάθηκε πιο δυνατή να λύσει τα καταραμένα μάγια.
Το ρολόι γελούσε, του έλεγε αστεία ο χρόνος, οι δείκτες γνώριζαν ήδη που να σταθούν.
Η υπόσχεση γλίστρησε απ’ το δάχτυλο κι επαχθής ο ήχος χάραξε για πάντα την ακοή.
Δυο χείλη στο κούτελο, δυο χέρια σμίγουν και σε γλώσσα βουβή λένε αντίο.
Αδύναμο το δάκρυ να σφραγίσει την πόρτα, ο χτύπος  της ανοίγει πληγή.
.
Ο Αντώνης Γαβαλάς γεννήθηκε το 1977, μεγάλωσε και ζει στο Κερατσίνι. Έχει σπουδάσει την επιστήμη του μάνατζμεντ και του αρέσει να διαβάζει βιβλία και να μελετά ανθρώπους. Γράφει μυθιστορήματα, με κόσμους όπως εκείνος τους φαντάζεται, με αξίες που ψάχνει να βρει και στον πραγματικό κόσμο….. αν υφίσταται η έννοια «πραγματικός κόσμος» και δεν είναι, απλά, παιχνίδια του μυαλού….!!
[ facebook ] [ e-mail ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Ο θησαυρός του Γιάκωβου της Δανάης Τάνη *

http://www.onestory.gr/post/25119394527

_Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΚΩΒΟΥ

της Δανάης Τάνη *
.
Ο Γιάκωβος ο έμπορας ήταν από τους μεγαλύτερους καπάτσους που είχαν περάσει ποτέ απ’ το χωριό. Μικρόσωμος, αετομάτης και γαμψονύχης, ίδιος γεράκι αρπαχτικό, ήταν διαόλου κάλτσα. Οι συχωριανοί του λέγανε ότι μπορούσε να κλέψει ακόμα και τον Οξαποδώ στο ζύγι. Κι όσα λιγότερα ζύγιζε, τόσα περίσσια έπαιρνε και τα έβαζε στις αρμπαθιές με τις χρυσές του λίρες.
“Θα το φας το κεφάλι σου, Γιάκωβε, το σκοινί μην το παρατραβάς!” προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν οι κοντινοί του. “Θα κάνει μια καλή και θα σπάσει και μετά ουαί κι αλίμονό σου!”
Μα πού να βάλει γνώση ο Γιάκωβος. Από το ‘να αυτί του έμπαιναν κι απ’ τ’ άλλο έβγαιναν. Κι αυτός δεν αποκρινόταν τίποτα, παρά μόνο χαχάριζε και μέτραγε το χρόνο να πάει να βρει τις λίρες του.
Δυο πράγματα μέτραγε ο Γιάκωβος χωρίς να κλέψει: το χρόνο και τις λίρες του, τις οποίες φυλούσε κάτω από το μαξιλάρι του και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί στο μοναχικό του κρεβάτι – γιατί ήτανε τόσο σπαγκοραμμένος που δεν ήθελε γυναίκα, πολλά τα έξοδα- τις έβγαζε και τις μέτραγε χαϊδεύοντάς τες στοργικά, σαν να ‘ταν κορμί γυναικείο. Κι έτσι, μέτρημα το μέτρημα και χάδι το χάδι, νανουριζόταν και τον έπαιρνε ο ύπνος.
Ο καιρός περνούσε γρήγορα• αυγάτισαν οι κλεψιές του Γιάκωβου, αυγάτισαν κι οι λίρες. Το μαξιλάρι πια δε χώραγε να τις κρύψει. Είχαν αρχίσει να γίνονται και κάτι περίεργα πράγματα στο χωριό, άνθρωποι χάνονταν και τους έβρισκαν πεθαμένους μετά από μέρες, ακούγονταν και φήμες για επιδρομές κλεφτών στα διπλανά χωριά, άδειαζαν τον κόσμο από χρυσαφικά και κότες , ίδρωσε τ’ αυτάκι του Γιάκωβου. Αν έρχονταν ληστές, πάνε κι οι λίρες, πάει κι απατός του σαν αρνάκι στη σφαγή. Έπρεπε να τις βγάλει απ’ το σπίτι του, τουλάχιστον ως να περάσει ο κίνδυνος.
Μα τι να κάμει; Άτομο άλλο δεν εμπιστευότανε να μοιραστεί τις σκέψεις του• άσε που θα έπρεπε μαζί με τις σκέψεις να μοιραστεί και τις λίρες, αν έπαιρνε βοήθεια. Στο εμποράδικο δεν κόταγε να τις αφήσει, πολλοί άνθρωποι μπαινόβγαιναν κάθε μέρα, λίγο να έστρεφε τη ματιά του αλλού ο Γιάκωβος, θα του τις ξάφριζε κάποιος αλαφροχέρης. Ούτε στη γης μπορούσε να τις παραχώσει, ένα περβολάκι ποτιστικό είχε δίπλα στο ποτάμι, έτσι κι έκαμε καμιά φουσκονεριά, αλίμονό του, ούτε στον αιώνα τον άπαντα δε θα ‘βρισκε τις λίρες.
Έξυνε την κεφάλα του μερόνυχτα ο Γιάκωβος• μετά από πολλή περίσκεψη βρήκε τη λύση: Έξω από το χωριό υπήρχε ένα δάσος από λεύκες, αψηλές και χιονόκορμες σαν σπαθάτες κυράδες. Όσο όμορφο κι αν ήταν το λευκόδασος, όμως, κανείς χωριανός δεν το πλησίαζε. Βαριά σκιά έλεγαν πως πλάκωνε το δάσος και το στοίχειωνε• κάθε πανσέληνο, έλεγαν στο χωριό, που το φεγγάρι φούσκωνε, έριχνε όλο του το φως κάτω απ’ το δάσος κι αυτό ανακατεύουνταν με τ’ αλύχτημα των λύκων, γινόταν γητειά διαβολική και ζωντάνευε τα δέντρα, που σήκωναν τις ρίζες τους και πλανιούνταν σαν τα φαντάσματα κι ουαί κι αλίμονο οποιανού άτυχου τα ‘βρισκε στο δρόμο του.
Αυτά σκέφτηκε ο Γιάκωβος μα δε φοβήθηκε, ίσα ίσα που τα γερακίσια ματάκια του λάμψανε από πονηριά. Δε χαμπάριαζε αυτός από γητειές και φαντάσματα, τούτα ήταν για τα μυξιάρικα και τους αλαφρούς. “Κι αν όλο το χωριό είναι λαφρύ” συλλογίστηκε, “πιότερο καλά για την αφεντιά μου! Βρήκαν απατοί τους τον καλύτερο κρυψώνα για τις λίρες μου!”
Κι αυτά συλλογίστηκε κι έλαμψαν τα ματάκια του κι έτριψε τα χεράκια του ο καλός σου, γιατί λογάριασε την επόμενη πανσέληνο, που όλοι οι χσωριανοί θα σφάλιζαν τις πόρτες τους μην τους αρπάξουν οι ξωθιές και οι διαβόλοι, αυτός να πάει στο λευκόδασος και να χαντακώσει τις λίρες μέσα στα δέντρα. Έτσι, καθώς τα δέντρα θα μεγάλωναν, το ξύλο θα έγιανε και θα έδενε και θα έκλεινε γύρω τους, κάνοντας το θησαυρό του αόρατο για τα μάτια ολωνών, παρεκτός των δικών του.
Κι ήρθε η πανσέληνος, σφάλισαν οι χωριανοί τις πόρτες κι ο Γιάκωβος ανασκουμπώθηκε, πήρε το σουγιαδάκι του και το θησαυρό και κίνησε για το δάσος.
Το φεγγάρι, φουσκωμένο σαν ετοιμόγεννο στον ουρανό, έλουζε με ένα απόκοσμο φως το μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος. Ο Οκτώβρης σήκωνε ομίχλη, τη στερνή του• Νοέμβρης από την επομένη. Η Μέρα των Ψυχών, έλεγαν στο χωριό, αλλά ο Γιάκωβος για τις ψυχές δε νοιάζουνταν.
Έφτασε στο δάσος και για μια στιγμή η καρδιά του σφίχτηκε. Δεν ήταν δέντρα αυτά, εξαρθρωμένα αυτόματα έμοιαζαν ή με ανθρώπους που τους είχε τσαλαπατήσει στον ύπνο το μαύρο άτι του Χάρου: τα κλαδιά τους ορθώνονταν σκελετωμένα να πιάσουν τον αγέρα και περικοκλάδιζαν μεταξύ τους, λες και το ‘χαν γινάτι να πολεμούν το ένα το άλλο ως τη Δευτέρα Παρουσία. Πιο κάτω, οι λεπτοί, χλωμοί κορμοί φωτίζονταν απ’ το φεγγάρι αρρωστιάρικα, σαν να ντύνονταν σάβανο. Και πιο κάτω, στη μαύρη γη, πανάρχαιες ρίζες ξεπετάγουνταν δεξιά-ζερβά, σαν να παραμόνευαν να σου βάλουν τρικλοποδιά, να ταβλιαστείς κατάχαμα κι αυτές να σε ρουφήξουν μες στη γης.
Ξεροκατάπιε ο Γιάκωβος, μα τι να κάμει; Σε κάθε του βήμα οι λίρες κουδούνιζαν μαυλιστικά και πιότερο φοβούνταν να αποστερηθεί αυτό το κουδούνισμα παρά τα φαντάσματα. Έτσι, έκαμε την καρδιά του πέτρα, έκαμε και το σταυρό του τρεις φορές και τάχυνε το βήμα του.
Δεν άργησε να βρει το δέντρο που θα ‘κρυβε τις λίρες του: μια λεύκα νιούτσικη, κοντούλα ακόμα, με έναν κορμό τόσο λεπτό και απαλό σαν χνούδι σε μάγουλο άγουρου κοριτσιού.
Έβγαλε ο Γιάκωβος το σουγιά του κι άρχισε να κόβει.
Σε κάθε χαραματιά που έκανε ο Γιάκωβος, άκουγε κι από ‘να στριγκό ήχο στο μυαλό του, σαν το δέντρο να σκλήριζε, να βόγγαγε απ’ τον πόνο. Αλλά δεν έδινε σημασία. Ο ζήλος της δουλειάς ζέστανε το αίμα του, ανέβηκε στο κεφάλι, δεν έμεινε χώρος για σκέψη και λιποψυχιά. Ούτε χρόνος πολύς έμενε και ο Γιάκωβος ήθελε να τελέψει τη δουλειά πριν το χάραμα.
Είκοσι κοψίματα έκανε κι είκοσι λίρες παράχωσε στο νεαρό κορμό. Είκοσι στριγκλιές άκουσε, μα έλεγε στον εαυτό του ότι ήταν απ’ το δάσος και συνέχιζε να κόβει ως το τέλος. Όταν απόκαμε, το δεντράκι ήταν κομμένο από πάνω ως κάτω σαν ανοιγμένη κούκλα και μόνο ένα αμυδρό, χρυσό στραφτάλισμα στο φως του νεαρού ήλιου μαρτυρούσε πως κάτι τρομερό είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα.
Και σύντομα το δέντρο θα έγιανε και θα έδενε και θα έκλεινε το ξύλο του ένα γύρο τις λίρες.
“Εσένα, δέντρο, ορίζω ως μπιστικό μου να φυλάς το θησαυρό μου” έκανε ο Γιάκωβος ευχαριστημένος, σφούγγισε τον ιδρώτα του και κίνησε για το χωριό. 
Χρόνια πολλά πέρασαν. Ο Γιάκωβος συνέχισε να λύνει και να δένει, να κλέβει και να ξεζουμίζει τους συχωριανούς του. Κάποια στιγμή τον προξένεψαν και με μια κοπέλα απ’ το διπλανό χωριό, είχε προίκα καλή, την επήρε ο Γιάκωβος και χάρηκε και την προίκα και το νυφιάτικο κρεβάτι. Μα πιο πολύ χάρηκε τη γέννηση του γιου του. Κι όσο μεγάλωνε το παιδί, τόσο μεγάλωνε κι η καρδιά του πατέρα. Δε σταμάτησε, βέβαια, τις κλεψιές ο Γιάκωβος• μόνο που τώρα τούτες είχαν πάρει ένα σκοπό ιερό, να σπουδάσει το παιδί, να ξεσκολίσει, να παντρευτεί και να αυγατίσει την περιουσία.
Σαν αντρώθηκε ο γιος του, ο Γιάκωβος αποφάσισε να πάρει τις λίρες και να του τις δώσει, κομπόδεμα ολόκληρο ήτανε, να μεγαλώσουν μαζί το μαγαζί τους. Είχε γεράσει, όμως, πια ο Γιάκωβος, τα πόδια του δεν τον βάσταγαν όρθιο ώρα πολλή χωρίς να κουραστεί. ‘Ετσι, ένα απόγευμα, φώναξε το γιο του και του ‘δωκε οδηγίες για το πώς θα πάει στο δάσος, πώς θα βρει το δέντρο και πώς θα πάρει τις λίρες. Κι αφού τον ορμήνεψε, τον έστειλε στο καλό κι έμεινε να τον περιμένει.
Οι ώρες κύλησαν, το φεγγάρι βούλιαξε στα ασημιά του δώματα και πήρε να χαράζει. Μια ήσυχη μέρα ξεκινούσε. Όχι όμως για τον Γιάκωβο, που δεν είχε σφαλίσει μάτι όλη νύχτα, παρά μόνο μέτραγε τις ώρες ως να φανεί ο γιος του. Μα το παιδί δεν είχε φανεί ακόμα και ο Γιάκωβος αλαφιάστηκε.
Μια και δυο, πήρε τη μαγκούρα του και κίνησε για το λευκόδασος όσο πιο γοργά κράταγαν τα ποδάρια του. Στο δρόμο ρωτούσε τους συγχωριανούς αν είχαν δει το παιδί, μα δεν έπαιρνε απόκριση. “Είχε πανσέληνο χτες”, έλεγαν οι χωριανοί, “σφαλίσαμε τις πόρτες, μη μας αρπάξουν οι ξωθιές και οι διαβόλοι, κανέναν δεν είδαμε.”
Κι όλο αλαφιαζόταν ο Γιάκωβος κι όλο έτρεχε.
Έφτασε χωρίς ανάσα στο λευκόδασος και κίνησε να βρει το δέντρο, μήπως είχε αποκοιμηθεί εκεί το παιδί πάνω στον κάματο και για αυτό δεν είχε γυρίσει.
Όμως, αντί για το γιο του, στα ριζά της λεύκας βρήκε καθισμένη μια πεντάμορφη κοπέλα.
“Καλή σου ώρα, κόρη μου” είπε ο Γιάκωβος. “Ψάχνω το γιο μου, ένα παιδί αψηλό και νιούτσικο σαν του λόγου σου, μήπως τον πήρε το μάτι σου πουθενά;”
“Βεβαίως” έκαμε η κοπέλα. “Εδώ είναι, σε περιμένει.”
Έψαξε με τη ματιά του τον τόπο με λαχτάρα ο Γιάκωβος, μήπως δει το παιδί του, άφαντο το παιδί. Φόβος και ανησυχία γέμισαν την ψυχή του.
“Μη με περιπαίζεις κοπέλα μου, γέρο άνθρωπο, έχασα το παιδί μου. Τον έχεις δει, για τσάμπα χάνω τον καιρό μου;”
Γέλασε η μορφονιά κι αποκρίθηκε: “Μη στεναχωριέσαι, Γιάκωβε. Είναι σε καλά χέρια ο γιος σου. Χτες που ήρθε, τον κατάλαβα ότι είναι δικό σου παιδί απ’ τη μυρωδιά, οπότε έκαμα αυτό που με όρισες να κάμω.”
“Για όνομα του Θεού, γυναίκα, τι είναι αυτά που λες;” είπε ο Γιάκωβος μανιασμένος. “Τι σε όρισα εγώ να κάμεις;”
“Με όρισες μπιστικό σου να φυλώ το θησαυρό σου, όπως κάμω τόσα χρόνια, Γιάκωβε” είπε εκείνη κι ευθύς άφησε να γλιστρήσει το φόρεμα της απ’ τους ώμους της.
Και ο Γιάκωβος είδε τη γύμνια της γυναίκας και το κάτασπρο, χλωμό σαν σάβανο κορμί της σκισμένο από μια φριχτή ουλή από πάνω ως κάτω• οδύνη και παραζάλη τον πλάκωσαν, έβγαλε φωνή γοερή, όλα σκοτείνιασαν• και δεν απέμεινε τίποτα πια, παρά μόνο ένα αμυδρό, χρυσό στραφτάλισμα στο φως του νεαρού ήλιου, που μαρτυρούσε πως κάτι τρομερό είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα.
.
Η Δανάη Τάνη πηγαινοέρχεται μεταξύ των δικαστηρίων της Ευελπίδων και της Νεραϊδοχώρας. Στον ελεύθερό της χρόνο σκαρώνει διηγήματα και παραμύθια για μικρά και μεγάλα παιδιά. Και φτιάχνει καταπληκτικά μακαρόνια ογκρατέν.
[ ιστολόγιο ] [ facebook ] [ twitter ]

σημ. Αν δεν ανοίγουν οι σύνδεσμοι κάντε τους μαρκάρισμα, αντιγραφή, επικόλληση πάνω

Δημοφιλείς αναρτήσεις